Η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου υπό όλες τις μορφές του μπορεί να εκκινεί από μια έκτακτη ανάγκη, όπως στην περίπτωση της πανδημίας, δεν επιτρέπεται όμως να λαμβάνει μονιμότερα χαρακτηριστικά μέσω της χρήσης των ιδεολογικοσυμβολικών μηχανισμών εκμαίευσης από το Κράτος της συναίνεσης των πολιτών.

Κατά την περίοδο της πρώτης φάσης της πανδημικής κρίσης και λήψης περιοριστικών μέτρων για την ανάσχεση της διασποράς του κορωνοϊού, αλλά και κατά την παρούσα μεταβατική περίοδο, διαπιστώνεται συρρίκνωση του φυσικού δημόσιου χώρου. Και αυτό γιατί πολλά δικαιώματα περιορίστηκαν ή τελούν σε μια κατάσταση περιστολής της κανονιστικής τους εμβέλειας.

Αναφερόμαστε μεταξύ άλλων στην προσωπική ελευθερία και την ελευθερία της μετακίνησης, στα δικαιώματα ομαδικής δράσης, όπως η ελευθερία της συνάθροισης και των ειδικότερων μορφών της, αλλά και γενικότερα στην ελευθερία δράσης και πράξης του ατόμου, στην ελευθερία δηλαδή αυτοκαθορισμού του. Δικαιώματα που είναι απαραίτητα για τη συγκρότηση του δημόσιου χώρου και της δημόσιας σφαίρας.

Η θεσμική μορφή του δημόσιου χώρου

Μια σημαντική έκφανση του δημόσιου χώρου είναι η θεσμική μορφή του: ο δημόσιος χώρος ως forum όπου διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των αντιπροσώπων του λαού. Η αντιπροσώπευση συνιστά την αναπαράσταση[1] ενός αοράτου όντος (λαός – αντιπροσωπευόμενοι) και ενός ορατού όντος (αντιπρόσωποι). Άλλωστε, η πιο σημαντική και ανυπέρβλητη ποιότητα της αντιπροσωπευτικής/κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έγκειται στην ηθική ανωτερότητα της αναπαράστασης, στο γεγονός δηλαδή ότι είναι το μόνο σύστημα διακυβέρνησης που ενισχύει την υπεύθυνη συζήτηση και τη δημόσια διαβούλευση.

Όπως θα αποδίδονταν από τον Jurgen Habermas: » Η συζήτηση στη Βουλή και μάλιστα με τη φυσική παρουσία των συμμετεχόντων, και τη συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο και ανταλλαγή επιχειρημάτων, δεν μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο μέσο συζήτησης και επικοινωνίας».

Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος του Κοινοβουλίου: Ο περιορισμός των νομοθετικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Βουλής  

 Αυτή η διαλεκτική και συζητητική λειτουργία της Βουλής μπορεί να περιορίστηκε την προηγούμενη περίοδο, αλλά δεν ανεστάλη. Πράγμα που καθιστά τις αιτιάσεις περί εγκαθίδρυσης «ορμπανικού τύπου κοινοβουλευτισμού» εκτός πραγματικότητας. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι ότι κατά το μεταβατικό στάδιο αποκλιμάκωσης των μέτρων συνεχίστηκε η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος του Κοινοβουλίου , όπως και η υιοθέτηση κυβερνητικών πρακτικών που περιορίζουν τις νομοθετικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες του.

Ως προς τις πρώτες, τα δύο τελευταία νομοσχέδια για την εκπαιδευτική και περιβαλλοντική μεταρρύθμιση δεν έτυχαν ευρείας  προνομοθετικής διαβούλευσης και κοινοβουλευτικής συζήτησης, ενώ τίθεται ζήτημα συμβατότητας της επιλεγείσας  διαδικασίας ψήφισης με τις αρχές καλής νομοθέτησης που η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία επαίρεται πως τηρεί: αν και δεν συντρέχει έκτακτη ανάγκη για άμεση ψήφιση των δύο αυτών νομοσχεδίων, καθώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέονται εγγενώς με την πανδημία, οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν παραπέμπουν σε εξαιρετικές κοινοβουλευτικές πρακτικές.

Ως προς τις ελεγκτικές αρμοδιότητες, είναι χαρακτηριστικό ότι η Κυβέρνηση απέφυγε την ουσιαστική συζήτηση και τη μετέφερε εκτός του δημόσιου χώρου ή αρκέστηκε στην αναγγελία μέσω διαγγελμάτων και ως εκ τούτου στην δίχως αντίλογο ψήφισή τους. Στον αντίποδα ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Ε. Φιλίπ ανακοίνωνε τα μέτρα ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης χωρίς να αποφεύγει την βάσανο της κριτικής και του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Αποδεικνύεται συνεπώς ότι έκτακτα μέτρα και κοινοβουλευτική βάσανος δεν είναι ασύμβατες έννοιες και ότι είναι, αντιθέτως, σημαντικό η πανδημία να μην αποτελέσει μέσο ή πρόσχημα για υπέρμετρη ενδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας και «κανονικοποίηση» εξαιρετικών νομοθετικών διαδικασιών.

Οι ελευθερίες συμμετοχής στο δημόσιο χώρο ως αντίβαρα: Η συμβολή της ελευθεροτυπίας  

Αντίβαρα της συρρίκνωσης του φυσικού δημόσιου χώρου είναι ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου και γενικότερα εκείνες οι ελευθερίες που επιτρέπουν την συμμετοχή στον δημόσιο χώρο. Αν δημοκρατικό ελάχιστο είναι η ελευθερία της έκφρασης και η καθολικότητα της ψήφου, τότε μέτρο και αλάνθαστο σήμα μιας πολυφωνικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας αποτελούν οι εγγυήσεις της ελευθερίας του Τύπου.

O Τύπος άλλωστε δεν εξαλείφει την διάκριση του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου, αλλά συμβάλλει μέσω της ελεγκτικής του διάστασης στην αλληλεπίδραση αυτών. Και αυτό γιατί ο Τύπος εξασφαλίζει τον έλεγχο της κρατικής εξουσίας, την περιφρούρηση της αρχής της δημοσιότητας, ως όρο της πολιτικής διαφάνειας των πράξεων της διοίκησης.  Χωρίς ελευθεροτυπία συρρικνώνεται ο χώρος έκφρασης όλων των ελευθεριών και δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συμμετοχή στη πολιτική ζωής της χώρας. Ο δημόσιος χώρος, συρρικνώνεται σε ένα πεδίο ελεγχόμενο από ένα κρατικό γνωμοδιαμορφωτικό μονοπώλιο.

Αυτή είναι άλλωστε η λειτουργία της θεσμικής εγγύησης, της πλουραλιστικής και με ίσους όρους ενημέρωσης, που δίνει τη δυνατότητα της αντικειμενικής διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και μετατρέπεται σε θεμελιώδη δημόσια λειτουργία.

Η έκφραση καλόπιστης κριτικής στα κυβερνητικά πεπραγμένα κατά την πανδημία δοκιμάστηκε διπλά: αφενός από υπερβολική αυτοσυγκράτηση ενόψει του υγειονομικού κινδύνου και την ανάγκη κοινωνικής συνοχής και από την άλλη από διάθεση “κριτικής για την (αντιπολιτευτική) κριτική”. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η υιοθέτηση πρακτικών λογοκρισίας τύπου Ουγγαρίας και της Ρουμανίας, όπου με την επίκληση του ελέγχου της αξιοπιστίας του περιεχόμενου της πληροφορίας σχετιζόμενη με τα υγειονομικά μέτρα των Κυβερνήσεων και την υγειονομική κατάσταση, ποινικοποιείται η αντίθετη άποψη.

Η δράση του πολίτη στον ψηφιακό δημόσιο χώρο

Στην περίπτωση που ο πολίτης δεν διαθέτει χώρο δράσης στον φυσικό δημόσιο χώρο, ούτε ελέγχει ουσιαστικά την πολιτική εξουσία, συχνά καταφεύγει στην δράση εντός ενός υποκατάστατου δημόσιου χώρου: του ψηφιακού. Στην περίπτωση της χώρας μας το ψηφιακό forum των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μέσω της έντονης κριτικής που ασκήθηκε σε πτυχές του κυβερνητικού έργου, συνέβαλε στη  ανατροπή κυβερνητικών αποφάσεων (βλ. voucher).

Το προηγούμενο με την υπόθεση της Cambridge Analytica, αλλά και του Brexit θέτουν ζητήματα περιορισμού και ρύθμισης του ψηφιακού δημόσιου χώρου, κυρίως με το επιχείρημα της μη διάδοσης ψευδών ειδήσεων κατά την περίοδο της πανδημίας. Κρίσιμο, ωστόσο, όσο και δύσκολο δικαιοπολιτικό ζήτημα είναι το σχετικό με τα άκρα όρια αυτού του περιορισμού, ώστε να μην οδηγεί σε φαινόμενα αδικαιολόγητου και αθέμιτου περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης στο διαδίκτυο.

Η σημασία της σχέσης με τους θεσμούς και τους άλλους

Η συρρίκνωση του δημόσιου χώρου υπό όλες τις μορφές του μπορεί να εκκινεί από μια έκτακτη ανάγκη, όπως στην περίπτωση της πανδημίας, δεν επιτρέπεται όμως να λαμβάνει μονιμότερα χαρακτηριστικά, μέσω της χρήσης των ιδεολογικοσυμβολικών μηχανισμών εκμαίευσης από το Κράτος της συναίνεσης των πολιτών.  Η ιδέα της ατομικής ευθύνης, που αποτελεί σύμφυτο στοιχείο της έννοιας του πολίτη, δεν είναι δημοκρατικά αποδεκτό να οδηγεί σε πλήρη εκχώρηση της ελευθερίας του και σε θυσία της αυτονομίας του υπό το βάρος του φόβου.

Αυτή πάντως η αντίληψη για την σχέση μας με τους άλλους, για την σχέση μας με τους θεσμούς και κυρίως για την θέση μας στον δημόσιο χώρο, η civisme [2]που λένε οι Γάλλοι, δεν ορίζεται ούτε αξιώνεται νομικά -είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει σε κάθε πολίτη. Αλλά, ακόμα κι έτσι, αποτελεί βασική προϋπόθεση διατήρησης του δημόσιου χώρου.


Υποσημειώσεις:

[1] Άλκης Δερβιτσιώτης ,Η αντιπροσωπευτική αρχή στο Σύνταγμα του 1864, , Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου 1-2/2015.

[2] Κώστας Μποτόπουλος, Κορωνοϊός και Έκτακτη ανάγκη σε syntagmawatch.gr

Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέλος του εργαστηρίου του Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;