«Αθηναίοι» και «Σπαρτιάτες»: Η ασπίδα των δικαιωμάτων τον καιρό της πανδημίας (Μέρος Α΄)

Τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα προσφέρουν τελικά την εγγύηση προστασίας που νομίζαμε; Τα μέτρα του κορωνοϊού φαίνεται να αποτελούν έμπρακτη διάψευση του χαρακτήρα των δικαιωμάτων ως ασπίδας προστασίας μας, ικανής να αποκρούσει την προσβολή τους. Είναι ο φόβος αυτός βάσιμος;

To άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος αρχίζει με την πανηγυρική δήλωση: «Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη». Το άρθρο 9 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη» (εδ. β΄). Αλλά η πανδημία του κορωνοϊού μας έφερε αντιμέτωπους με πρωτοφανείς περιορισμούς της ελευθερίας κίνησης, έτσι ώστε ο περιορισμός να καταστεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ο κανόνας, ενώ και για τη δεύτερη φάση επανεκκίνησης της οικονομίας, η ανησυχία είναι διάχυτη για τους περιορισμούς που ενδέχεται να επιβληθούν στην ιδιωτική ζωή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ιχνηλάτηση των επαφών μας και να προσδιοριστεί ο κύκλος των προσώπων που μπορεί να έχουν προσβληθεί.

Όλα αυτά  έχουν οδηγήσει, όπως είναι φυσικό, στον κλονισμό της βεβαιότητάς μας και της σιγουριάς που νιώθουμε για τα συνταγματικά δικαιώματά μας και την προστασία που μας εξασφαλίζουν απέναντι στο κράτος, την εποχή της στάθμισής τους με το δημόσιο συμφέρον ή με άλλα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σε περίπτωση σύγκρουσής τους.

Τα ατομικά δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα προσφέρουν τελικά την εγγύηση προστασίας που νομίζαμε; Τα μέτρα του κορωνοϊού φαίνεται να αποτελούν έμπρακτη διάψευση του χαρακτήρα των δικαιωμάτων ως ασπίδας προστασίας μας, ικανής να αποκρούσει την προσβολή τους. Είναι ο φόβος αυτός βάσιμος;

Οι «Σπαρτιάτες» των δικαιωμάτων

Απέναντι στην ανασφάλεια και τον σκεπτικισμό αναφορικά με το τι σημαίνει το να έχω ατομικά δικαιώματα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα, κάποιοι αντιδρούν σαν «Σπαρτιάτες» των δικαιωμάτων. Υπερασπίζονται την ασυμβίβαστη νομικοπολιτική θέση για ανυποχώρητη ισχύ και εφαρμογή των δικαιωμάτων. Για αυτούς, η ασπίδα των δικαιωμάτων υπάρχει για να προσφέρει απόλυτη προστασία.

Σαν στρατευμένοι υπερασπιστές στις Θερμοπύλες των δικαιωμάτων, είναι αμετακίνητοι και μαχητικοί απέναντι στους κρατικούς περιορισμούς των ελευθεριών και προτιμούν ακόμη και να ηττηθούν σε μία σύγκρουση για τα δικαιώματα με ένα πολύ ισχυρότερο αντίπαλο, που τα επιβουλεύεται, παρά να αποδεχθούν την κάμψη των αρχών τους και  τη στάθμιση των δικαιωμάτων, με κίνδυνο να κατηγορηθούν ως ριψάσπιδες: «ή ταν ή επί τας».

Οι Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων αφήνουν παρακαταθήκη την εκπλήρωση του αντιεξουσιαστικού χρέους: «Ω ξειν, αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι».

Αλλά οι Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό κίνδυνο. Μπορεί να χάσουν επαφή με την πραγματικότητα, να πάρουν διαζύγιο από τον κοινό νου, με αποτέλεσμα να απομονωθούν σε μια κατά βάθος αντικοινωνική ματιά των πραγμάτων, εγκλωβισμένοι στο δικό τους κλειστό και στεγανό σύστημα αξιών. Εκεί βρίσκουν την ψευδαίσθηση της ασφάλειας σε καιρούς χαλεπούς και αντίξοους για τα  δικαιώματα, απέναντι στις σοβαρές κρίσεις που κάθε τόσο δοκιμάζουν την κοινωνία της διακινδύνευσης, από τη Φουκουσίμα μέχρι τον κορωνοϊό.

Κλεισμένοι λοιπόν στον μικρόκοσμό τους, περιθωριοποιούνται αργά αλλά σταθερά, όπως περιγράφει ο Καβάφης στο ποίημά του «Στα 200 π.χ.»: «Άλλωστε μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής. Α βεβαιότατα ‘πλην Λακεδαιμονίων’. Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται».

Αρμόζει η συμπαθητική κατανόηση για τους Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων και είναι καλό να διαλεγόμαστε μαζί τους χωρίς υπεροψία, με επίγνωση ότι ιστορικά, όταν η δημοκρατία απειλείται, οι ανένδοτοι Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων σπεύδουν στο καθήκον. Η Σπάρτη υπήρξε το πρότυπο του Ρουσσώ και των Ιακωβίνων και ο ιακωβινισμός έχει ασκήσει αξιόλογη επιρροή στη δημοκρατική παράδοση της χώρας μας, με εμβληματική μορφή τον Ρήγα Φεραίο, για αυτό είναι πολλοί οι Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων.

Αλλά η σπαρτιάτικη λογική είναι κάπως αρχαϊκή στη μονολιθική της αντιπαράθεση προς την κρατική εξουσία. Η αντιστασιακή στάση μπορεί να ήταν δικαιολογημένη απέναντι στην υποκρισία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κάτω από το Σύνταγμα του 1952, η οποία διατηρούσε, στο όνομα της «εθνικοφροσύνης», το «Παρασύνταγμα» και τα αντικομμουνιστικά  μέτρα, πολλά χρόνια μετά από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, δεν προσφέρεται όμως για τη σημερινή εποχή, όπου η απειλή της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν προέρχεται από τους προδοτικούς και επίορκους Εφιάλτες.

Στο σημείο αυτό, αξίζει τον κόπο να παραλληλίσει κανείς τη σπαρτιάτικη λογική για τα δικαιώματα με την «ελευθεριακή» (libertarian) άποψη, η οποία κορυφώνεται στη νεωτερικότητα και τονίζει τον έμφυτο, απαράγραπτο χαρακτήρα των δικαιωμάτων. Η ελευθεριακή αντίληψη συμμερίζεται με τους Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων την έντονη αντιεξουσιαστική και ειδικότερα αντικρατική θέση όσων δεν θέλουν το κράτος να «κάθεται στο σβέρκο τους» ή, όπως λέγανε παλιά, «του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει». Αυτή η προσέγγιση έχει απήχηση μεταξύ πολλών από τους οπαδούς του Προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, στον βαθμό που αντιδρούν στην επιβολή της καραντίνας, με το σκεπτικό ότι η λήψη μέτρων προστασίας πρέπει να είναι ζήτημα ατομικής επιλογής και όχι κρατικής απαγόρευσης.

Αλλά οι Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων διαφοροποιούνται ριζικά από την ελευθεριακή άποψη για τα δικαιώματα, επειδή η προσέγγισή τους είναι «ρεπουμπλικανική», που σημαίνει ότι μπορεί να αντιστέκονται σθεναρά στους περιορισμούς της πολιτικής ελευθερίας που επιβάλλει με καταναγκασμό η κρατική εξουσία, αλλά ευνοούν την κρατική παρέμβαση, εάν αποβλέπει στη διαφύλαξη της γενικότητας του νόμου και της αφηρημένης προστασίας των δικαιωμάτων του πολίτη από τον νόμο, με πρόταξη της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, έναντι της οικονομικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας. Αντίθετα, όσοι υιοθετούν την ελευθεριακή άποψη θεωρούν θεμέλιο της ελευθερίας και πρωταρχικό δικαίωμα την ιδιοκτησία.

Στη συζήτηση για τον κορωνοϊό είναι χαρακτηριστική η έμφαση πολλών σχολιαστών στην προστασία του κοινωνικού δικαιώματος στη δημόσια υγεία μέσα από την ενίσχυση του ΕΣΥ, και στην επίταξη των ιδιωτικών κλινικών, χωρίς να τίθεται ζήτημα επικουρικότητας πριν από την επίταξη, δηλαδή μόνο εφόσον δεν επαρκεί το ΕΣΥ για κάλυψη των αναγκών. Έτσι λοιπόν η σπαρτιάτικη ατζέντα έχει επιλεκτική – και ασυνεπή; – στάση απέναντι στα ατομικά δικαιώματα και ενώ, από τη μια πλευρά, αποστρέφεται τον ρόλο του κράτους, από την άλλη, τον επιδιώκει και τον ευνοεί. Αλλά βέβαια, θα αντέτεινε ο κυνικός, η ζωή και η πραγματικότητα είναι γεμάτες αντιφάσεις και ασυνέπειες, γιατί να μην είναι και η πολιτική για τα δικαιώματα;

Οι «Αθηναίοι», ο δήμος και τα δικαιώματα

Πρότυπο της σύγχρονης φιλελεύθερης και δημοκρατικής Πολιτείας δεν είναι, όμως, η Σπάρτη, αλλά η Αθήνα. Ο Λυκούργος και ο Λεωνίδας μπορεί πάντα να εμπνέουν, αλλά «ακολουθούμε» τον Σόλωνα και τον Περικλή. Η σύγχρονη ματιά στο Σύνταγμα και τα δικαιώματα δεν ταυτίζεται με την άκαμπτη και λιτή δωρικότητα των Σπαρτιατών, αλλά με την ευρύτητα πνεύματος και την ανοικτή και απροκατάληπτη οπτική των Αθηναίων, οι οποίοι προκειμένου να σώσουν τον Δήμο, είχαν την τόλμη και τη φαντασία να ερμηνεύσουν τον χρησμό του Μαντείου των Δελφών για «ξύλινα τείχη» και  να προβούν στη σωτήρια στρατηγική επιλογή του πεδίου της μάχης, στη Σαλαμίνα και στη θάλασσα, απέναντι στους πολυάριθμους Μήδους, έστω και αν αυτό άφηνε ακάλυπτη προς στιγμήν την Ακρόπολη.

Σε μια τέτοια αθηναϊκή μάτια των δικαιωμάτων, απέναντι σε ένα μεγάλο και υπέρτερο κίνδυνο, σημασία έχει η σωτηρία του Δήμου, με τη μικρότερη δυνατή θυσία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών μας. Το δίκαιο της Πολιτείας υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο, όχι το αντίστροφο. Δεν ενδιαφέρει μόνο η δημοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων και ο σεβασμός των ελευθεριών, αλλά και η ορθότητα των επιλογών και η αποτελεσματικότητα των αποφάσεων, τηρώντας βέβαια τις δημοκρατικές διαδικασίες και αφήνοντας άθικτα τα δικαιώματα των πολιτών, όσο αυτό είναι εφικτό.

Αν ο πρακτικός λόγος καθιστά κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις αναγκαίο και επιτακτικό τον μερικό και προσωρινό περιορισμό των ελευθεριών, τότε αναπόφευκτα επιβάλλεται η στάθμιση και η επιλογή, ώστε να αποφευχθεί η μεγαλύτερη καταστροφή, το μείζον κακό, δίχως βέβαια να σημαίνει αυτό ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ότι το άτομο μπορεί να γίνει όργανο και εργαλείο στα χέρια του κράτους χωρίς σεβασμό στην αξία του ανθρώπου.    

Επιστήμη και πολιτική

Η θέση ότι το δίκαιο της Πολιτείας υπάρχει για να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο, ότι δηλαδή οι αποφάσεις της Πολιτείας δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά οφείλουν να δίνουν ορθολογικές, λειτουργικές και πρακτικές λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα, διευρύνοντας τους κοινούς τόπους της πολιτικής συναίνεσης, επιβάλλει, πέρα από την πλειοψηφική νομιμοποίηση, και την έλλογη θεμελίωση της απόφασης, με τρόπο δημόσιο, διαφανή και κοινωνικά δίκαιο.

Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζονται κριτήρια ορθότητας της πολιτικής απόφασης, ενόψει της λύσης που αναζητείται για δεδομένο πρόβλημα. Προφανώς, μία απόφαση δεν καθίσταται ορθή, μόνο και μόνο επειδή την υποστηρίζει η πλειοψηφία. Αντίθετα, η πλειοψηφία επιλέγει συγκεκριμένη απόφαση, επειδή κρίνει ότι είναι η ορθή, κάτω από τις περιστάσεις, και ότι προάγει το δημόσιο συμφέρον.

Πολύ συχνά, οι αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας λαμβάνονται σε συνθήκες αβεβαιότητας και εδώ αναδεικνύεται τόσο ο νομιμοποιητικός ρόλος της δημοκρατικής αρχής, μία και η απόφαση υποστηρίζεται από την πλειοψηφία, όσο και η σπουδαιότητα της πολιτικής αξιοπιστίας της κυβέρνησης, η οποία και θα λάβει την δεσμευτική για το πολιτικό σώμα απόφαση.

Αλλά η αθηναϊκή οπτική στα δικαιώματα αναγνωρίζει, ακριβώς, ότι το κράτος δεν είναι ούτε ο κάτοχος αποκλειστικής γνώσης ούτε έχει το αλάθητο έναντι της κοινωνίας. Το κράτος διαλέγεται και αναγνωρίζει τον πρωτοποριακό ρόλο που μπορεί να έχει η ιδιωτική κοινωνία έναντι του κράτους. Η αμφίδρομη σχέση κράτους και κοινωνίας, στην περίπτωση της αντιμετώπισης των κινδύνων για τη δημόσια υγεία από τη διασπορά του κορωνοϊού, εκδηλώνεται ιδίως στη συνεργασία του κράτους με τους φορείς της επιστήμης.  

Η βασική θέση που συνάγεται από τα προηγούμενα αφορά το παράδειγμα του αλαζονικού πολιτικού, ο οποίος επειδή έχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση θεωρεί ότι μπορεί να αγνοεί τη γνώμη των επιστημόνων και ότι νομιμοποιείται να αυτοσχεδιάζει σε πεδία που δεν κατέχει.

Ο πολιτικός δεν χρειάζεται να ξέρει πώς κατασκευάζεται το κινητό τηλέφωνο για να είναι σε θέση να κατανοήσει τη λειτουργία και τις χρήσεις της τεχνολογίας αυτής. Η απόφαση για το πώς θα χρησιμοποιείται από τους πολίτες η συσκευή για να ιχνηλατεί το κράτος τη διασπορά του κορωνοϊού περιορίζεται βέβαια από το τεχνικά δεδομένα, αλλά εντέλει θα πρέπει να κριθεί ενόψει της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής, που ορίζεται «απαραβίαστη» και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών από την ηλεκτρονική επεξεργασία τους. Αλλά και αντίστροφα, αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιούται η πολιτική εξουσία να αγνοεί τα εξωτερικά κριτήρια (επιστημονικής) ορθότητας της πολιτικής επιλογής, τα οποία δεν αναπληρώνονται σε καμία περίπτωση από την αναγκαία δημοκρατική νομιμοποίηση, εφόσον μιλάμε για απόφαση της εκλεγμένης κυβέρνησης σχετικά με το πρακτέο.

Η σπαρτιάτικη λογική για τα δικαιώματα διακρίνεται από σοβαρό έλλειμμα ορθολογισμού στον βαθμό που δεν δέχεται απλώς το καθήκον προστασίας των δικαιωμάτων, ως πρωταρχική συνταγματική επιταγή, γιατί επί της γενικής αυτής αρχής δεν υπάρχει διαφωνία, αλλά επί πλέον είναι στρατευμένη και ταγμένη σε αδιάλλακτη θέση αντιπαλότητας προς το κράτος, το οποίο ταυτίζει με τον εξουσιαστικό και καταναγκαστικό του χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι τα δικαιώματα βασίζονται εντέλει και εξαρτώνται, για τη νομική προστασία τους, από τη δημόσια εξουσία και την άσκηση της κρατικής κυριαρχίας, απέναντι στις κάθε λογής παρακρατικές ή ιδιωτικές εξουσίες, οι οποίες κινούνται έξω από την παράδοση του φιλελεύθερου και δημοκρατικού συνταγματισμού.

Η σπαρτιάτικη λογική για τα δικαιώματα τείνει να υποβαθμίσει δραστικά τον ρόλο του κράτους ως συντονιστή, ρυθμιστή και οργανωτή της δράσης των ατόμων. Αλλά, εν προκειμένω, η κρατική παρέμβαση και η λήψη μέτρων για την αποτροπή της διασποράς του κορωνοϊού μοιάζει μάλλον με την ρύθμιση της κυκλοφορίας στις διασταυρώσεις, από τον τροχονόμο, για να μην επέλθει πλήρης συμφόρηση, παρά με καταδίωξη ενός αυτοκινήτου από περιπολικό της αστυνομίας με σκοπό τη σύλληψη του οδηγού. Προέχει η πρόληψη και η αποτροπή, παρά ο καταναγκασμός και η καταστολή. Δεν υπάρχει μόνο η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Αλλά η επισήμανση αυτή είναι, για τους Σπαρτιάτες των δικαιωμάτων, αρκετή για να σε καταστήσει ύποπτο απολογητή του κράτους και των εξουσιαστικών μηχανισμών του, για να αφήσουμε τις ταξικές μεροληψίες που καταλογίζονται σε μία τέτοια τοποθέτηση.

Η κρατική τυραννία είναι πάντα ένας κίνδυνος εγγενής στην κρατική εξουσία, αλλά δεν χρειάζεται να ταυτίζεται κάθε πολιτειακή δομή και δράση με τη χειρότερη δυνατή εκδοχή. Η ύπαρξη και η διασπορά του ιού όπως και η νόσος που προκαλεί δεν είναι μία κοινωνική κατασκευή. Είναι μία σκληρή πραγματικότητα, την οποία δεν μπορείς εύκολα να αγνοήσεις ή να αντιμετωπίσεις αδιαφορώντας για την επιστήμη, χωρίς βαρύ τίμημα για την αξιοπιστία της πολιτικής.

Γιάννης Α. Τασόπουλος
Καθηγητής δημοσίου δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Οι εκλογές της 7ης Ιουλίου και το Σύνταγμα: Το «ζην επικινδύνως» και η υπέρβασή του

Ο συνδυασμός ισχυρής στρατηγικής προοπτικής και θεσμικής ευελιξίας εξηγεί γιατί το οικοδόμημα του Συντάγματος, μπορεί να συγκλονίστηκε από την βιαιότητα της κρίσης, αλλά τα ιστορικά θεμέλια και ο βασικός θεσμικός σκελετός του άντεξαν. Στην Ελλάδα «το ζην επικινδύνως» δεν ήταν κατά τη διάρκεια της κρίσης υπερβολικό σχήμα λόγου, αλλά δυστυχώς κυριολεξία και πραγματικό υπαρξιακό δράμα.

Περισσότερα

Σύνταγμα και Πανδημία: Η προστασία των προσωπικών δεδομένων (video-podcast)

Στο 5ο Βίντεο του αφιερώματος «Σύνταγμα και Πανδημία» η Φερενίκη Παναγοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, και η Αλκμήνη Φωτιάδου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και Δικηγόρος, συζητούν για τους προβληματισμούς που έχουν εγείρει οι έκτακτες συνθήκες της πανδημίας στο πεδίο της διαχείρισης και προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Περισσότερα

Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα μετά την πανδημία

Η μετάβαση από την επιτήρηση με τους όρους της παραδοσιακής ηλεκτρονικής παρακολούθησης, που αποσκοπεί, τύποις τουλάχιστον, στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, σε μια νέα εποχή όπου η βιομετρική παρακολούθηση θα επιτρέπει τελικά την ανίχνευση των ψυχολογικών αντιδράσεων και του «ενδιάθετου φρονήματος» όλων των πολιτών εν ονόματι της δημόσιας υγείας, θα συνιστούσε μια κοσμοϊστορική μεταβολή.

Περισσότερα