Ο, κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής, θεσμός της πρότασης δυσπιστίας

Με αφορμή τη συζήτηση που διεξάγεται αυτό το Σαββατοκύριακο στη Βουλή, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης εξετάζει τη νομική φύση, τη διαδικασία, τις κοινοβουλευτικές συνέπειες, αλλά και τα ζητήματα που ανακύπτουν από την πρόταση δυσπιστίας. Παράλληλα, επιχειρεί μία αναδρομή στον θεσμό και τις περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1975.

Α. Εισαγωγή

Με αφορμή την αναγγελία από τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα, πρότασης δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης της ΝΔ, υπό τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, χρήσιμη είναι μία σύντομη παρουσίαση του θεσμού τόσο ως προς το θετικό Συνταγματικό Δίκαιο όσο και ως προς τη μέχρι τώρα πολιτική πρακτική.

Β. Νομική φύση

Η διαδικασία της υποβολής, συζήτησης και ψηφοφορίας επί της πρότασης δυσπιστίας ή πρότασης «μομφής», όπως λέγεται συνήθως στην πολιτική καθομιλουμένη, είναι η μία από τις δύο διαδικασίες που προβλέπει το Σύνταγμα με τις οποίες μπορεί να αμφισβητηθεί ή επιβεβαιωθεί η εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Η άλλη είναι η «αδελφή» διαδικασία της παροχής ψήφου εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση, αν και υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των δύο διαδικασιών που θα εκτεθούν κατωτέρω. Αμφότερες οι διαδικασίες συνδέονται άμεσα με την κοινοβουλευτική αρχή, της οποίας ο πυρήνας αποτελείται από την εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Ρυθμίζεται κατά το θετικό Συνταγματικό Δίκαιο από το άρθρο 84 Σ, το οποίο αποτελεί συμπλήρωμα του άρθρου 1 παρ. 1 Σ ως προς τη συνταγματική κατοχύρωση της κοινοβουλευτικής αρχής ως θεμελιώδους αρχής του πολιτεύματος και μαζί με αυτό εμπίπτει, τουλάχιστον κατά την παρ. 1 εδ. α΄ που κατοχυρώνει την υποχρέωση της Κυβέρνησης να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 110 παρ. 1 Σ και δεν υπόκειται σε αναθεώρηση εφόσον η κοινοβουλευτική αρχή αποτελεί βάση του πολιτεύματος ως προεδρευομένης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας υπό την έννοια της διάταξης αυτής.

Η πρόταση δυσπιστίας αποτελεί συνταγματικό-κοινοβουλευτικό «όπλο» της Βουλής όχι μόνο να αμφισβητήσει και να άρει εν τέλει την εμπιστοσύνη της προς την Κυβέρνηση, επιτυγχάνοντας την ανατροπή της, αλλά και το επιθετικότερο «όπλο» άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος αποτελεί επίσης συστατικό στοιχείο της κοινοβουλευτικής αρχής. Υπό την έννοια αυτή η πρόταση δυσπιστίας καθεαυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ρήτρας αιωνιότητας του άρθρου 110 παρ. 1 Σ και δεν μπορεί να καταργηθεί ή δυσχερανθεί από τον μελλοντικό αναθεωρητικό νομοθέτη.

Γ. Διαδικασία

Κοινοβουλευτική εξειδίκευση του άρθρου 84 Σ αποτελεί το άρθρο 141 ΚτΒ, ως προς την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης και το άρθρο 142 ΚτΒ, ως προς την πρόταση δυσπιστίας, που εξειδικεύουν την κοινοβουλευτική διαδικασία. Η πρόταση δυσπιστίας μπορεί να κατατεθεί κατά της Κυβέρνησης συνολικά ή κατά μεμονωμένου μέλους της (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α΄ Σ). Η πρόταση κατατίθεται κατά το άρθρο 84 παρ. 2 υποπαρ. 2 Σ από τους Βουλευτές, υπογεγραμμένη τουλάχιστον από το 1/6 του όλου αριθμού των Βουλευτών (50 Βουλευτές με την σημερινή σύνθεση της Βουλής των 300 Βουλευτών) σε αντίθεση με την πρόταση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, την οποία ζητά η Κυβέρνηση υποχρεωτικά μία φορά μετά την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού και οποτεδήποτε άλλοτε το κρίνει σκόπιμο (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. β΄ Σ). Κατά κανόνα η πρόταση δυσπιστίας προέρχεται από το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπογράφουν και Βουλευτές άλλων κομμάτων. Συνήθως, υπογράφεται από το σύνολο των μελών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης με επικεφαλής τον Αρχηγό του.

Σύμφωνα με τα άρθρα 84 παρ. 2 υποπαρ. 2 Σ και 142 παρ. 1 εδ. β΄ ΚτΒ η πρόταση δυσπιστίας πρέπει επιπλέον να περιλαμβάνει σαφώς και τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση. Τα θέματα επιλέγονται κατά τη διακριτική ευχέρεια των υπογραφόντων Βουλευτών, στην πράξη αποτελούν επιλογή της ηγεσίας του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Δεν είναι απαραίτητο τα θέματα αυτά να αποτελούν εθνικά θέματα ή εξαιρετικής σημασίας εθνικά θέματα, όπως απαιτεί το άρθρο 41 παρ. 2 Σ για την πρόωρη διάλυση της Βουλής ή κρίσιμα εθνικά θέματα, όπως απαιτεί το άρθρο 44 παρ. 2 υποπαρ. 1 Σ για προκήρυξη δημοψηφίσματος, ή σοβαρό κοινωνικό ζήτημα κατά την δεύτερη υποπαράγραφο του άρθρου 44 παρ. 2 Σ για την προκήρυξη νομοθετικού δημοψηφίσματος. Πέραν αυτών, όμως, ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι η συζήτηση μπορεί να επεκταθεί στην εν γένει πολιτική της Κυβέρνησης. Αν και δεν αναφέρεται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚτΒ πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προϋπόθεση αυτή τίθεται επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης από τον Πρόεδρο της Βουλής (ΠτΒ), στον οποίο άλλωστε υποβάλλεται σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής κατά την παρ. 2 του άρθρου 142 ΚτΒ.

Σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ. 3 ΚτΒ, αν ο ΠτΒ διαπιστώσει τον ελάχιστο αριθμό υπογραφών η Βουλή διακόπτει αμέσως τις εργασίες της για δύο ημέρες, εκτός εάν η Κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας. Κατά την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, εκτός εάν η Κυβέρνηση αποφασίσει διαφορετικά κατά την παρ. 3, η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας αρχίζει δύo ημέρες μετά την υπoβoλή της και τελειώνει τo αργότερo τη δωδεκάτη νυκτερινή της τρίτης ημέρας από την έναρξή της με oνoμαστική ψηφoφoρία, πoυ διεξάγεται σύμφωνα με την παράγραφo 3 τoυ άρθρoυ 141 ΚτΒ. H συζήτηση αρχίζει με την oμιλία δύo Boυλευτών από εκείνoυς πoυ υπoγράφoυν την πρόταση δυσπιστίας κατά την παρ. 5 του άρθρου 142 ΚτΒ.

Η πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή εάν υπερψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών (άρθρο 84 παρ. 6 υποπαρ. 2 Σ), δηλ. τουλάχιστον 151 υπό τη σημερινή σύνθεση της Βουλής. Δεν αρκεί η πρόταση να έχει συγκεντρώσει την πλειοψηφία και τα «ΝΑΙ» υπέρ της πρότασης να είναι περισσότερα από τα «ΟΧΙ», αλλά θα πρέπει η πλειοψηφία να είναι η απόλυτη του όλου αριθμού των Βουλευτών. Στην περίπτωση αυτή, η Κυβέρνηση θα έχει απολέσει την πλειοψηφία της στη Βουλή που μέχρι τώρα τη στήριξε ή με την αποχώρηση κόμματος ή κομμάτων που συμμετείχαν ή στήριζαν την Κυβέρνηση σε περίπτωση Κυβέρνησης συνασπισμού ή μειοψηφίας, ή μεμονωμένων Βουλευτών από το κυβερνητικό κόμμα σε περίπτωση μονοκομματικής Κυβέρνησης.

Η απαιτούμενη πλειοψηφία για την αποδοχή της πρότασης δυσπιστίας διαφέρει από αυτή για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, καθότι στην τελευταία περίπτωση απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων Βουλευτών, αρκεί αυτή να μην είναι μικρότερη των δύο πέμπτων του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. μπορεί να είναι πλειοψηφία των 120 Βουλευτών με την παρούσα σύνθεση της Βουλής, αρκεί τα «ΝΑΙ» υπέρ της πρότασης παροχής ψήφου εμπιστοσύνης να είναι περισσότερα από τα «ΟΧΙ» (άρθρο 84 παρ. 6 υποπαρ. 1 Σ).

Σε αντίθεση με την πρόταση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης που μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε χωρίς χρονικούς περιορισμούς ως προς την τελευταία υποβληθείσα, νέα πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να υποβληθεί εκ νέου εάν δεν παρέλθουν τουλάχιστον 6 μήνες από την απόρριψη της προηγούμενης (άρθρο 84 παρ. 2 υποπαρ. 1 Σ). Κατά συνέπεια, η εξάμηνη προθεσμία, η οποία είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική, άρχεται από την ημέρα της ψηφοφορίας και εν τέλει της απόρριψης, δηλ. την τρίτη ημέρα της συζήτησης και όχι από την ημέρα της υποβολής της πρότασης ή την πρώτη ημέρα της συζήτησης. Κατ’ εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί και νωρίτερα, μόνο που σε αυτή την περίπτωση πρέπει να υπογράφεται από τουλάχιστον την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλ. 151 Βουλευτές (άρθρο 84 παρ. 3 Σ).

Δ. Συνέπειες αποδοχής πρότασης δυσπιστίας

1. Σε περίπτωση αποδοχής της πρότασης δυσπιστίας κατά τα ανωτέρω υφίσταται αποδοκιμασία της Κυβέρνησης από τη Βουλή ή ακριβέστερα απόσυρση της εμπιστοσύνης της Βουλής από την Κυβέρνηση κατά τους ορισμούς του άρθρου 38 παρ. 1 Σ, οπότε σύμφωνα με την διάταξη αυτή ο ΠτΔ απαλλάσσει των καθηκόντων της την Κυβέρνηση συνολικά. Συνακόλουθα, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 37 Σ, δηλ. η διαδικασία σχηματισμού νέας Κυβέρνησης είτε με διορισμό νέου Πρωθυπουργού κατά το άρθρο 37 παρ. 2 εδ. α΄ Σ ή την ανάθεση διερευνητικών εντολών και εν τέλει πρόωρες εκλογές με «οικουμενική» ή «υπηρεσιακή» Κυβέρνηση αν δεν μπορεί να σχηματισθεί Κυβέρνηση που θα απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής, κατά τις παρ. 2 εδ. β΄, 3 και 4 του ιδίου άρθρου.

2. Επίσης, μπορεί, στην περίπτωση που η αποδοκιμασθείσα με αποδοχή πρότασης δυσπιστίας Κυβέρνηση είναι η δεύτερη που είτε αποδοκιμάσθηκε από την Βουλή ή αφού έχει προηγηθεί άλλη που έχει παραιτηθεί, ο ΠτΔ να διαλύσει τη Βουλή κατά το άρθρο 41 παρ. 1 Σ λόγω ύπαρξης τεκμηρίου μη εξασφάλισης από τη Βουλή βιώσιμης Κυβέρνησης. Το ενδεχόμενο αυτό είναι καθαρά θεωρητικό, όχι μόνο γιατί μέχρι τώρα δεν έχει δοκιμασθεί στην πράξη, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να εφαρμοσθεί λόγω του πολιτικού μας συστήματος.

3. Πάντως, σε περίπτωση που ο Πρωθυπουργός διαπιστώσει ότι η Κυβέρνησή του έχει απολέσει την πλειοψηφία στην Βουλή και ότι μπορεί μία πρόταση δυσπιστίας να γίνει αποδεκτή μπορεί να προλάβει τις εξελίξεις, είτε υποβάλλοντας την παραίτηση της Κυβέρνησής του κατά το άρθρο 38 παρ. 1 Σ είτε με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών κατά το άρθρο 41 παρ. 2 Σ, επικαλούμενος την αντιμετώπιση εξαιρετικής σημασίας εθνικού θέματος, όπως συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1993 από την Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όταν η τελευταία απώλεσε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία με την αποσκίρτηση του Βουλευτή Γεωργίου Συμπιλίδη από τις τάξεις της ΚΟ του κόμματος της ΝΔ, ούτως ώστε η τελευταία να απολέσει την οριακή πλειοψηφία που είχε τότε στην Βουλή. Ο τότε Πρωθυπουργός επικαλέστηκε το Κυπριακό ως κρίσιμο εθνικό θέμα και ζήτησε και επέβαλε την προκήρυξη πρόωρων εκλογών με βάση το άρθρο 41 παρ. 2 Σ.

Ε. Νομικά ζητήματα από την διαδικασία υποβολής πρότασης δυσπιστίας

1. Ο περιορισμός υποβολής νέας πρότασης δυσπιστίας εντός εξαμήνου κατά μέλους της κυβέρνησης όταν έχει υποβληθεί εντός του ίδιου διαστήματος πρόταση κατά της κυβέρνησης συνολικά και το αντίστροφο

Όπως προαναφέρθηκε, πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί υπό τις ίδιες διαδικαστικές προϋποθέσεις και κατά μεμονωμένου μέλους της Κυβέρνησης, όπως έχει γίνει ορισμένες φορές στο παρελθόν. Το ζήτημα που τίθεται θεωρητικά και ετέθη και πρακτικά τον Μάρτιο του 2014 είναι εάν το κώλυμα του εξαμήνου για την υποβολή νέας πρότασης ισχύει όταν η τελευταία πρόταση αφορούσε πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης συνολικά και η νέα κατά μέλους της και το αντίστροφο. Κατά την ορθότερη άποψη που τελικά επικράτησε τότε, το κώλυμα ισχύει και στις δύο περιπτώσεις. Αυτό προκύπτει από γραμματική ερμηνεία του εδ. α΄ του άρθρου 84 παρ. 2 Σ και συστηματική ερμηνεία αυτού με το εδάφιο β΄ που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο συνταγματικός νομοθέτης εξετάζει αμφότερες τις περιπτώσεις τόσο in abstracto όσο και in concreto στην περίπτωση του χρονικού κωλύματος ενιαία και δεν διακρίνει μεταξύ τους. Προσέτι και η ratio legis της διάταξης συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας ερμηνείας, εφόσον αν το εξάμηνο κώλυμα δεν ίσχυε για την υποβολή πρότασης δυσπιστίας κατά μέλους της Κυβέρνησης, θα μπορούσε θεωρητικά η Αντιπολίτευση να κάνει κατάχρηση της δυνατότητας που της δίνει το Σύνταγμα, υποβάλλοντας σε σύντομα χρονικά διαστήματα προτάσεις δυσπιστίας κατά περισσοτέρων ή και όλων των μελών της Κυβέρνησης, παραλύοντας την κοινοβουλευτική διαδικασία και την πολιτική ζωή της χώρας.

2. Μπορεί η πρόταση δυσπιστίας από την Βουλή προς την Κυβέρνηση να μετατραπεί σε πρόταση της Κυβέρνησης για παροχής ψήφου εμπιστοσύνη από την Βουλή;

Ένα θέμα που έχει απασχολήσει θεωρία αλλά και πρακτική από το 2005 και μετά είναι εάν η υποβολή πρότασης δυσπιστίας από τους Βουλευτές κατά τους ορισμούς του άρθρου 84 παρ. 2 Σ μπορεί να μετατραπεί από την Κυβέρνηση σε πρόταση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου. Το θέμα έχει τύχει πρακτικής εφαρμογής 3 φορές μέχρι τώρα, το 2005 όταν πρόταση δυσπιστίας κατά του τότε Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργου Αλογοσκούφη στην Κυβέρνηση της ΝΔ από το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης του ΠΑΣΟΚ μετετράπη από τον τότε Πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή σε πρότασης παροχής ψήφου εμπιστοσύνης για την Κυβέρνηση, το 2007 όταν υποβλήθηκε από το ΠΑΣΟΚ πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης της ΝΔ υπό τον Κώστα Καραμανλή, την οποία ο τελευταίος μετέτρεψε σε πρόταση για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης και το 2019 όταν πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ κατά του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας Παύλου Πολάκη στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ο τελευταίος τη μετέτρεψε σε πρόταση παροχής ψήφου εμπιστοσύνης για ολόκληρη την Κυβέρνηση.

Οι διαφορές στην λειτουργία, τη διαδικασία και εν τέλει την απαιτούμενη πλειοψηφία μεταξύ των δύο διαδικασιών συνηγορούν υπέρ της αντίθετης προς την, εν τέλει επικρατήσασα στην πρακτική, άποψη. Σε τελευταία ανάλυση, η πρόταση δυσπιστίας αποτελεί και όπλο κοινοβουλευτικού ελέγχου της Βουλής, δηλ. της Αντιπολίτευσης προς την Κυβέρνηση για να επικεντρώσει την κριτική σας σε συγκεκριμένα θέματα ή σε συγκεκριμένα μέλη της Κυβέρνησης, όπως ορίζει το Σύνταγμα και δεν μπορεί βάσιμα η Κυβέρνηση να της αφαιρεί αυτό το όπλο, μετατρέποντας τον έλεγχο που μπορεί να ασκήσει η Βουλή και κατά τη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σε εφ’ όλης της ύλης και να αποπροσανατολίσει την πολιτική αντιπαράθεση.

3. Μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας εντός εξαμήνου από την αποδοχή πρότασης παροχής ψήφου εμπιστοσύνης;

Το ερώτημα αυτό πρέπει να απαντηθεί θετικά, εφόσον είναι σαφές τόσο από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 υποπαρ. 1 Σ που μιλά μόνο για πρόταση δυσπιστίας όσο και από τις λειτουργικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των δύο διαδικασιών, παρά τη γενική κοινή σημασία τους για την κοινοβουλευτική αρχή, ότι πρόκειται περί διαφορετικών περιπτώσεων που δεν επιτρέπουν κοινή αντιμετώπιση.

ΣΤ. Πολιτική πρακτική του θεσμού της πρότασης δυσπιστίας υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος του 1975

Ο θεσμός της πρότασης δυσπιστίας συναντάται αν και με διαδικαστικές ή και ουσιαστικές διαφοροποιήσεις σε όλα τα Συντάγματα χωρών με κοινοβουλευτικό, γνήσιο ή μη γνήσιο, ακόμα και με ημιπροεδρικό σύστημα, όπως στη Γαλλία. Η λειτουργία του είναι σημαντική ενίοτε για την εξέλιξη των πολιτικών κυβερνήσεων, όπως έχουν δείξει τρανταχτά παραδείγματα από την κοινοβουλευτική ιστορία μεγάλων χωρών, όπως η καταψήφιση της Κυβέρνησης των Εργατικών υπό τον Τζέημς Κάλαχαν το 1979, που προκάλεσε πρόωρες εκλογές και τον ερχομό στην εξουσία των Συντηρητικών της Μάργκαρετ Θάτσερ ή τη μεγάλη ανατροπή της σοσιαλφιλελεύθερης Κυβέρνησης υπό τον Χέλμουτ Σμιτ στην Γερμανία το 1982, που έφερε στην εξουσία την χριστιανοφιλελεύθερη Κυβέρνηση υπό τον Χέλμουτ Κολ. Επίσης, μόνη η υποβολή της προκάλεσε την παραίτηση του Συντηρητικού Ομοσπονδιακού Καγκελαρίου Σεμπάστιαν Κουρτς τον τελευταίο Οκτώβριο στην Αυστρία.

Στη χώρα μας δεν έχει γίνει αποδεκτή πρόταση δυσπιστίας, αν και έχουν υποβληθεί μεταπολιτευτικά 13 προτάσεις δυσπιστίας (η τελευταία είναι η 14η), εκ των οποίων οι 5 κατά μελών της Κυβέρνησης, εκ των οποίων οι 3 μετετράπησαν σε πρόταση για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση (οι 2 αφορούσαν μέλη της Κυβέρνησης και η μία την Κυβέρνηση συνολικά), ενώ μία που απευθύνετο κατά μέλους της Κυβέρνησης απερρίφθη ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Σ επειδή δεν είχε παρέλθει εξάμηνο από την τελευταία που είχε υποβληθεί και απορριφθεί κατά της Κυβέρνησης συνολικά.

Ενώ μέχρι και την δεκαετία του ‘90 υποβάλλονταν με φειδώ και κυρίως για εθνικά θέματα ή θέματα που συγκλόνιζαν την πολιτική ζωή της χώρας, η μετέπειτα πολιτική πρακτική έδειξε μεγαλύτερη ευκολία στην υποβολή της και για λιγότερο σημαίνοντα ζητήματα. Τα θέματα που αποτέλεσαν αντικείμενο των κατά καιρούς προτάσεων δυσπιστίας ήταν τόσο μείζονος σπουδαιότητος, (Ελληνοτουρκικές σχέσεις και Κυπριακό το 1988, το σκάνδαλο Κοσκωτά το 1989, το Μακεδονικό το 1993, η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει για λόγους υγείας τα καθήκοντά του το 1996, η Συμφωνία των Πρεσπών το 2018) αλλά και λιγότερο για την πολιτική αντιπαράθεση θέματα, όπως η Οικονομία, το Χρηματιστήριο, η Παιδεία, το κλείσιμο της ΕΡΤ, η χυδαία επίθεση Υπουργού κατά ΑΜΕΑ υποψηφίου Ευρωβουλευτή). Καμία δεν ευδοκίμησε, ακόμα κι αν είχαν προκαλέσει διαρροές από το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα όπως το 1989 ή το 2018, ή είχαν συνδυασθεί με την αποχώρηση κυβερνητικού εταίρου όπως το 2013. Και η τελευταία πρόταση αναμένεται να μην ευδοκιμήσει όχι μόνο λόγω της ευρείας αλλά και της συμπαγούς πλειοψηφίας, που διαθέτει το κυβερνητικό κόμμα στην Βουλή. Με τον τρόπο αυτόν τα κατά καιρούς κόμματα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης χρησιμοποιούν τον θεσμό της πρότασης δυσπιστίας περισσότερο για να γενικεύσουν όχι μόνο τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, αλλά και την εν γένει αντιπολιτευτική κριτική στην Κυβέρνηση, όσο και ενίοτε για να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης προβλήματα εσωτερικής υφής (αποσυσπείρωση, εσωκομματική κριτική κ.α.) στο κόμμα του και την Κοινοβουλευτική του Ομάδα.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων ΔΣΑ, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Εργασιακά δικαιώματα και υποχρεωτικός εμβολιασμός

Μπορεί να θεσπιστεί ο υποχρεωτικός εμβολιασμός ως προϋπόθεση για την άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων; Μπορεί να αποτελέσει λόγο απόλυσης η άρνηση του εμβολιασμού; Μήπως πρόκειται για ένα συνταγματικά προστατευόμενο ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο; Ο Ξενοφών Κοντιάδης και η Αλκμήνη Φωτιάδου απαντούν και αναδεικνύουν την κρίσιμη ισορροπία ανάμεσα στον εμβολιασμό κατά του Covid-19 και τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Περισσότερα

Μεταξύ συνταγματοποίησης του Διεθνούς Δικαίου και διεθνοποίησης του Συνταγματικού Δικαίου: Ένας αέναος διάλογος σε διαρκή κίνηση

Πλέον, το Διεθνές Δίκαιο, υπέχει θέση νόμου του εκάστοτε κράτους, και αποτελεί θεμελιώδη και λειτουργική πηγή του Συνταγματικού Δικαίου. Δεδομένου ότι κάθε κράτος αντιμετωπίζει το Σύνταγμά του, ως τον υπέρτατο νόμο της Πολιτείας, η θέση του συνταγματικού κειμένου συμπλέει με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις που δεσμεύουν, ανάλογα, το συνταγματικό κράτος στο πλαίσιο της συνύπαρξης των εθνικών συνταγματικών ορίων με τη διεθνή δικαιοταξία και τις οικουμενικές νόρμες.

Περισσότερα

“Τηλεκπαίδευση” εν πανδημία

Ο Κώστας Μποτόπουλος αναλύει την απόφαση 50/2021 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), που διαμόρφωσε το πλαίσιο αφενός για τη θέσπιση και λειτουργία της σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης στις σχολικές μονάδες και αφετέρου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κατά την τηλεκπαίδευση.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.