Συνταγματικού χαρακτήρα ζητήματα των γερμανικών βουλευτικών εκλογών

Ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης εξετάζει τα θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα που αναδεικνύονται από τις πρόσφατες γερμανικές βουλευτικές εκλογές.

Εισαγωγή

Οι κοινοβουλευτικές εκλογές στην Γερμανία είναι πλέον παρελθόν. Έδωσαν τα αποτελέσματα που έδωσαν με βάση την κυρίαρχη βούληση του Γερμανικού λαού και η χώρα εισέρχεται τώρα στην επόμενη φάση, που είναι η διαδικασία σχηματισμού της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης (Bundesregierung). Στο παρόν άρθρο δεν θα ασχοληθούμε με τις πολιτικές συνέπειες των εκλογών, τις αιτίες των αποτελεσμάτων τους ή τις πιθανότητες των κομμάτων να σχηματίσουν Κυβέρνηση και να καταλάβουν την  θέση του Καγκελαρίου. Θα μας απασχολήσουν αντίθετα μερικά (τα κυριότερα κατά την γνώμη μου) θεσμικά ζητήματα, συνταγματικού (υπό την ουσιαστική έννοια του όρου) χαρακτήρα που αφορούν σε τρία θέματα: α) Τον τρόπο εκλογής των Βουλευτών του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου (Bundestag) σύμφωνα με το εκλογικό σύστημα της Γερμανίας, β) Την συνταγματική διαδικασία εκλογής του Ομοσπονδιακού Καγκελαρίου (Bundeskanzler) και ανάδειξης της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης και γ) την επιστολική ψήφο ως τρόπο άσκησης του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος.

Η εκλογή των Βουλευτών

Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 εδ. α΄ του Θεμελιώδους Νόμου (ΘΝ) της Βόννης (Grundgesetz), του Συντάγματος της Γερμανίας, οι Βουλευτές εκλέγονται σε γενική, άμεση, ελεύθερη, ίση και μυστική εκλογή[1]. Ο τρόπος της εκλογής, δηλ. το εκλογικό σύστημα, ρυθμίζεται σύμφωνα με την συνταγματική εξουσιοδότηση της παρ. 3 του ιδίου άρθρου από Ομοσπονδιακό νόμο[2] (τον εκλογικό νόμο). Σύμφωνα με το εκλογικό σύστημα που καθορίζεται από τον Ομοσπονδιακό εκλογικό νόμο (Bundeswahlgesetz) και ισχύει από τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές, τόσο σε επίπεδο Ομοσπονδίας (Bund) όσο και σε επίπεδο Κρατιδίων (Länder), και το οποίο με κάποιες επιμέρους τροποποιήσεις και λόγω αποφάσεων του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) έμεινε κατά βάση αναλλοίωτο, οι Βουλευτές εκλέγονται με δύο τρόπους και οι ψηφοφόροι έχουν δύο ψήφους. Με την πρώτη ψήφο (Erst-Stimme) εκλέγονται οι μισοί Βουλευτές σε στενές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες, όπου ισχύει το πλειοψηφικό σύστημα και την έδρα καταλαμβάνει ο υποψήφιος από το κόμμα που πήρε τις περισσότερες ψήφους στην οικεία περιφέρεια (άμεση εντολή – Direktmandat) και με την δεύτερη ψήφο (Zweit-Stimme) εκλέγονται οι υπόλοιποι μισοί σε 16 ευρείες πολυεδρικές περιφέρειες, οι οποίες ταυτίζονται γεωγραφικά με την έκταση ενός εκάστου των 16 κρατιδίων, όπου αναδεικνύονται από λίστα ανάλογα με τον πληθυσμό των περιφερειών με βάση το σύστημα της απλής αναλογικής. Τα ποσοστά των κομμάτων σε ομοσπονδιακό (παγγερμανικό επίπεδο) καθορίζονται με βάση τα αποτελέσματα των κομμάτων στις ευρείες εκλογικές περιφέρειες. Ένας υποψήφιος Βουλευτής μπορεί να είναι υποψήφιος και σε μία στενή μονοεδρική περιφέρεια και σε μία ευρεία πολυεδρική περιφέρεια, εάν όμως εκλεγεί στην μονοεδρική, την θέση του στην λίστα της πολυεδρικής καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών.

Προϋπόθεση για την είσοδο ενός κόμματος στην Βουλή είναι να έχει λάβει τουλάχιστον το 5% των ψήφων σε παγγερμανικό επίπεδο, σύμφωνα με την επίδοσή του στις ευρείες περιφέρειες, ή εναλλακτικά να έχει κερδίσει τουλάχιστον 3 έδρες από τις μονοεδρικές περιφέρειες (Direktmandate). Για τον τελευταίο λόγο το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke) εισέρχεται στην νέα Ομοσπονδιακή Βουλή, αν και έλαβε 4,9 % των ψήφων, λιγότερο δηλ. του 5%, επειδή έλαβε 3 έδρες σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες σε κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας. Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και με το προκάτοχο κόμμα της Die Linke, το Κόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS) στις εκλογές του 1994, όπου είχε λάβει 4 άμεσες έδρες πάλι σε εκλογικές περιφέρειες κρατιδίων της Ανατολικής Γερμανίας.

Λόγω του γνήσιου αναλογικού χαρακτήρα του στις ευρείες περιφέρειες το μικτό εκλογικό σύστημα της Γερμανίας πολύ δύσκολα διευκολύνει την ανάδειξη αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων (μοναδική περίπτωση αυτή των εκλογών του 1957 και παραλίγο στις εκλογές του 1976 και του 1987, σε όλες τις περιπτώσεις με τα χριστιανικά κόμματα). Για τον λόγο αυτόν έχει δημιουργηθεί καθ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο τόσο σε επίπεδο Ομοσπονδίας όσο και σε επίπεδο κρατιδίων μία κουλτούρα συνεργασιών για τον σχηματισμό πολυκομματικών κυβερνήσεων με προοπτική τετραετίας, η οποία κατά κανόνα εξαντλείται, ενώ απευκταία θεωρείται η πρόωρη διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη πρόωρων εκλογών, τοσούτω μάλλον αμέσως μετά τις προηγούμενες εκλογές. Για τον λόγο αυτόν συνεργάζονται κόμματα με μεγάλες ιδεολογικές και προγραμματικές διαφορές, ενώ συνεργάζονται και κόμματα που υπό άλλες συνθήκες δεν θα επιθυμούσαν την συνεργασία (π.χ. οι Σοσιαλδημοκράτες με την ακροαριστερή Die Linke).

Η εκλογή Καγκελαρίου και η διαδικασία ανάδειξης της Κυβέρνησης

Στην Γερμανία το κοινοβουλευτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η Κυβέρνηση πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου, λειτουργεί εν πρώτοις και άμεσα στο πρόσωπο του Ομοσπονδιακού Καγκελαρίου, ο οποίος εκλέγεται σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 1 ΘΝ[3] μετά από πρόταση του Ομοσπονδιακού Προέδρου (Bundespräsident) από την Ομοσπονδιακή Βουλή. Μετά, όμως, τον διορισμό των Υπουργών τυπικά από τον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο κατόπιν δεσμευτικής πρότασης του Καγκελαρίου σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 1 ΘΝ[4] και τον σχηματισμό Κυβέρνησης, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 62 ΘΝ αποτελείται από τον Ομοσπονδιακό Καγκελάριο και τους Ομοσπονδιακούς Υπουργούς (Bundesminister)[5] η εμπιστοσύνη της Βουλής εκφράζεται έμμεσα και προς την Κυβέρνηση.

Το Γερμανικό Σύνταγμα δεν γνωρίζει τον θεσμό των διερευνητικών εντολών, όπως το άρθρο 37 παρ. 2-4 του ελληνικού Συντάγματος και επιπλέον δεν υπάρχει καταρχήν χρονικός περιορισμός προς τον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο να κάνει την πρότασή του, όπως αντίστοιχα με τα τριήμερα σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β΄ του άρθρου 37 του ελληνικού Σ. Επίσης, ο Πρόεδρος δεν είναι υποχρεωμένος να προτείνει καταρχάς τον υποψήφιο Καγκελάριο του πρώτου κόμματος, αλλά πρόσωπο το οποίο αναμένεται να εκλεγεί από την Ομοσπονδιακή Βουλή σε μυστική ψηφοφορία. Για τον λόγο αυτόν δύο φορές μέχρι τώρα προτάθηκε στην Βουλή ως Καγκελάριος ο υποψήφιος του δεύτερου κόμματος, μετά τις εκλογές του 1976 και 1980, όπου προτάθηκε από τους τότε Ομοσπονδιακούς Προέδρους Walter Scheel και Karl Karstens αντίστοιχα ως Ομοσπονδιακός Καγκελάριος ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών Helmut Schmidt, επικεφαλής Κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Φιλελευθέρων παρά το ότι η Ένωση των χριστιανικών κομμάτων Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών είχε έρθει πρώτη, μάλιστα το 1976 με 49% περίπου και λίγες έδρες πριν την αυτοδυναμία. Κατά συνέπεια η πρόταση του Ομοσπονδιακού Προέδρου κατά το άρθρο 63 παρ. 1 ΘΝ είναι τρόπον τινά δεσμευμένη από το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων των κομμάτων και δεν μπορεί να προτείνει για Καγκελάριο πρόσωπο που δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πλειοψηφία. Ομοσπονδιακός Καγκελάριος εκλέγεται σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 2 ΘΝ[6] αυτός που θα συγκεντρώσει την πλειοψηφία του συνόλου των μελών της Ομοσπονδιακής Βουλής, δηλ. του 50% + 1 του όλου αριθμού των Βουλευτών[7].

Παρ’ όλα αυτά ο ΘΝ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταψήφισης του προταθέντος από τον Ομοσπονδιακό Πρόεδρο υποψήφιο Καγκελάριο. Οι συνέπειες ενός τέτοιου ενδεχομένου, το οποίο μέχρι τώρα δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, προβλέπονται στο άρθρο 63 παρ. 3 και 4 ΘΝ. Σύμφωνα με την παρ. 3[8] εάν δεν επιτευχθεί η ανωτέρω πλειοψηφία και δεν εκλεγεί Καγκελάριος, τότε η ψηφοφορία μπορεί να επαναληφθεί εντός 14 ημερών από την τελευταία ψηφοφορία, όπου απαιτείται και πάλι η πλειοψηφία των μελών της Ομοσπονδιακής Βουλής. Εάν εντός αυτής της προθεσμίας δεν εκλεγεί Καγκελάριος είτε γιατί δεν θα συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία ένας υποψήφιος είτε γιατί δεν εμφανιστεί κανένας να την ζητήσει, τότε σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 63 ΘΝ[9], θα πρέπει αμελλητί να διεξαχθεί ψηφοφορία στην Βουλή, όπου Καγκελάριος μπορεί να εκλεγεί και υποψήφιος που συγκέντρωσε την σχετική πλειοψηφία, ήτοι την πλειοψηφία των ψηφισάντων[10]. Εάν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να τον διορίσει Καγκελάριο. Εάν συγκέντρωσε μόνο την σχετική πλειοψηφία, τότε ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος έχει διακριτική ευχέρεια είτε να τον διορίσει Καγκελάριο είτε να διαλύσει την Βουλή και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές. Είναι η μοναδική περίπτωση όπου κατά την διαδικασία σχηματισμού Κυβέρνησης ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος έχει (περιορισμένη) διακριτική ευχέρεια και όχι δέσμια αρμοδιότητα.

Η μέχρι τώρα πολιτική πρακτική τις τελευταίες δεκαετίες έχει διαμορφώσει κάποιες σταθερές στην πολιτική συμπεριφορά των κομμάτων, εν είδη Συνθηκών του πολιτεύματος, εάν μπορεί ο όρος που προέρχεται από το Βρετανικό πολίτευμα (Constitutional Conventions) να μεταφερθεί στο αντίστοιχο Γερμανικό, που χωρίς να απαιτούνται από το Σύνταγμα, αποτελούν κανόνες πολιτικά απαρέγκλιτους:

– Μέχρι τώρα σε ομοσπονδιακό επίπεδο οι συνασπισμοί των κομμάτων ήταν δικομματικοί. Αυτό είναι θέμα πολιτικής επιλογής, χωρίς να υπάρχει καν πολιτική δέσμευση. Μπορεί η επόμενη Κυβέρνηση να είναι τρικομματική, όπως παραλίγο να ήταν η Κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2017.

– Καγκελάριος αναδεικνύεται ο υποψήφιος Καγκελάριος (Kanzlerkanditat) του πρώτου κόμματος σε ψήφους στις εκλογές που ηγείται του συνασπισμού, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να είναι και το πρώτο κόμμα στις εκλογές όπως απέδειξαν τα προηγούμενα των εκλογών του 1976 και 1980.

– Ποτέ δεν προτείνεται τρίτο πρόσωπο που να προέρχεται από το ίδιο κόμμα ή το δεύτερο κόμμα του συνασπισμού ή εξωκοινοβουλευτικό, αν και δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα.

– Στόχος είναι ο σχηματισμός Κυβέρνησης ακόμα και από κόμματα που δεν συγκλίνουν πολιτικά, αρκεί να βγαίνουν οι αριθμοί των εδρών. Για τον λόγο αυτόν είναι απευκταία η πρόωρη διάλυση της Βουλής και μάλιστα αμέσως μετά τις εκλογές, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ στην υπερεβδομηντακονταετή ιστορία της ΟΔ Γερμανίας[11]. Προς αποτροπή μάλιστα αυτού του ενδεχομένου υποχρεώθηκαν τρόπο τινά οι Σοσιαλδημοκράτες να συμμαχήσουν με τους Χριστιανοδημοκράτες στην τέταρτη Κυβέρνηση της Καγκελαρίου Merkel μετά τις εκλογές του 2017[12].

– Οι διαπραγματεύσεις μπορούν να κρατήσουν πολλούς μήνες, όπως έδειξε το παράδειγμα των τελευταίων εκλογών του 2017. Μέχρι την εκλογή νέου Καγκελαρίου και τον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης, υπηρεσιακός Καγκελάριος παραμένει ο απερχόμενος Καγκελάριος, όπως και οι Υπουργοί της απερχόμενης Κυβέρνησής του[13].

Υπαγωγή της μετεκλογικής πολιτικής πραγματικότητας στους συνταγματικούς κανόνες δικαίου και τις πολιτικές σταθερές του Γερμανικού πολιτικού συστήματος

Αυτά μεταφραζόμενα στην πολιτική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί μετά τις εκλογές της 26 Σεπτεμβρίου 2021 σημαίνουν τα κάτωθι:

Διερευνητικές επαφές για τον σχηματισμό κυβέρνησης θα κάνει καταρχήν ο νικητής των εκλογών, υποψήφιος Καγκελάριος των Σοσιαλδημοκρατών Olaf Scholz. Ο ίδιος έχει τονίσει ότι ενδιαφέρεται για τον σχηματισμό κυβέρνησης του λεγόμενου συνασπισμού «φανάρι κυκλοφορίας» (Ampelkoalition) με την συμμετοχή των κομμάτων SPD, Bündnis 90/Grünen (Πρασίνων) και FDP (Φιλελευθέρων). Ο σχηματισμός μίας τέτοιας Κυβέρνησης είναι δύσκολος λόγω των διαμετρικά αντίθετων θέσεων των δύο μικρότερων κομμάτων, Πρασίνων και Φιλελευθέρων, σε θέμα οικονομίας, κοινωνικής πολιτικής και προστασίας του περιβάλλοντος και λόγω της εγγύτητας των τελευταίων στα ίδια θέματα περισσότερο με τους Χριστιανοδημοκράτες παρά με τους Σοσιαλδημοκράτες. Πάντως ένας τέτοιος συνασπισμός λειτουργεί ήδη σε ορισμένα κρατίδια.

Αυτό, όμως, δεν αποτρέπει τον υποψήφιο Καγκελάριο των χριστιανικών κομμάτων, Armin Laschet να κάνει τις δικές του διαπραγματεύσεις με τα ίδια κόμματα για τον σχηματισμό του λεγόμενου επίσης τρικομματικού «συνασπισμού Τζαμάικα» υπό την ηγεσία του, δεδομένου ότι η διαφορά με τους Σοσιαλδημοκράτες είναι πολύ μικρή τόσο σε ψήφους όσο και σε βουλευτικές έδρες, οπότε ένας τρικομματικός συνασπισμός Τζαμάικα θα μπορούσε να εκλέξει Καγκελάριο τον ίδιο.

Αν και τα παραπάνω σενάρια είναι τα πιο πιθανά με βάση την αριθμητική των κομμάτων στην Βουλή και τις προγραμματικές τους θέσεις, τίποτε δεν αποκλείει να μην τα βρουν Σοσιαλδημοκράτες και Χριστιανοδημοκράτες με τα μικρότερα κόμματα και να προχωρήσουν τελικά στην αναβίωση για Πέμπτη φορά στην ιστορία του μεταξύ τους μεγάλου Συνασπισμού, αυτή την φορά με Καγκελάριο Σοσιαλδημοκράτη, τον Scholz, και Αντικαγκελάριο Χριστιανοδημοκράτη, πιθανότατα τον Laschet. Αν και φαίνεται απίθανο ένα τέτοιο σενάριο, το ίδιο απίθανο φάνταζε και μετά τις εκλογές του 2017 αλλά τελικά πραγματοποιήθηκε.

Η επιστολική ψήφος

Αφήνω τελευταίο ένα θέμα που στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως έδειξαν και οι τελευταίες Αμερικανικές εκλογές, δεν συζητείται καν, γιατί είναι λυμένο εδώ και δεκαετίες, αλλά στη χώρα μας θεωρείται από κάποιες πολιτικές δυνάμεις ταμπού. Όπως και στις ΗΠΑ έτσι και στην Γερμανία, οι ψηφοφόροι, ανεξαρτήτως του πού κατοικούν, ακόμα και δίπλα στο εκλογικό κέντρο που ψηφίζουν, δεν είναι υποχρεωμένοι να ψηφίσουν στην κάλπη αλλά μπορούν να ψηφίσουν με επιστολική ψήφο. Στις τελευταίες εκλογές το 40% των ψηφοφόρων ψήφισαν με επιστολική ψήφο. Στη χώρα μας το θέμα δεν τίθεται όχι μόνο για τους ετεροδημότες αλλά ούτε καν για τους εκλογείς κατοίκους εξωτερικού, παρά την συνταγματική πρόβλεψη (πρβλ. άρθρο 51 παρ. 4 εδ. β΄ Σ, όπως τροποποιήθηκε με την συνταγματική αναθεώρηση του 2001) όπως έδειξε και η αδυναμία του Ν. 4648/2019 για την λεγόμενη «ψήφο των αποδήμων»[14]. Το αποτέλεσμα είναι ότι ψηφοφόροι που ψηφίζουν μακριά από τον τόπο της κατοικίας τους είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλονται σε κόπο, χρόνο και χρήμα για να ασκήσουν το ενεργητικό εκλογικό τους δικαίωμα, το ύψιστο δικαίωμα του πολίτη μίας χώρας. Νομίζω ότι η σύγκριση είναι καταθλιπτική και δεν θα ήθελα να το σχολιάσω περαιτέρω. Το θέμα αυτό είναι το κατεξοχήν θέμα από το οποίο θα έπρεπε να παραδειγματιζόμαστε για τα εκλογικά δρώμενα από τη Γερμανία και όχι μόνο.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων ΔΣΑ, Δικηγόρος


Υποσημειώσεις:

[1] Η διάταξη ορίζει: Die Abgeordneten des Deutschen Bundestages werden in allgemeiner, unmittelbarer, freier, gleicher und geheimer Wahl gewählt. 

[2] Η διάταξη ορίζει: Das Nähere bestimmt ein Bundesgesetz.

[3] Η διάταξη ορίζει: Der Bundeskanzler wird auf Vorschlag des Bundespräsidenten vom Bundestage ohne Aussprache gewählt.

[4] Η διάταξη ορίζει: Die Bundesminister werden auf Vorschlag des Bundeskanzlers vom Bundespräsidenten ernannt und entlassen.

[5] Η διάταξη ορίζει: Die Bundesregierung besteht aus dem Bundeskanzler und aus den Bundesministern.

[6] Η διάταξη ορίζει: Gewählt ist, wer die Stimmen der Mehrheit der Mitglieder des Bundestages auf sich vereinigt. Der Gewählte ist vom Bundespräsidenten zu ernennen.

[7] Από την προπεριγραφείσα διαδικασία γίνεται σαφές ότι α) η συμμετοχή του Ομοσπονδιακού Προέδρου στην διαδικασία εκλογής Καγκελαρίου και σχηματισμού Κυβέρνησης είναι καταρχήν τυπική-διαδικαστική και β) αν και το κοινοβουλευτικό σύστημα την Γερμανία είναι δικαμεραλιστικό στην διαδικασία εκλογής Καγκελαρίου και ανάδειξης της Κυβέρνησης δεν συμμετέχει το δεύτερο νομοθετικό σώμα, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat), το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 51 ΘΝ αποτελείται από μέλη των Κυβερνήσεων των κρατιδίων κατ’ αναλογία του πληθυσμού τους (πρβλ. ανάλογα στην Ισπανία, το Σύνταγμα της οποίας στην διαδικασία ανάδειξης Κυβέρνησης είναι προσανατολισμένο προς το Γερμανικό σε αντίθεση με την Ιταλία, όπου απαιτείται η Κυβέρνηση να διαθέτει την εμπιστοσύνη και των δύο νομοθετικών σωμάτων του Κοινοβουλίου).

[8] Η διάταξη ορίζει: Wird der Vorgeschlagene nicht gewählt, so kann der Bundestag binnen vierzehn Tagen nach dem Wahlgange mit mehr als der Hälfte seiner Mitglieder einen Bundeskanzler wählen.

[9] Η διάταξη ορίζει: Kommt eine Wahl innerhalb dieser Frist nicht zustande, so findet unverzüglich ein neuer Wahlgang statt, in dem gewählt ist, wer die meisten Stimmen erhält. Vereinigt der Gewählte die Stimmen der Mehrheit der Mitglieder des Bundestages auf sich, so muß der Bundespräsident ihn binnen sieben Tagen nach der Wahl ernennen. Erreicht der Gewählte diese Mehrheit nicht, so hat der Bundespräsident binnen sieben Tagen entweder ihn zu ernennen oder den Bundestag aufzulösen.

[10] Στην περίπτωση αυτή το Γερμανικό Σύνταγμα διευκολύνει τον σχηματισμό των λεγόμενων «κυβερνήσεων μειοψηφίας ή ανοχής».

[11] Τα παραδείγματα της πρόωρης διάλυσης της Βουλής το 1972, 1982 και 2005 αφορούσαν περιπτώσεις μεσούσης της κοινοβουλευτικής περιόδου και όχι αμέσως μετά τις εκλογές.

[12] Πρβλ. Χ. Τσιλιώτης, Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και δυναμική των μορφών διακυβέρνησης στα κράτη μέλη. Ο ρόλος του Προέδρου Ματαρέλα σε συγκριτική προοπτική, σε: ΕφΔΔ 2020, σελ. 711-712.

[13] Ο κανόνας αυτός αποτελεί Συνθήκη του πολιτεύματος στην Μεγάλη Βρετανία και έχει επηρεάσει τουλάχιστον την πρακτική και των υπολοίπων κρατών – πρβλ. Χ. Τσιλιώτης, Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit) υπό το πρίσμα του Ενωσιακού και Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 248.

[14] Πρβλ. την κριτική του γράφοντος σε Χ. Τσιλιώτης, Το νέα άρθρο 54 παρ. 4 εδ. α΄ Σ. Ενστάσεις αντισυνταγματικότητας σε μία ρύθμιση που επιτρέπει περιορισμούς στην εκτός Επικρατείας άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, σε: ΤοΣ 2021, σελ. 121 επ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Δημοκρατία και Πολιτειακή Εκπαίδευση (video-podcast)

Παρακολουθήστε στο βίντεο που ακολουθεί τον θεματικό διάλογο που διεξήχθη τη Δευτέρα 9/11/2020 από το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου με θέμα “Δημοκρατία και Πολιτειακή Εκπαίδευση”. Στόχος του θεματικού διαλόγου ήταν η ανάδειξη της σημασίας της εκπαίδευσης για τη διαμόρφωση του ενεργού πολίτη θέτοντας το ερώτημα «τελικά μαθαίνεται η δημοκρατία;».

Περισσότερα

Εμβολιασμός και Σύνταγμα

Υπό συνθήκες πανδημίας, το κράτος θα μπορούσε να επιβάλει τον εμβολιασμό, με όρους γενικής υποχρέωσης όλου του πληθυσμού; Θα μπορούσε να υποχρεώσει ο εργοδότης, χωρίς προηγούμενη κρατική ρύθμιση, τους εργαζόμενους σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις να εμβολιαστούν, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα; Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου- Πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου, Ξενοφώντας Κοντιάδης, εξετάζει τις συνταγματικές όψεις του ζητήματος και απαντά στα σύνθετα ερωτήματα που εγείρονται.

Περισσότερα

Τα επαναστατικά Συντάγματα του 1821 (live webcast)

Απόψε, Τρίτη 6 Απριλίου 2021 και ώρα 18:30-20:00, το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, το Syntagma Watch και οι Εκδόσεις Καστανιώτη διοργανώνουν διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Τα επαναστατικά Συντάγματα του 1821».

Περισσότερα