Δεν προβλέπεται καθεστώς υποχρεωτικού εμβολιασμού κατόπιν αποφάσεων διεθνών ή και ευρωπαϊκών οργάνων. Αντίθετα, μια τέτοια δυνατότητα υπάγεται αυστηρά στη σφαίρα εθνικών αρμοδιοτήτων.

Αναντίρρητα, από τις αρχές του έτους η ανθρωπότητα βιώνει μια πρωτόγνωρη κατάσταση εξαιτίας της εξάπλωσης του κορωνοϊού, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως πανδημία. Σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά του Οργανισμού τα επιβεβαιωμένα κρούσματα διεθνώς πλησιάζουν τα δύο εκατομμύρια, ο αριθμός θανάτων ανέρχεται κοντά στις 120.000 ενώ 213 χώρες πλήττονται εξαιτίας της πανδημίας[1]. Ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, έχει χαρακτηρίσει την τωρινή απειλή ως τη σημαντικότερη υγειονομική κρίση που σημαδεύει την ιστορία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών τα 75 χρόνια ζωής του και απαιτείται αλληλεγγύη[2].

Τους τελευταίους 2 μήνες η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο επίκεντρο της πανδημίας και όλα τα κράτη μέλη πλήττονται καίρια σε όλους τους τομείς: κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, εμπορικό, πολιτιστικό. Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις αξιωματούχων της Ένωσης, η συνεχιζόμενη σημερινή κρίση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έκτακτη ανάγκη», με όλες τις παρεπόμενες συνέπειες[3].  Λαμβάνονται καθημερινά μέτρα με στόχο τον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης της πανδημίας και την προστασία της δημόσιας υγείας. Απώτερος σκοπός είναι όχι μόνο η καταστολή αλλά και η πρόληψη νέων κινδύνων εξαιτίας του κορωνοϊού.

Απέναντι στις εθνικές πολιτικές που έχουν αναπτυχθεί, αναπόφευκτα προκύπτει το ερώτημα σχετικά με τις δράσεις που μπορεί να αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι προβληματισμοί που εγείρονται συγκεντρώνουν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον την εποχή που η παραπληροφόρηση ανθεί και τα λεγόμενα «fake news» βομβαρδίζουν την αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών[4].  Ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η πανδημία του κορωνοϊού αποτελεί μια καλά οργανωμένη σκευωρία και ένα συντονισμένο παιχνίδι των φαρμακευτικών εταιριών, δίνοντας έμφαση στην τεράστια οικονομική διάσταση του προβλήματος[5]. Συναφώς, υποστηρίζεται ότι απώτερη εξέλιξη της κρίσης είναι η επιβολή υποχρεωτικού εμβολιασμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μέτρο πρόληψης και καταστολής του κορωνοϊού.

Άραγε, όμως, ισχύει νομικά ο εν λόγω ισχυρισμός; Μπορεί ο εμβολιασμός να καταστεί υποχρεωτικός εκ μέρους της Ένωσης είτε ακόμα και κατόπιν οδηγιών διεθνών οργανισμών; Το νομοθετικό πλαίσιο, τόσο σε επίπεδο στενά ευρωπαϊκό αλλά όσο και σε διεθνές, δίνει σαφείς απαντήσεις.

Το ευρύτερο διεθνές θεσμικό πλαίσιο για την υγεία

Αρχικά, θα πρέπει να τονιστεί ότι το δικαίωμα στην υγεία αποτελεί ένα διεθνώς κατοχυρωμένο και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, μέσα από πληθώρα νομοθετικών κειμένων. Στο προοίμιο του καταστατικού του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας η υγεία ορίζεται ως «η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι μόνο η απολύτρωση από ασθένεια και αναπηρία»[6]. Η Οικουμενική Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο άρθρο 25 ορίζει ότι «καθένας έχει δικαίωμα σε ένα βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίσει στον ίδιο και στην οικογένεια του υγεία και ευημερία…ιατρική περίθαλψη…δικαίωμα σε ασφάλιση για την αρρώστια…όπως και για όλες τις άλλες περιπτώσεις που στερείται τα μέσα της συντήρησής του, εξαιτίας περιστάσεων ανεξαρτήτων της θέλησης του».

Επίσης, στο άρθρο 12 του Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα κατοχυρώνεται το δικαίωμα του καθενός σε ένα υψηλότερο επίπεδο σωματικής και ψυχικής υγείας, το οποίο συνίσταται, αφενός, στη θετική υποχρέωση των κρατών λήψης μέτρων για την απόλαυση και προστασία του, αφετέρου στην αρνητική υποχρέωση αποχής από οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την άσκηση του δικαιώματος. Κατά συνέπεια, η υιοθέτηση μέτρων, νομοθετικής και άλλης φύσεως, με στόχο την συγκρότηση ενός προσαρμοσμένου στις ανάγκες των πολιτών συστήματος υγείας θεωρείται επιβεβλημένη. Αξίζει να τονιστεί ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύμφωνο είναι αγώγιμα, με την έννοια ότι παρέχεται στα άτομα το δικαίωμα υποβολής ατομικής αναφοράς ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών, Κοινωνικών και Πολιτιστικών Δικαιωμάτων[7], υπό τον όρο προηγούμενης κύρωσης από τα κράτη του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου που προνοεί την ατομική αναφορά[8].

Εξαιρετική σημασία προσλαμβάνει το δικαίωμα στην υγεία με αποδέκτη το παιδί, όπου σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και τα Προαιρετικά Πρωτόκολλα[9] τα κράτη οφείλουν να εξασφαλίσουν όλες τις απαραίτητες συνθήκες για ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για την υγεία.  Ενδεικτικά, αναφέρονται η πρόνοια ανάπτυξης προληπτικής ιατρικής φροντίδας και υπηρεσιών οικογενειακού προγραμματισμού, η κατοχύρωση απαραίτητης ιατρικής περίθαλψης και η διεθνής συνεργασία.

Νομοθετικό καθεστώς για τον εμβολιασμό σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο

Σε περιφερειακό και διεθνές πλαίσιο, το μοναδικό νομικά δεσμευτικό κείμενο για την προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον τομέα της βιοϊατρικής, είναι η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική, γνωστή και ως Σύμβαση του Οβιέδο[10]. Ιδιαίτερα κρίσιμο για την εξέταση του υπό κρίση θέματος είναι το άρθρο 5 της Σύμβασης, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:

 Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του. Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων καταλλήλως ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί ελεύθερα και οποτεδήποτε να ανακαλέσει τη συναίνεση του.

Προκύπτει αναντίρρητα η διαπίστωση ότι ο εμβολιασμός υπόκειται απαραιτήτως στην εξασφάλιση προηγούμενης ρητής και ελεύθερης συναίνεσης, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης για κάθε πτυχή της διαδικασίας, όπως τον σκοπό και τις πιθανές συνέπειες αυτής. Ειδικά σήμερα ενόψει της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού, η Επιτροπή Βιοηθικής του Συμβουλίου της Ευρώπης, με δήλωσή της που δημοσιεύθηκε στις 14 Απριλίου 2020[11], υπενθυμίζει τις θεμελιώδεις αρχές, στη βάση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες πρέπει να διέπουν τη λήψη ιατρικών αποφάσεων και πρακτικών για την αντιμετώπισης της παρούσας κρίσης. Υπογραμμίζει ότι η Σύμβαση του Οβιέδο αποτελεί το μόνο νομικά δεσμευτικό εργαλείο σε διεθνές επίπεδο στον τομέα αυτό και παρέχει ένα μοναδικό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου ενός πλαισίου διαχείρισης κρίσεων έκτακτης ανάγκης και υγείας, σε κλινικούς και ερευνητικούς τομείς. Ως εκ τούτου, επιβεβαιώνεται η ισχύς του κανόνα του προαναφερθέντος άρθρου.

Εξίσου καθοδηγητική ως προς το καθεστώς εφαρμογής του εμβολιασμού κρίνεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσω συγκεκριμένων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.  Ειδικότερα, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης προσφέρει σημαντική βοήθεια. Έχει ξεχωριστή αρχιτεκτονική δομή καθώς στην πρώτη παράγραφό του προστατεύονται τέσσερα έννομα συμφέροντα: η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, η κατοικία και αλληλογραφία. Κοινή συνισταμένη όλων των συμφερόντων είναι η προστασίας της ιδιωτικότητας, η οποία αποτελεί μια έννοια με ευρύτατο περιεχόμενο και περιλαμβάνει πολλαπλές εκφάνσεις της σωματικής και κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου, όπως το όνομα, την εικόνα, την σωματική και ψυχική ακεραιότητα όπως και την γενικότερη ανάπτυξη της προσωπικότητας[12].

Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου προβλέπει εξαντλητικά τις προϋποθέσεις περιορισμού απόλαυσης του προστατευόμενου δικαιώματος, οι οποίες εφαρμόζονται σωρευτικά και είναι οι ακόλουθες : α) η ύπαρξη προηγούμενης νομοθετικής πρόβλεψης (αρχή νομιμότητας), β) η επιδίωξη συγκεκριμένου νόμιμου σκοπού, όπως αυτός ορίζεται σχετικά[13] (αρχή του σκοπού) και γ) η εξέταση του κριτηρίου της αναγκαιότητας περιορισμού του δικαιώματος σε μια δημοκρατική κοινωνία (αρχή αναλογικότητας).

Ειδικά ως προς τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα του ατόμου αυτή συνίσταται στην υποχρέωση οικοδόμησης από το κράτος ενός ικανοποιητικού νομοθετικού πλαισίου προστασίας από πράξεις βίας τρίτων προσώπων[14]. Έχει κριθεί ότι η υποβολή ατόμου σε οποιαδήποτε ιατρική εξέταση χωρίς τη συναίνεσή του συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής. Κατά συνέπεια, είναι δυνατή η άρνηση της ιατρικής περίθαλψης ενώ ως προς τα ανήλικα τέκνα το αντίστοιχο δικαίωμα ασκείται από τους κηδεμόνες[15]. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός ισοδυναμεί με συνακόλουθη επέμβαση στο προστατευόμενο δικαίωμα.

Ωστόσο, σύμφωνα με συγκεκριμένη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου[16], η επέμβαση δύναται να δικαιολογηθεί εφόσον συντελείται εξαιτίας του φόβου εξάπλωσης επιδημίας και υπό τον όρο ότι έχουν ληφθεί όλες οι απαραίτητες ιατρικές προφυλάξεις και ότι ο εμβολιασμός δεν προβλέπει κινδύνους για την υγεία του υποκειμένου. Σε διαφορετική περίπτωση, το κράτος οφείλει να σεβαστεί την ελευθερία αυτοκαθορισμού του προσώπου ως προς το πεδίο της ιατρικής του περίθαλψης. Αξίζει να προστεθεί ότι ενδεχομένως η επέμβαση στη σωματική ακεραιότητα του ατόμου χωρίς τη συναίνεσή του συνιστά βασανιστήριο καθώς και απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής όχι μόνο του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αλλά και του αντίστοιχου άρθρου 3, που απαγορεύει μια τέτοια κακομεταχείριση[17].

Το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο

Παρόμοιο προς το διεθνές  κρίνεται και το αντίστοιχο ρυθμιστικό καθεστώς σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ασφάλεια του τομέα της δημόσιας υγείας υπάγεται στις συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης, σύμφωνα με σχετική διάταξη[18]. Κατ’ επέκταση, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη μπορούν να νομοθετήσουν και να εγκρίνουν νομικά δεσμευτικές πράξεις. Οι χώρες ασκούν την αρμοδιότητά τους όπου η Ένωση δεν ασκεί ή έχει αποφασίσει να μην ασκήσει την αρμοδιότητά της. Παράλληλα, η βελτίωση και προστασία της ανθρώπινης υγείας υπάγεται στις υποστηρικτικές αρμοδιότητες της Ένωσης[19] όπου η Ένωση μπορεί να παρέμβει μόνο για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών της. Οι νομικά δεσμευτικές πράξεις της Ένωσης δεν πρέπει να προϋποθέτουν την εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των μελών της.

Σε αντιστοιχία με τα παραπάνω, το άρθρο 168 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ρητά τα ακόλουθα[20]:

Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου.

Η δράση της Ένωσης, η οποία συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές, αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, καθώς και στην πρόληψη της ανθρώπινης ασθένειας σε όλες τις μορφές της και στην αποτροπή των πηγών κινδύνου για την σωματική και ψυχική υγεία. Η δράση αυτή καλύπτει την καταπολέμηση των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας στον τομέα της υγείας, ευνοώντας τη διερεύνηση των αιτίων τους, της μετάδοσης και της πρόληψής τους, καθώς και την ενημέρωση και τη διαπαιδαγώγηση στον τομέα της υγείας καθώς και την επαγρύπνηση για τις σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας, την κήρυξη συναγερμού σε περίπτωση τέτοιων απειλών και την καταπολέμησή τους.

Επιπρόσθετα, η Ένωση ενθαρρύνει και υποστηρίζει τη συνεργασία των κρατών μελών και δύναται να θεσπίσει, κάτω από συγκεκριμένες διαδικασίες, τη θέσπιση μέτρων υψηλών προδιαγραφών ποιότητας και ασφάλειας της υγείας[21]. Παράλληλα, στο ίδιο άρθρο ορίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «μπορούν να θεσπίζουν μέτρα ενθάρρυνσης της προστασίας και της βελτίωσης της υγείας του ανθρώπου, και ιδίως για την καταπολέμηση των σοβαρών ασθενειών με διασυνοριακή διάσταση, την επαγρύπνηση κατά σοβαρών διασυνοριακών απειλών κατά της υγείας, την κήρυξη συναγερμού σε παρόμοιες περιπτώσεις και την καταπολέμησή τους». Σε όλες τις περιπτώσεις επιβεβαιώνεται ο βασικός κανόνας σεβασμού, εκ μέρους των ευρωπαϊκών οργάνων, της κρατικής αρμοδιότητας σε θέματα υγείας, όπως ενδεικτικά σε περιπτώσεις οργάνωσης και παροχής υγειονομικών υπηρεσιών και ιατρικής περίθαλψης. Τέλος, όπως επίσης ορίζεται στο ίδιο άρθρο, «το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, διατυπώνει επίσης συστάσεις για τους σκοπούς» που αυτό προβλέπει.

Συνακόλουθα με την τελευταία πρόβλεψη το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τη «Σύσταση σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας για την καταπολέμηση των ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό»[22] όπου επιβεβαιώνονται οι θεμελιώδεις αρχές που ισχύουν για την προστασία της δημόσιας υγείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά «ο εμβολιασμός αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα και πλέον αποδοτικά μέτρα δημόσιας υγείας που αναπτύχθηκαν τον 20ο αιώνα, ενώ παραμένει το κυριότερο εργαλείο για την πρωτογενή πρόληψη των μεταδοτικών ασθενειών. Παρότι τα προγράμματα εμβολιασμού εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ο διασυνοριακός χαρακτήρας των ασθενειών που προλαμβάνονται με τον εμβολιασμό και οι κοινές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα εθνικά προγράμματα ανοσοποίησης θα ωφελούνταν από περισσότερο συντονισμένες δράσεις και προσεγγίσεις σε επίπεδο ΕΕ για την πρόληψη ή τον περιορισμό της εξάπλωσης επιδημιών και ασθενειών με διασυνοριακή διάσταση».

Ως εκ τούτου, ενθαρρύνεται η διακρατική συνεργασία και η διευκόλυνση πρόσβασης στις εθνικές ή/και περιφερειακές υπηρεσίες εμβολιασμού. Με γνώμονα αυτό τον στόχο, επιδιώκεται «η θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον εμβολιασμό (EVIS), υπό το συντονισμό του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου των Νόσων (ECDC), με στόχο: α) από κοινού με τις εθνικές αρχές δημόσιας υγείας, i) την εξέταση των δυνατοτήτων για την εκπόνηση, έως το 2020, κατευθυντήριων γραμμών για ένα βασικό πρόγραμμα εμβολιασμού της ΕΕ λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της ΠΟΥ για την ανοσοποίηση ρουτίνας, με στόχο την ενίσχυση της συμβατότητας των εθνικών προγραμμάτων και την προώθηση της ισότιμης προστασίας της υγείας των πολιτών της Ένωσης, καθώς και τη σκοπιμότητα δημιουργίας μιας κοινής κάρτας παρακολούθησης εμβολίων».

Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται η υιοθέτηση του Κανονισμού 536/2014 στον τομέα των κλινικών δοκιμών φαρμάκων[23] όπου αναλύονται οι βασικές προδιαγραφές για τη νομιμότητα διεξαγωγής κλινικών δοκιμών. Χαρακτηριστικά τονίζεται ότι απαιτείται σεβασμός των δικαιωμάτων, της ασφάλειας, αξιοπρέπειας και της ευζωίας των συμμετεχόντων και σχεδιασμός για την παραγωγή αξιόπιστων και έγκυρων δεδομένων[24]. Επιπλέον, «η κλινική δοκιμή αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής και δεοντολογικής εξέτασης και εγκρίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η δεοντολογική εξέταση διενεργείται από επιτροπή δεοντολογίας σύμφωνα με το δίκαιο του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους»[25]. Επομένως, επαναλαμβάνεται ο γενικός κανόνας της κρατικής πρωτοβουλίας στον τομέα διαχείρισης και οργάνωσης του συστήματος υγείας.

Τέλος, αξίζει να προστεθεί στο πλέγμα του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου το άρθρο 35 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος με τη Συνθήκη Λισσαβόνας απέκτησε νομική δεσμευτική ισχύ, όπου προβλέπεται το δικαίωμα πρόσβασης κάθε προσώπου σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, ενώ καθιερώνεται παράλληλα η υποχρέωση κάθε κράτους για την προστασία του δικαιώματος.

Αντί επιλόγου

Εν κατακλείδι, προκύπτει από την εκτενή ανάλυση που προηγήθηκε ότι δεν προβλέπεται καθεστώς υποχρεωτικού εμβολιασμού κατόπιν αποφάσεων διεθνών ή και ευρωπαϊκών οργάνων. Αντίθετα, μια τέτοια δυνατότητα υπάγεται αυστηρά στη σφαίρα εθνικών αρμοδιοτήτων.

Αναμφίβολα, η ανθρωπότητα υφίσταται μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές κρίσεις στην ιστορία της. Τόσο το παρόν όσο και το μέλλον της παγκόσμιας κοινότητας προδιαγράφονται συγκλονιστικά και θα φέρουν τη σφραγίδα της επίδρασης της πανδημίας του κορωνοϊού. Θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως της υγείας και της αξιοπρέπειας, κλονίζονται ενώ παράλληλα δοκιμάζεται και η πίστη στη λειτουργία και τον ρόλο των ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών.

Εντούτοις, μπορεί αυτή η κρίση να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού και μια νέα ευκαιρία για περαιτέρω πρόοδο και περιφρούρηση διαχρονικών ιδεών και αξιών. Απέναντι σε όλες τις σημερινές αντιξοότητες και τα προβλήματα, απαιτείται υπευθυνότητα και εγρήγορση τόσο εκ μέρους των θεσμών όσο και από κάθε άτομο ξεχωριστά. Η έγκυρη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ενημέρωση μπορεί να αποτελέσει αναμφίβολα, αφενός, οδηγό για την οργανωμένη και αποτελεσματική καταπολέμηση της απειλής του κορωνοϊού, αφετέρου, πολύτιμο εργαλείο για τον επαναπροσδιορισμό της κρατικής ευθύνης και των σχέσεων κρατών μεταξύ τους και με τη διεθνή κοινότητα.


Υποσημειώσεις:

[1] Αναλυτικές πληροφορίες για την εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού στην επίσημη ιστοσελίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, https://www.who.int/emergencies/diseases/novel-coronavirus-2019.

[2] Βλ. χαρακτηριστικά τις δηλώσεις του Γενικού Γραμματέα Ηνωμένων Εθνών στις 19 Μαρτίου 2020 στην επίσημη ιστοσελίδα του Οργανισμού, https://www.un.org/en/un-coronavirus-communications-team/above-all-human-crisis-calls-solidarity.

[3] Βλ. ανακοινώσεις στην επίσημη ιστοσελίδα της Ένωσης https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/MEX_20_566.

[4] Σχετικά με την απάντηση της Ένωσης στην παραπληροφόρηση και στις «ψεύτικες ειδήσεις» βλ. A.Stoyanov, “The European Commission’s fight against coronavirus disinformation, άρθρο αναρτημένο στην επίσημη ιστοσελίδα https://www.themayor.eu/en/the-european-commissions-fight-against-coronavirus-disinformation, ημερομηνία ανάρτησης 1 Απριλίου 2020.

[5] Βλ. σχετικά S.Lerner, “Big pharma prepares to profit from the coronavirus”, άρθρο αναρτημένο στην επίσημη ιστοσελίδα https://theintercept.com/2020/03/13/big-pharma-drug-pricing-coronavirus-profits/, ημερομηνία ανάρτησης 13 Μαρτίου 2020.

[6] Όπως χαρακτηριστικά ορίζεται «Health is a state of complete physical, mental and social well-being and not merely the absence of disease or infirmity».

[7] Αρμόδιο όργανο για τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων του Συμφώνου.

[8] Αναφορικά με την κατοχύρωση του δικαιώματος υγείας μέσα από διεθνή νομοθετικά κείμενα βλ. Π.Νάσκου-Περράκη, «Δικαιώματα του Ανθρώπου-παγκόσμια και περιφερειακή προστασία», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Β’ έκδοση, 2019, σελ. 55-58, 169-171, 182-187.

[9] Υιοθετήθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 20 Νοεμβρίου 1989 και έχει κυρωθεί από 196 κράτη. Βλ. αναλυτικά σε Π.Νάσκου-Περράκη, ό.π., σελ.296-354, Π.Νάσκου-Περράκη, Κ.Χρυσόγονος, Χ.Ανθόπουλος (επιμέλεια), «Η Διεθνής Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού και η εσωτερική έννομη τάξη. Ερμηνεία κατ’άρθρο», Εκδόσεις Αντ.Ν.Σάκκουλας, Αθήνα, 2002.

[10] Convention on Human Rights and Biomedicine, υπογράφτηκε στις 4 Απριλίου 1997 στο Οβιέδο στην Ισπανία και στηρίζεται στις θεμελιώδεις αρχές προστασίας δικαιωμάτων που κατοχυρώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Βλ. σχετικά https://www.coe.int/en/web/bioethics/oviedo-convention.

[11] Ολόκληρο το κείμενο της δήλωσης βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Επιτροπής Βιοηθικής του Συμβουλίου της Ευρώπης https://www.coe.int/en/web/bioethics/-/covid-19-human-rights-principles-must-guide-health-decisio-1.

[12] Βλ. ΕΔΔΑ, Niemietz κατά Γερμανίας, 16 Δεκεμβρίου 1992, Pretty κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 29 Απριλίου 2002, Χ και Υ κατά Ολλανδίας, 26 Μαρτίου 1985.

[13] Οι νόμιμοι σκοποί περιορισμού του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 8 ΕΣΔΑ είναι η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια, η οικονομική ευημερία της χώρας, η προάσπιση της τάξης και η πρόληψη ποινικών παραβάσεων, η προστασία της υγείας ή της ηθικής ή η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.

[14] ΕΔΔΑ, Costello-Roberts κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 25 Μαρτίου 1993.

[15] Βλ. αναλυτική εξέταση του άρθρου 8 και της διάστασης της σωματικής, ψυχικής και ηθικής ακεραιότητας του ατόμου σε Λ-Α.Σισιλιάνο, «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ερμηνεία κατ’άρθρο», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ.370-378.

[16] ΕΔΔΑ, Solomakhin κατά Ουκρανίας, 15 Μαρτίου 2012.

[17] ΕΔΔΑ, Costello-Roberts κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ό.π.

[18] Άρθρο 4 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[19] Άρθρο 6 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[20] Βλ. εκτενή ανάλυση του άρθρου 168 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης σε Δ.Παπαγιάννη, «Ευρωπαϊκό Δίκαιο», 5η έκδοση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ.630-632, Β.Χριστιανό (επιμέλεια), «Συνθήκη ΕΕ και ΣΛΕΕ. Κατ’άρθρο ερμηνεία», Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ.833-838, Β.Σκουρή, Ε.Αδαμαντίδου, Ν.Αθανασιάδου, «Συνθήκη της Λισσαβώνας. Ερμηνεία κατ’άρθρον. Συνθήκη για την ΕΕ-Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ- Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2020, σελ.1447-1459.

[21] Άρθρο 168§4 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης.

[22] Σύσταση του Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου 2018 σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας για την καταπολέμηση των ασθενειών που προλαμβάνονται με εμβολιασμό.

[23] Κανονισμός 536/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για τις κλινικές δοκιμές φαρμάκων που προορίζονται για τον άνθρωπο και την κατάργηση της Οδηγίας 2001/20/ΕΚ.

[24] Άρθρο 3 του Κανονισμού.

[25] Άρθρο 4 του Κανονισμού.

Κουρούπης Κωνσταντίνος
Επίκουρος Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου και Δικαίου Προσωπικών Δεδομένων, Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Frederick στην Κύπρο.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;