Συνταγματικός ο υποχρεωτικός εμβολιασμός – Σχόλιο στην ΣτΕ (Δ΄ Τμήμα) 2387/2020

Η απόφαση αυτή αποτελεί την απάντηση σε όσους διακατεχόμενους είτε από απερισκεψία είτε από σκόπιμη άγνοια, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες, ανορθολογισμό και συνομωσιολογία αρνούνται να δουν την πραγματικότητα και να προστατέψουν τον εαυτό τους αλλά και τους γύρω τους. Από την άλλη απευθύνεται και προς το Κράτος, το οποίο δεν αρκεί μόνο να προστατέψει τα πρόσωπα από τις μεταδοτικές ασθένειες και τους ιούς αλλά θα πρέπει με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο να τα ενημερώσει για τις προληπτικές ενέργειες του κάθε εμβολίου αλλά και τις ενδεχόμενες παρενέργειες.

Η θέση των νομικών ζητημάτων της απόφασης

Το αντικείμενο της δίκης που κατέληξε στην σχολιαζόμενη απόφαση αποτελούσε τον αποκλεισμό με ατομική διοικητική πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΝΠΔΔ Βρεφονηπιακού Σταθμού ενός Δήμου της Βορείου Ελλάδος από τον Σταθμό ενός νηπίου, το οποίο δεν είχε προβεί στον προβλεπόμενο από τον Κανονισμό Λειτουργίας των Βρεφονηπιακών Σταθμών εμβολιασμό. Το αυτό συνέβη και με όλα τα νήπια, οι γονείς των οποίων δεν τα είχαν υποβάλει στον σχετικό εμβολιασμό.

Η απόφαση εξέτασε καταρχάς το από πλευράς Γενικού Διοικητικού Δικαίου και ιδία του Δικαίου των ανακλήσεων των διοικητικών πράξεων ενδιαφέρον ζήτημα της νομιμότητας της ανάκλησης διοικητικών πράξεων και της αιτιολογίας της ανακλητικής απόφασης. Το πιο ενδιαφέρον ζήτημα που αντιμετώπισε, όμως, ήταν αυτό της συνταγματικότητας του υποχρεωτικού εμβολιασμού εξ επόψεως προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του νηπίου όσο και της προστασίας της δημόσιας υγείας ως (συλλογικού) συνταγματικού αγαθού.

Το ζήτημα αυτό καθίσταται έτι περαιτέρω ενδιαφέρον ενόψει της ανοιγείσας ήδη συζήτησης για τον εμβολιασμό κατά του κορωνοϊού Covid-19 και το κατά πόσο συμβαδίζει με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε επίπεδο Συντάγματος και Διεθνούς Δικαίου ή ακόμα και επιβάλλεται από πλευράς Συντάγματος και Διεθνούς Δικαίου για την προστασία της δημόσιας υγείας. Οι παραδοχές δε, του Δικαστηρίου υπερβαίνουν το πραγματικό που εξέτασε στην επίδικη υπόθεση, δηλ. της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού νηπίων ως προϋπόθεσης φοίτησης σε βρεφονηπιακό σταθμό, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν γενικότερα και στο ήδη συζητούμενο θέμα της επικαιρότητας. Από την άλλη, άφησε κάποια ζητήματα ανοικτά για περαιτέρω θεωρητική αλλά και νομολογιακή συζήτηση.

Η θεμελιοδικαιική «ενηλικότητα» των νηπίων (Grundrechtsmündigkeit)

Η απόφαση αντιμετωπίζει κατά λανθάνοντα τρόπο το ενδιαφέρον (αλλά μη επεξεργασμένο και αγνοημένο στην χώρα μας) ζήτημα της «ενηλικότητας» των φορέων των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Grundrechtsmündigkeit), αποδεχόμενη ορθά ότι και το νήπιο είναι φορέας ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, ασχέτως εάν δεν μπορεί να τα προβάλει αυτοδύναμα ενώπιον Δικαστηρίου παρά μόνο μέσω των ασκούντων την γονική μέριμνα αυτού γονέων του, και δεν εξετάζει το συνταγματικό ζήτημα ως ζήτημα του δικαιώματος στην γονική μέριμνα των γονέων όπως πράττει στο θέμα της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών.

Όσον αφορά το επίμαχο θέμα του υποχρεωτικού εμβολιασμού το ΣτΕ κάνει τις εξής αξιομνημόνευτες παραδοχές στις σκέψεις 13 και 14 της απόφασής του:

Το κρατικό καθήκον λήψης θετικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας

1. Η μέριμνα για τη δημόσια υγεία αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του Κράτους, στο πλαίσιο της οποίας η Πολιτεία οφείλει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει απαραίτητα μέτρα. Ως συνταγματικό έρεισμα μία τέτοιας υποχρέωσης, αν και κακώς δεν κάνει μνεία σε αυτήν, πρέπει να θεωρεί την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 Σ, η οποία περιέχει σχετική διατύπωση.

2. Τα μέτρα αυτά αφορούν και την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Στα εν λόγω μέτρα εντάσσεται και ο εμβολιασμός νηπίων και παιδιών, ο οποίος διενεργείται με σκοπό την προστασία της υγείας, συλλογικώς και ατομικώς, από τις ασθένειες καθώς και την βαθμιαία εξάλειψή τους.

Με τις δύο παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο ξεκινάει τον δικανικό συλλογισμό του πρωθύστερα, από την υποχρέωση του Κράτους προς λήψη θετικών μέτρων (status positivus) και όχι από το θεμελιώδες δικαίωμα του ενδιαφερομένου, του εμβολιαζομένου νηπίου εν προκειμένω, και την αξίωσή του έναντι του Κράτους για αποχή (status negativus).

Τα συγκρουόμενα υποκειμενικά θεμελιώδη δικαιώματα και τα συλλογικά έννομα αγαθά στο case study του υποχρεωτικού εμβολιασμού

3. Το θέμα αυτό το θίγει στην αμέσως επόμενη παραδοχή ότι το μέτρο του εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού. Εκ νέου αποφεύγει, κακώς, να αναφερθεί στις συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Για μεν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι σαφές ότι αναφέρεται στο άρθρο 5 παρ. 1 Σ, η ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη η σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού δεν είναι αναντίλεκτο από ποιες διατάξεις προστατεύονται και σε ποίους περιορισμούς υπόκεινται με βάση την επιφύλαξη του νόμου που ορίζει ή δεν ορίζει η εν λόγω διάταξη. Προστασία θεμελιώδους δικαιώματος στο συνταγματικό κενό δεν νοείται.

Στην ΕΣΔΑ η προστασία αυτή προκύπτει από το άρθρο 8 παρ. 1 ΕΣΔΑ ως δικαίωμα στο αυτοκαθορισμό (self-determination) στο πλαίσιο της προστασίας του δικαιώματος στον ιδιωτικό βίο. Στην ελληνική συνταγματική τάξη, η προστασία από την παρέμβαση στο σώμα έναντι βιοϊατρικών παρεμβάσεων, όπως ο εμβολιασμός, προκύπτει πλέον μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 expressis verbis από το άρθρο 5 παρ. 5 εδ. β΄ Σ και συμπληρωματικά από την προστασία της ανθρώπινης αξίας του άρθρου 2 παρ. 1 Σ. Το αντίστοιχο του άρθρου 8 παρ. 1 ΕΣΔΑ, άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄ Σ, που προστατεύει τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, έχει στενότερο έναντι της διάταξης της ΕΣΔΑ πεδίο προστασίας και δεν τίθεται εν προκειμένω σε εφαρμογή. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 Σ είναι γενική και επικουρική, όπως γενικό και επικουρικό είναι και τα δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη στην προσωπικότητα που αυτή κατοχυρώνει (Auffanggrundrecht) και ως εκ τούτου η εφαρμογή της παραμερίζεται από την ειδικότερη διάταξη (lex specialis derogat legi generali).

Συνταγματική δικαιολόγηση του υποχρεωτικού εμβολιασμού – Η επιφύλαξη του νόμου και η αρχή της αναλογικότητας

4. Την παρέμβαση αυτή στην σωματική ακεραιότητα του ατόμου διά του υποχρεωτικού εμβολιασμού το Δικαστήριο την δικαιολογεί συνταγματικά υπό δύο σωρευτικά προϋποθέσεις και δη: «α) ότι προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, υιοθετούσα πλήρως τα έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα και β) ότι παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται». Με την υπό (α) παραδοχή η απόφαση δέχεται, έστω με λανθάνοντα τρόπο, την αρχή της επιφύλαξης του νόμου που προβλέπει το άρθρο 5 παρ. 5 εδ. β΄ Σ. Με την υπό (β) προϋπόθεση απαιτεί όπως ο νόμος αυτός θα πρέπει να προβλέπει τις σχετικές εξαιρέσεις.

5. Η κρίσιμη νομοθετική παρέμβαση πρέπει να τηρεί βεβαίως και την αρχή της αναλογικότητας. Την τήρηση της αρχής αυτής η απόφαση αιτιολογεί με την παραδοχή ότι η παρέμβαση διά του εμβολιασμού σύμφωνα με τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα, κρίνεται (σ.σ. εν προκειμένω αλλά και γενικότερα) αναγκαία και πρόσφορη για την προστασία της υγείας τόσο των ίδιων των εμβολιαζομένων όσο και τρίτων (λ.χ. βρεφών που δεν έχουν ακόμη εμβολιασθεί, ατόμων που δεν επιτρέπεται για ιατρικούς λόγους να εμβολιασθούν), και δεν είναι δυσανάλογη για την επίτευξη του προμνημονευθέντος συνταγματικού δημοσίου σκοπού. Κατά συνέπεια η δημόσια υγεία ως συνταγματικός δημόσιος σκοπός που χρήζει προστασίας διά του εμβολιασμού αναλύεται στην προστασία της υγείας τόσο των εμβολιαζομένων, ακόμα και παρά την θέλησή τους, όσο και κυρίως των τρίτων, η υγεία των οποίων διακινδυνεύεται από την επαφή και τον συγχρωτισμό με αυτούς που δεν έχουν εμβολιασθεί και είναι έκθετοι στην νόσηση και κατ’ επέκταση και στην μετάδοση μεταδοτικών ασθενειών και ιών.

Εν προκειμένω η έννομη συνέπεια, υπό μορφή ήπιας κυρώσεως, από την μη τήρηση της υποχρέωσης εμβολιασμού των νηπίων είναι η αποβολή από τον βρεφονηπιακό σταθμό, η οποία και είναι η επίδικη πράξη. Παρέπεται ως στοιχείο της υπαγωγής, αν και δεν αναφέρεται ρητά στην απόφαση, ότι η υπό κρίση έννομη συνέπεια, τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και κυρίως τις επιμέρους παραμέτρους της αναγκαιότητας και αναλογικότητας υπό στενή έννοια, εφόσον δεν προβλέπεται αυστηρότερη, π..χ. πρόστιμο ως διοικητική κύρωση ή ακόμα χειρότερα σωματικός ή ψυχικός καταναγκασμός, κάτι που θα αντέβαινε πλέον όχι μόνο στην αρχή της αναλογικότητας αλλά και στην αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας του άρθρου 2 παρ. 1 Σ, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως απαγορευμένη από το άρθρο 7 παρ. 2 Σ πράξη βασανιστηρίων (πρβλ. και άρθρο 3 ΕΣΔΑ). Ακόμα, η συνέπεια αυτή βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το προστατευταίο έννομο αγαθό.

Οριακά συνταγματική θα μπορούσε να κριθεί η επιβολή προστίμου, όχι βέβαια στο νήπιο, αλλά στους ασκούντες την γονική μέριμνα αυτού γονείς, ανάλογα και με την αναλογία του ύψους του προστίμου και της σοβαρότητας της διακινδύνευσης της υγείας, ενώ αντισυνταγματική υπό την έποψη της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να θεωρηθεί η επιβολή ποινικών κυρώσεων στους γονείς. Mutatis mutandis τα ίδια ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις υποχρεωτικού εμβολιασμού και στην ενδεχόμενη περίπτωση εμβολιασμού κατά του ιού Covid-19, εάν ήθελε να επιβληθεί η υποχρεωτικότητά του.

Η επίλυση της σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων και άλλων συνταγματικών αγαθών (kollidierendes Verfassungsrecht) διά της ενεργοποίησης του κρατικού καθήκοντος προστασίας τους

Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο αναγνωρίζει ένα κρατικό καθήκον (staatliche Schutzpflicht) για την προστασία του δικαιώματος στην υγεία (άρθρο 5 παρ. 5 εδ. α΄ Σ) και κατ’ επέκταση στην ζωή (άρθρο 5 παρ. 2 Σ) τόσο του αρνητή του εμβολιασμού από τον εαυτό του (staatlicher Schutz vor sich selbst) όσο και των τρίτων. Υφίσταται μία σύγκρουση θεμελιωδών δικαιωμάτων, η οποία επιλύεται με την εκπλήρωση του κρατικού καθήκοντος προστασίας της υγείας και με πλήρη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και στις τρεις παραμέτρους της.[1]

Δικαίωμα ανταπόδειξης των αρνητών του εμβολιασμού;

6. Η συνταγματική δικαιολόγηση της παρέμβασης δεν μειώνεται ούτε εξασθενεί από το γεγονός ότι «… η εμφάνιση σε στατιστικώς πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων σοβαρών παρενεργειών ορισμένων εμβολίων δεν καθιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη τη νομοθετική πρόβλεψη του εμβολιασμού νηπίων και παιδιών και είναι πάντως ανεκτή χάριν του δημοσίου συμφέροντος, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις ερείδονται επί εγκύρων και τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων κατά τα προεκτεθέντα». Με την παραδοχή αυτή, η οποία ενδέχεται να αποκτήσει σημασία κατά την φάση του «αντί-Covid» εμβολιασμού και ενόψει της διατυπούμενης δυσπιστίας και των συνακόλουθων επιφυλάξεων και αρνήσεων εμβολιασμού, το Δικαστήριο αφενός φαίνεται να ανέχεται συνταγματικά για χάρη του δημοσίου συμφέροντος που εξειδικεύει στις προηγούμενες παραδοχές του ενδεχόμενες περιπτώσεις παρενεργειών, όταν αυτές είναι σε πολύ μικρό αριθμό εμβολιασμένων, όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις εμβολιασμού σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της επιστήμης, αφετέρου αφήνει ανοικτό ένα «παράθυρο» δυνατότητας ανταπόδειξης από τον ενδιαφερόμενο ότι ο από το κράτος επιβαλλόμενος εμβολιασμός δεν ερείδεται επί τεκμηριωμένων επιστημονικών δεδομένων.

Θα πρέπει πάντως η ανταπόδειξη αυτή να ερείδεται επί τέτοιων επιστημονικών δεδομένων. Τόσο στην περίπτωση της κρατικής απόδειξης ότι το εμβόλιο είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας όσο και της ανταπόδειξης εκ μέρους των ιδιωτών, ότι κάτι τέτοιο δεν είναι βάσιμο, το Δικαστήριο ευλόγως καταρχήν αφίεται στα πορίσματα των αρμοδίων επιστημόνων. Το ζήτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση είναι το πώς θα επηρεαστεί και διαμορφωθεί η δικαστική κρίση όταν ο Δικαστής έχει ενώπιόν του αντιτιθέμενα επιστημονικά πορίσματα, τα οποία καταρχήν εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου.

Μη παραβίαση της γενικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 Σ και του δικαιώματος στην δωρεάν παιδεία του άρθρου 16 παρ. 4 Σ

7. Εύστοχα επισημαίνει το Δικαστήριο ότι το μέτρο του αποκλεισμού από τον βρεφονηπιακό σταθμό όχι μόνο δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 Σ αλλά και ότι επιβάλλεται με βάση την αρχή αυτή, εφόσον ο μη αποκλεισμός των νηπίων που δεν έχουν εμβολιασθεί θα αντιτίθετο στην αρχή της ισότητας και θα συνιστούσε μία συνταγματικά υπό το πρίσμα της αρχής αυτής αδικαιολόγητη ευμενή διακριτική μεταχείριση αυτών έναντι όλων των άλλων που έχουν δοκιμάσει το/τα εμβόλιο/α.

8. Το Δικαστήριο κρίνει τέλος ότι δεν υφίσταται θέμα παραβίασης του δικαιώματος στην δωρεάν παιδεία κατά το άρθρο 16 παρ. 4 Σ και το άρθρο 14 ΧΘΔΕΕ, επειδή από τις «…διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1566/1985 συνάγεται ότι η παρεχόμενη στους παιδικούς σταθμούς προσχολική αγωγή δεν εντάσσεται στην υποχρεωτική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, κατ’ ακολουθία, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος δωρεάν παιδείας για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, το οποίο κατοχυρώνεται…» στις παραπάνω διατάξεις. Μάλιστα για να δικαιολογήσει ότι δεν υφίσταται παραβίαση του άρθρου 14 ΧΘΔΕΕ, επικαλείται νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία αφορά άλλη έννομη τάξη, αυτήν της ΕΣΔΑ και δεν σχετίζεται με την εφαρμογή του Χάρτη, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν αφορούσε αλλοδαπό, πολίτη της ΕΕ Όσον αφορά το πεδίο προστασίας του άρθρου 16 παρ. 4 Σ, το Δικαστήριο φαίνεται να αφήνει ανοικτό το ζήτημα για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια υποχρεωτική εκπαίδευση, κατά πόσο θα αποτελούσε δικαιολογημένη παρέμβαση στο δικαίωμα αυτό η αποβολή από την φοίτηση του σχολείου σε μη εμβολιασμένους μαθητές.

Ευθύνη του κράτους από νόμιμη ενέργεια των οργάνων του; (Enteignender Eingriff)

9. Τέλος, προβαίνει σε μία ενδιαφέρουσα παραδοχή, ότι ενδεχόμενες παρενέργειες σε πολύ μικρό αριθμό εμβολιασμένων είναι συνταγματικά ανεκτές, «…ανεξαρτήτως του ότι, ενδεχομένως και κατά τις περιστάσεις, δύναται να συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των παθόντων από τις παρενέργειες αυτές για ζημία προκληθείσα όχι από παράνομη αλλά από νόμιμη ενέργεια του Δημοσίου». Το Δικαστήριο σε επάλληλη κρίση του φαίνεται να δέχεται περίπτωση αποζημίωσης ή/και χρηματικής ικανοποίησης πέρα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, που απαιτεί παράνομη πράξη, οργάνων του Δημοσίου σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας ή/και ηθικής βλάβης από νόμιμη ενέργεια του Δημοσίου (enteignender Eingriff). Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε, ότι τέτοια κρατική υποχρέωση μπορεί να συντρέξει στην περίπτωση που δεν υφίσταται αστική ευθύνη των παραγωγών το εμβόλιο φαρμακευτικών εταιριών. Το θέμα αυτό μένει ανοικτό σε περαιτέρω θεωρητική συζήτηση και, ενδεχόμενα, νομολογιακή αντιμετώπιση.

Γενική αξιολόγηση της απόφασης

Η απόφαση, πέραν από τις αδυναμίες της όσον αφορά ζητήματα δογματικής και γενικής θεωρίας της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν εκτενέστερα πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, και κάποιων ζητημάτων που άφησε ανοικτά, ίσως γιατί δεν προσφέρονταν λόγω της υποθέσεως, θα πρέπει να χαιρετισθεί ως προς το αποτέλεσμά της. Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Αποτελεί τον ορισμό της υλοποίησης εκ μέρους του Κράτους του καθήκοντός του να προστατέψει τα συνταγματικά θεμελιώδη δικαιώματα στην ζωή και την υγεία, προβαίνοντας σε ιατρικές παρεμβάσεις που το ίδιο το Σύνταγμα υπό προϋποθέσεις τού επιτρέπει. Μπορεί να εκτιμάται ως πατερναλιστική και μη φιλελεύθερη μία τέτοια αντίληψη, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε και η έννομη τάξη και διά των τριών κρατικών εξουσιών, εν τέλει διά του ΣτΕ ως του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της χώρας, αναγνωρίζει ότι τα δικαιώματα στην ζωή και την υγεία αποτελούν τις βιοτικές βάσεις για την άσκηση και απόλαυση όλων των υπολοίπων θεμελιωδών δικαιωμάτων και χρήζουν ιδιαίτερης κρατικής προστασίας. Κι αν είναι αμφισβητούμενη και παρ’ ημίν αλλά και συγκριτικά διεθνώς η συνταγματικότητα της κρατικής προστασίας του ατόμου από τον εαυτό του λόγω αδιαφορίας, αμέλειας, απερισκεψίας, προλήψεων, προκαταλήψεων, ανορθολογισμού ή και μικρόνοιας του ατόμου, η οποία (κρατική προστασία) συγκρούεται με τον ατομικό αυτοκαθορισμό σε όλα τα παραπάνω, δεν επιτρέπεται το καθήκον αυτό να αμφισβητείται συνταγματικά για την προστασία των τρίτων ειδικότερα σε καθεστώς πανδημίας, όταν μιλάμε για την προστασία της υγείας και της ζωής χιλιάδων ή εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων σε όλη την υφήλιο.

Η απόφαση αυτή αποτελεί την απάντηση σε όσους διακατεχόμενους είτε από απερισκεψία είτε από σκόπιμη άγνοια, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες, ανορθολογισμό και συνωμοσιολογία αρνούνται να δουν την πραγματικότητα και να προστατέψουν τον εαυτό τους αλλά και τους γύρω τους. Από την άλλη απευθύνεται και προς το Κράτος, το οποίο δεν αρκεί μόνο να προστατέψει τα πρόσωπα από τις μεταδοτικές ασθένειες και τους ιούς αλλά θα πρέπει με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο να τα ενημερώσει για τις προληπτικές ενέργειες του κάθε εμβολίου αλλά και τις ενδεχόμενες παρενέργειες. Το κοινωνικό κράτος δικαίου (πρβλ. άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α΄ Σ) πρέπει να ενεργεί, πάντα μέσα στο πλαίσιό του ως τέτοιο (κοινωνικό και Δικαίου), και ως Κράτος πρόληψης (πρβλ. και άρθρα 25 παρ. 2 και 4 Σ).


Υποσημειώσεις:

[1] Πρβλ. σχετικά Χ. Τσιλιώτης, Η επίλυση της σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω της επίλυσης του καθήκοντος προστασίας τους, σε: ΔτΑ 2016, σελ. 55 επ.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Ο κόσμος μετά τον Covid-19

Με τη συμμετοχή νομικών, ακαδημαϊκών, καθηγητών, δημοσιογράφων
πραγματοποιήθηκε χθες το απόγευμα η διαδικτυακή εκδήλωση που διοργάνωσε το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου-Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου με θέμα: «Ο κόσμος μετά τον Covid-19».

Περισσότερα

Η αντίδραση της Εκκλησίας στην απαγόρευση προσέλευσης πιστών στα Θεοφάνεια

Με αφορμή την προσέλευση πιστών στους θρησκευτικούς ναούς την ημέρα των Θεοφανείων, ο Δικηγόρος Αθηνών Ιωάννης Κουτσούκος σχολιάζει τη σχέση Ελληνικής Πολιτείας – Εκκλησίας, αλλά και τα παράδοξα που συχνά γεννώνται.

Περισσότερα

Η «παρέκκλιση» από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 15: Αποτελεί τη μόνη διαθέσιμη στάθμιση στη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης;

Μολονότι το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αφορά, κατά κυριολεξία, παρέκκλιση από τις δεσμεύσεις της σύμβασης και όχι θεσμοθέτηση διαδικασίας επιβολής εξαιρετικού status, μοιάζει εντούτοις, προτιμητέα η σύμπλευση με το corpus των κοινών διατάξεων και των περιορισμών που εκάστοτε συντρέχουν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα κληθεί πιθανότατα προσεχώς να αποφανθεί επί μέτρων που λαμβάνονται αυτή την περίοδο στην προσπάθεια ανάσχεσης του επίμονου, πανδημικού κύματος.

Περισσότερα