Η «παρέκκλιση» από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 15: Αποτελεί τη μόνη διαθέσιμη στάθμιση στη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης;

Μολονότι το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αφορά, κατά κυριολεξία, παρέκκλιση από τις δεσμεύσεις της σύμβασης και όχι θεσμοθέτηση διαδικασίας επιβολής εξαιρετικού status, μοιάζει εντούτοις, προτιμητέα η σύμπλευση με το corpus των κοινών διατάξεων και των περιορισμών που εκάστοτε συντρέχουν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα κληθεί πιθανότατα προσεχώς να αποφανθεί επί μέτρων που λαμβάνονται αυτή την περίοδο στην προσπάθεια ανάσχεσης του επίμονου, πανδημικού κύματος.

Η νέα πανδημική πραγματικότητα και τα δεδομένα που αυτή διαμόρφωσε συνεχίζουν να θέτουν σε δοκιμασία τις κεκτημένες σταθερές της βιοτικής συνθήκης – της νομικής τάξης προφανώς, μη  εξαιρουμένης -. Η σώρευση περιορισμών σε σημαντικό αριθμό δικαιωμάτων αποτελεί μια εν εξελίξει τέτοια δοκιμασία. Κυρίως, επειδή εγγράφεται από τις πρώτες εβδομάδες κιόλας, στον ευρύτερο, επιχειρησιακό σχεδιασμό των κυβερνήσεων, με στόχο την επείγουσα ανάσχεση της μολυσματικής διασποράς του ιού στον πλανήτη.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι αντοχές των δικαιοκρατικών συστημάτων κρίνονται από την πλαστικότητα των κανόνων δικαίου, ιδίως δε, από τον τρόπο που οι τελευταίοι στο πλαίσιο της αρχής της προβλεψιμότητας, κατορθώνουν να ενσωματώσουν την εξαιρετικότητα. Ένας εύστοχος, αρκούντως πραγματιστικός ορισμός της «παρέκκλισης» – κοινός άλλωστε, τόπος σε υπερεθνικά συμβατικά κείμενα -,την περιγράφει ως «ορθολογική απάντηση στην αβεβαιότητα που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να εξασφαλίσουν χρόνο (“buy time”) και νομικά περιθώρια (“legal breathing”) προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις διά της επιβολής προσωρινών περιορισμών σε ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και να διαμορφώσουν τις θέσεις τους σε σχέση με το εκλογικό σώμα, τη δικαιοσύνη και ομάδες διαφορετικών συμφερόντων. Παράλληλα δημιουργούν σ’ αυτά τα ακροατήρια την πεποίθηση ότι οι αποκλίσεις έχουν χαρακτήρα προσωρινό και νόμιμο».[1] 

(Ι) Η «παρέκκλιση» από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ κατά το άρθρο 15 : ultimum refugium για τη διαχείριση κρίσεων;

Ασφαλώς, η σχετική συζήτηση αφορά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ), καθώς επίσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ), δικαιοδοτικό μηχανισμό υψηλής επιδραστικότητας ούτως ή άλλως, στη διαμόρφωση νομολογιακών τάσεων ως προς την εμπέδωση του κανονιστικού περιεχομένου των δικαιωμάτων. Η ίδια η σύμβαση περιλαμβάνει διάταξη – το άρθρο 15 -, όπου τίθενται οι περιοριστικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες και μόνο, νοείται απόκλιση των κρατών-μελών από μέρος των ρυθμίσεων της σύμβασης.[2]

Στην προσπάθεια αντιμετώπισης της υπό συζήτηση υγειονομικής κρίσης, δέκα κράτη-μέλη[3] μέχρι σήμερα, έχουν κάνει χρήση της δυνατότητας εξαίρεσης από τις δεσμεύσεις της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, κατά περιεχόμενο του άρθρου 15 παρ. 1 της Σύμβασης:

«Εν περιπτώσει πολέμου ή ετέρου δημοσίου κινδύνου απειλούντος την ζωήν του έθνους, έκαστον υψηλόν συμβαλλόμενον μέρος δύναται να λάβη μέτρα κατά παράβασιν των υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπομένων υποχρεώσεων, εν τω απαιτουμένω υπό της καταστάσεως απολύτως αναγκαίω ορίω και υπό τον όρον όπως τα μέτρα ταύτα μη αντιτίθενται εις τας άλλας υποχρεώσεις τας απορρεούσας εκ του διεθνούς δικαίου».

Ο καταιγιστικός ρυθμός μετάδοσης του φονικού ιού SARS-CoV-2 και η ταξινόμηση του επιδημικού γεγονότος από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας[4], ήδη από 11 Μαρτίου 2020, στην κατηγορία της πανδημίας διευκολύνει καταρχάς, την αντιστοίχιση της τελευταίας με την έννοια του «δημοσίου κινδύνου απειλούντος την ζωήν του έθνους». Ως προς τις νομικοτεχνικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας υπαγωγής[5], σημειωτέα επιγραμματικώς τα ακόλουθα:   

(α) η δυνατότητα απόκλισης δεν αφορά προφανώς, δικαιώματα απόλυτης και για τον λόγο αυτό, αδιαπραγμάτευτης αξίας (άρθρο 15 παρ. 2): το δικαίωμα στη ζωή (άρθρο 2), την απαγόρευση των βασανιστηρίων (άρθρο 3) και της δουλείας (άρθρο 4 παρ. 1), καθώς επίσης και την παραβίαση της αρχής nullum crimen, nulla poena, sine lege (άρθρο 7).

(β) η αρχή της αναλογικότητας εξακολουθεί να αποτελεί κριτήριο ελέγχου της απόφασης περί λήψης μέτρων κατά παρέκκλιση της ΕΣΔΑ (άρθρο 15 παρ. 1). Επισημαίνεται μάλιστα, ότι η διατύπωση της διάταξης εστιάζει στο «απολύτως αναγκαίο όριο» (άρθρο 15 παρ. 1).

(γ) τα επίμαχα μέτρα ομοίως, δεν πρέπει να προσκρούουν σε λοιπές υποχρεώσεις που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο (άρθρο 15 παρ. 1).

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, η σύμβαση προβλέπει την υποχρέωση του κράτους – μέλους για παροχή πλήρους ενημέρωσης προς τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ως προς τα εξής: (α) το είδος των ληφθέντων μέτρων, (β) τους ειδικούς λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη τους και (γ) το ακριβές χρονικό σημείο λήξης της ισχύος τους και επαναφοράς στο καθεστώς πλήρους δεσμευτικότητας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (άρθρο 15 παρ. 3). Μολονότι στο άρθρο 15 δεν προβλέπονται συνέπειες, στην περίπτωση παράλειψης της προβλεπόμενης διαδικασίας, είναι εντούτοις αυταπόδεικτη η σημασία και η αξία της. Αφορά κυρίως, τη διαφάνεια και την έμφαση στην εξαιρετικότητα των μέτρων: το Συμβούλιο της Ευρώπης εξακολουθεί να επαγρυπνά για την αποτροπή καταχρήσεων και ευκαιριακής ή προσχηματικής επίκλησης λόγων απόκλισης.

Είναι γεγονός ότι τα κράτη – μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την αξιολόγηση των πραγματικών συνθηκών που συνιστούν «δημόσιο κίνδυνο, εν είδει απειλής για τη ζωή του έθνους». Μολονότι μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει ανάλογο προηγούμενο παρέκκλισης ειδικά για λόγους δημόσιας υγείας[6], είναι φανερό ότι από τον ενδεχόμενο δικαιοδοτικό έλεγχο του δικαστηρίου, στο μέλλον, δε θα εξαιρεθούν τα άκρα όρια της κυριαρχικής εκτίμησης του κράτους – μέλους. Σε διαφορετική περίπτωση, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος απεμπόλησης του ρόλου του δικαστηρίου και διολίσθησης της κρίσης περί της συνδρομής των όρων του άρθρου 15 σε αμιγώς πολιτική θέση[7] – γεγονός που σε κάθε περίπτωση, αφίσταται των καταστατικών στόχων του Συμβουλίου της Ευρώπης -. 

(ΙΙ) Είναι πράγματι το άρθρο 15 ΕΣΔΑ μεθοδολογικά η μόνη διαθέσιμη στάθμιση στη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης; 

Το άρθρο 15 ωστόσο, δεν είναι ο μοναδικός τρόπος περιορισμός του κανονιστικού εύρους των δικαιωμάτων της σύμβασης. Πλην των απόλυτων δικαιωμάτων[8], τα λοιπά υπόκεινται σε περιορισμούς, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο σώμα των οικείων διατάξεων. Συνεπώς, η δυνατότητα περιστολής του δικαιώματος, υπό εξαιρετικές συνθήκες, μπορεί να γίνει και για τους λόγους που προβλέπονται ήδη κατ’ άρθρο στη σύμβαση. Ενδεικτικά, η προστασία στην ιδιωτικότητα συναντά τα όριά της, όταν ο έτερος όρος στάθμισης αφορά «την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων»[9].

Στην τρέχουσα, νομολογιακή πρακτική του μάλιστα, το ΕΔΔΑ είναι μεθοδολογικά απολύτως εξοικειωμένο με ανάλογες σταθμίσεις και εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, υπό προϋποθέσεις που συνδέονται με την κανονιστική πρόβλεψη του λόγου απόκλισης και το απολύτως αναγκαίο μέτρο του, όπως αυτό προσδιορίζεται, στο πλαίσιο της δημοκρατικής κοινωνίας.

Κατά συνέπεια, θα δικαιούνταν κανείς να υποθέσει ότι το άρθρο 15 προορίζεται για περιπτώσεις, όπου ο κλασικός κατάλογος των σχετικών δικαιωμάτων, με τους οικείους κατ’ άρθρο περιορισμούς, αναδεικνύεται ανεπαρκής για την αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης. Στον συλλογισμό αυτό λανθάνει ωστόσο, διαβάθμιση της αξιολόγησης του εξαιρετικού συμβάντος. Όπερ, ο προβληματισμός επιμένει: το άρθρο 15 στεγάζει τις περιπτώσεις του «υπερ-επείγοντος» – ένα είδος εξαίρεσης νοούμενης αποκλειστικά μεταξύ του πολεμικού γεγονότος και του καθολικού δημοσίου κινδύνου ως απειλής για τη ζωή του έθνους -;. Εξαιρουμένου  ίσως του πολέμου, δύσκολα θα υπάρξει πειστική αιτιολογία για τους λόγους, οι οποίοι σε σχέση με τα λοιπά γεγονότα, καθιστούν αναγκαία την ενεργοποίηση του άρθρου 15, αντί των κλασικών, μεθοδολογικών εργαλείων. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η ιεράρχηση της εξαιρετικότητας μοιάζει αν όχι με λογική αντίφαση, τότε οπωσδήποτε με διανοητική ακροβασία, στερούμενη πάντως πρακτικής αξίας ως προς τη νομική αποτίμηση του υπό κρίση γεγονότος.

Ειδικότερα, σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις, όπου η προστασία της υγείας προβλέπεται ρητά ως δυνητικός λόγος περιορισμού επιμέρους δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ[10], η επιχειρηματολογία υπέρ του 15 προς αντιμετώπιση της εν εξελίξει πανδημίας, εμφανίζεται ακόμα πιο ασθενής. Παραμένει δηλαδή, ασαφής η προστιθέμενη αξία ή ακόμη και η αναγκαιότητα του άρθρου 15, όταν ήδη το υπό συζήτηση δικαίωμα είναι για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεκτικό περιορισμού εκ της καταστατικής του διατύπωσης. Στο σημείο αυτό, θα έχει θα έχει ενδιαφέρον εκ μέρους των κρατών – μελών, η παράθεση ενώπιον του δικαστηρίου, των λόγων που οδήγησαν στην επιλογή και αξιοποίηση του άρθρου 15 ως επιχειρησιακώς πιο αξιόπιστης δικαιοπολιτικής επιλογής[11]      

Οι επιφυλάξεις αυτές ωστόσο, δεν είναι αναντίρρητες. Και ο αντίλογος συνοψίζεται στην εξής θέση: η επίσημη συνομολόγηση της κατάστασης ανάγκης διαμορφώνει ευκρινέστερο πλαίσιο διαχείρισης των μεταβατικών περιορισμών.[12] Υπενθυμίζει ότι πρόκειται για περιορισμούς που επιβάλλονται στα δικαιώματα ενόψει των εξαιρετικών συνθηκών και συνδέονται αποκλειστικά με αυτές. Κατά λογική ακολουθία, αυτό συνεπάγεται την υποχρέωση άμεσης άρσης τους, μόλις παρέλθει η έκτακτη συνθήκη, ως παράγωγα της οποίας προέκυψαν. Συνεπώς, κατά την ίδια πάντα άποψη, η a priori, ρηματική αναγνώριση της έκτακτης συνθήκης, με παραπομπή στο ειδικό νομικό πλαίσιο της σύμβασης, εγκιβωτίζει τα έκτακτα πραγματικά περιστατικά, στην επαρκέστερα χαρτογραφημένη περιοχή του άρθρου 15.[13] Ο de jure δηλαδή, προσδιορισμός της κατάστασης έκτακτης ανάγκης προφυλάσσει από τον κίνδυνο της de facto παράτασης αποσπασματικών περιορισμών που επιβλήθηκαν μεν με αφορμή ή αιτία τον υπαρκτό κίνδυνο, στην πορεία ωστόσο, παγιώθηκαν λόγω της απροθυμίας των κυβερνώντων να τους άρουν. Στο σημείο αυτό, επανέρχεται ο φόβος επαλήθευσης της εμπειρικής νομοτέλειας που διαβλέπει στο «προσωρινό» μια τεχνηέντως λανθάνουσα και συγκαλυμμένη εκδοχή του «μόνιμου».[14] Άλλως, την υποκρυπτόμενη διαχρονική παρέλκυση της εξουσίας να άρει, ακόμη και όταν πια έχει παρέλθει η συγκυρία που τους προκάλεσε, ήδη εγκαθιδρυμένους περιορισμούς.[15]      

Αντί συμπεράσματος

Τους πραγματικούς όρους του ζητήματος θέτει ωστόσο, ο Carl Schmitt διά του περιώνυμου ορισμού του περί κυριαρχίας. Κατά τον Schmitt, «κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης».[16] Η ευρεία και εν πολλοίς, ανέλεγκτη εξουσία του «κυρίαρχου», στο πλαίσιο μιας δεδομένης κατάστασης ανάγκης, επαναφέρει πιεστικούς προβληματισμούς και αναδεικνύει προφανείς αντιφάσεις σε σχέση με τα όρια και τις αρχές του κράτους δικαίου.

Συνοπτικά, ακριβώς αυτή η επισήμανση νομιμοποιεί τις επί της αρχής επιφυλάξεις σε πολιτικές επιλογές που συνδέονται με την επιβολή της κατάστασης ανάγκης ως τρόπου αντιμετώπισης εξαιρετικών και ανατρεπτικών συμβάντων. Μολονότι το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ αφορά κατά κυριολεξία, παρέκκλιση από τις δεσμεύσεις της σύμβασης και όχι θεσμοθέτηση διαδικασίας επιβολής εξαιρετικού status, μοιάζει εντούτοις, προτιμητέα η σύμπλευση με το corpus των κοινών διατάξεων και των περιορισμών που εκάστοτε συντρέχουν.[17] Το ΕΔΔΑ, όπως ήδη επισημάνθηκε, θα κληθεί πιθανότατα, προσεχώς να αποφανθεί επί μέτρων που λαμβάνονται αυτή την περίοδο, στην προσπάθεια ανάσχεσης του επίμονου, πανδημικού κύματος. Είναι εξίσου πιθανό ότι προκειμένου για τις χώρες που επέλεξαν να παρεκκλίνουν των συμβατικών τους δεσμεύσεων κατ’ επίκληση του άρθρου 15, το δικαστήριο θα αξιοποιήσει τα προαναφερόμενα μεθοδολογικά εργαλεία. Σε κάθε περίπτωση, διαρκές ζητούμενο παραμένει η επικράτηση των αρχών του κράτους δικαίου. Ή με άλλα λόγια, η αποτροπή ασύμμετρων εκπτώσεων και ο ρεαλισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων, με μόνο όριο την κρισιμότητα της υγειονομικής συνθήκης.


* Το περιεχόμενο του παρόντος σημειώματος είναι επικαιροποιημένο μέχρι και την 28η.09.2020.

Υποσημειώσεις:

[1] HAFNER–BURTON (E.M.), HELFER (L.R.) and FARISS (C.J.), “Emergency and Escape: Explaining Derogations from Human Rights Treaties”, International Organization, 2011, vol. 65, σελ. 673-707 – ιδίως, σελ. 680 -. Βλ. επίσης, LEBERT (A.), “Covid-19 pandemic and derogation to human rights”, Journal of Law and Biosciences, 2020, σελ. 1-15 – κυρίως, σελ. 7 επ. · – διαθέσιμο in https://academic.oup.com/jlb/article/7/1/lsaa015/5828398 -.

[2] Για τη γενική θεώρηση του ζητήματος βλ. από την περιορισμένη, εγχώρια βιβλιογραφία κυρίως, ΝΑΣΚΟΥ – ΠΕΡΡΑΚΗ (Π.), Το άρθρο 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διδακτορική διατριβή, Νομική Σχολή Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, 1984. 

[3] Πρόκειται για την Αλβανία, Αρμενία, Βόρεια Μακεδονία, Γεωργία, Εσθονία, Λιθουανία, Μολδαβία, Ρουμανία, Σαν Μαρίνο, Σερβία. Βλ. αναλυτικά in https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list/-/conventions/webContent/62111354.

[4]https://www.who.int/docs/default-source/coronaviruse/transcripts/who-audio-emergencies-coronavirus-press-conference-full-and-final-11mar2020.pdf?sfvrsn=cb432bb3_2

[5] Βλ. σχετικά, ΤΣΑΤΣΟΣ (Α.), «Το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ στη σκιά του Covid-19: κορωνοϊός και παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης – Μια πρώτη προσέγγιση», SSRN Electronic Journal, June 2020 – διαθέσιμο in https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3638402 -. Επίσης, McBRIDE (J.), “Covid-19 and the European Convention on Human Rights”, ECHR BLOG, 27 March 2020 – διαθέσιμο in http://echrblog.blogspot.com/2020/03/an-analysis-of-covid-19-responses-and.html -.

[6] Περί της έννοιας του «δημόσιου κινδύνου» ωστόσο, βλ. ΕΔΔΑ, Lawless v. Ireland, 01.07.1961, όπου η έννοια του «δημόσιου κινδύνου» αντιστοιχεί κατά το δικαστήριο σε μία «εξαιρετική κατάσταση κρίσης ή ανάγκης, η οποία επηρεάζει τον πληθυσμό εν συνόλω, ενώ συνιστά απειλή για την οργανωμένη ζωή της κοινότητας ως βασικού συστατικού του κράτους» (παρ. 28).

[7] ΤΣΑΤΣΟΣ (Α.), «Το άρθρο 15 της ΕΣΔΑ στη σκιά του Covid-19: κορωνοϊός και παρέκκλιση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης – Μια πρώτη προσέγγιση», … , op.cit., υποσ. 5.

[8] Op.cit., στην προηγούμενη ενότητα.

[9] Άρθρο 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ: «Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων».  Βλ. σχετικές παρατηρήσεις in DZEHTSIAROU (K.), “Covid-19 and the European Convention of Human Rights”, Strasbourg Observers, 27 March 2020 – διαθέσιμο in https://strasbourgobservers.com/2020/03/27/covid-19-and-the-european-convention-on-human-rights/ -.

[10] Βλ. συγκεκριμένα, τα δικαιώματα που αφορούν την ελευθερία της μετακίνησης (άρθρο 2 παρ. 3), την ιδιωτικότητα (άρθρο 8 παρ. 2), την ελευθερία εκδήλωσης θρησκευτικών πεποιθήσεων (άρθρο 9 παρ. 2) ή την ελευθερία της έκφρασης εν γένει (άρθρο 10 παρ. 2), όπως επίσης και την ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 14 παρ. 2).

[11] SIATISTA (I) – KOUVAKOS (I), «Indiscriminate Covid-19 location tracking (Part II) – Can pandemic related derogations be an opportunity to circumvent Strasbourg’s scrutiny?”, Strasbourg Observers – διαθέσιμο in https://strasbourgobservers.com/2020/05/05/indiscriminate-covid-19-location-tracking-part-ii-can-pandemic-related-derogations-be-an-opportunity-to-circumvent-strasbourgs-scrutiny/. Βλ. επίσης, MOLLOY (S.), “Covid-19 and Derogations before the European Court of Human Rights”, Verfassungsblog, 10 April 2020 – διαθέσιμο in https://verfassungsblog.de/covid-19-and-derogations-before-the-european-court-of-human-rights/.   

[12] Βλ. κυρίως, τους προβληματισμούς του Alan GREENE in “States should declare a state of emergency using article 15 ECHR to confront the coronavirus pandemic”, Strasbourg Observers, 1 April 2020 – διαθέσιμο in https://strasbourgobservers.com/2020/04/01/states-should-declare-a-state-of-emergency-using-article-15-echr-to-confront-the-coronavirus-pandemic/ -.

[13] Ο Greene – op. cit., στην προηγούμενη υποσημείωση -, καταλήγει ως εξής: “… draconian measures taken in response to a crisis are no less dangerous simply because they are not expressly labelled as emergency powers or are taken under the assumption that they are compatible with the ordinary requirements of human rights law. If anything, these measures are more dangerous as they are not expressly quarantined to exceptional situations.

[14] Πρβλ. «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού».

[15] Βλ. ενδεικτικά GRAY (J.), “Why this crisis is a turning point in history”, New Statesman, 1 April 2020 – διαθέσιμο in https://www.newstatesman.com/international/2020/04/why-crisis-turning-point-history -, HALPERN (S.), “How can we track Covid-19 and protect privacy at the same time?”, The New Yorker, 27 April 2020 – διαθέσιμο in https://www.newyorker.com/tech/annals-of-technology/can-we-track-covid-19-and-protect-privacy-at-the-same-time -, Harari (Y.-N.), “The world after coronavirus”, Financial Times, 20 March 2020 – διαθέσιμο in https://www.ft.com/content/19d90308-6858-11ea-a3c9-1fe6fedcca75 -.

[16] Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία, 1922. Σε πρόσφατη ελληνική έκδοση: Αθήνα, Κουκκίδα, μτφρ. Παναγιώτης Κονδύλης, 2016

[17] MARINIELLO (T.), “Prolonged emergency and derogation of human rights: Why the European Court should raise its immunity system”, German Law Review, 2019, vol. 20, σελ. 46 επ. – βλ. κυρίως, 67 επ. -· διαθέσιμο, επίσης in https://www.cambridge.org/core/services/aop-cambridge-core/content/view/B1492F20A3F8C754B93B8DB8545ECBFB/S2071832219000038a.pdf/prolonged_emergency_and_derogation_of_human_rights_why_the_european_court_should_raise_its_immunity_system.pdf.

Dr Αικατερίνα Π​ΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Δικηγόρος, Μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών​

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πανδημία και Σύνταγμα

Οι θεμελιώδεις αρχές και αξίες του Συντάγματος δεν αναστέλλονται ούτε υποβαθμίζονται κατά τη διάρκεια της κρίσης. Το κράτος πρόληψης κατοχυρώνεται συνταγματικά και διαθέτει τους αναγκαίους μηχανισμούς που επιτρέπουν στην έννομη τάξη να προσαρμόζεται σε έκτακτες ανάγκες χωρίς να απαιτείται συνταγματική μεταβολή ή παραβίαση του Συντάγματος.

Περισσότερα

Πανδημία και Κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η πανδημία επιδείνωσε τις ασυμμετρίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποκάλυψε την έλλειψη αλληλεγγύης μπροστά σε έναν «εξωτερικό εχθρό», για τον οποίο ουδείς μπορούσε να προσάψει ευθύνη σε επιμέρους εθνικά κράτη, όπως συνέβη με τη δημοσιονομική κρίση πριν από μια δεκαετία.

Περισσότερα

Πανδημία και περιοριστικά μέτρα (Μέρος II): Οι αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να εξυπηρετούν καταρχάς έναν θεμιτό σκοπό και να είναι κατάλληλοι (πρόσφοροι), αναγκαίοι και αναλογικοί υπό στενή έννοια για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ο σκοπός αυτός θα πρέπει να εξυπηρετεί είτε την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων άλλων προσώπων στο πλαίσιο επίλυσης μίας σύγκρουσης δικαιωμάτων είτε άλλα έννομα αγαθά υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

Περισσότερα