Search
Close this search box.

Μεταπολιτική, κρίση αντιπροσώπευσης και κομματικές εκλογές Ι: Ποιος άνοιξε την πόρτα στον Στέφανο Κασσελάκη;

Διαβάστε την ομιλία του Γιάννη Κωνσταντινίδη στην εκδήλωση "Μεταπολιτική, κρίση αντιπροσώπευσης και κομματικές εκλογές", που συνδιοργάνωσαν το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου και η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης.

Ο αιφνιδιασμός από την ανάληψη της ηγεσίας ενός δυνάμει κυβερνητικού κόμματος που μάλιστα έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς για το κομματικό σύστημα της χώρας ολόκληρη την τελευταία δεκαετία από ένα πρόσωπο αφενός άγνωστο στη δημόσια σφαίρα, αφετέρου διαφορετικό από την εικόνα του μέσου επαγγελματία πολιτικού της χώρας, δημιούργησε την ανάγκη άμεσης ερμηνείας της εξέλιξης. Και όπως για όλες τις εξελίξεις που δεν μπορούμε να περιγράψουμε με ακρίβεια, επιλέχθηκε και για αυτήν η χρήση του προθέματος «μετά» προκειμένου να υπογραμμιστεί η συνθήκη μεταβολής. Η «μεταπολιτική» λοιπόν μπήκε στο λεξιλόγιό μας. Χωρίς να έχουμε σε καμία περίπτωση σαφή ή έστω κοινή ερμηνεία του όρου, όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως με τους όρους που έχουν το πρόθεμα αυτό.

«Μεταπολιτική» όπως λέμε «μεταφυσική»; Ένας αξιολογικά φορτισμένος όρος που περιγράφει την απογύμνωση του αντικειμένου αναφοράς, δηλαδή της πολιτικής, από την ουσία της; Μια ύποπτη εξέλιξη που πλήττει τον πυρήνα της δημοκρατίας, δηλαδή τον σχεδιασμό λύσεων σε προβλήματα της συλλογικής ζωής; Μήπως «μεταπολιτική» όπως λέμε «μετά-υλισμός»; Δηλαδή ένας αξιολογικά ουδέτερος όρος που περιγράφει τη μετατόπιση του αντικειμένου αναφοράς, δηλαδή της πολιτικής, πέρα από το πλέον κλασικό πεδίο ενδιαφέροντος της; Δηλαδή την αντιπαράθεση για τον ρόλο του κράτους, την αναδιανομή του εισοδήματος και τη φορολόγηση; Στην αναζήτηση κεντρική θέση έλαβε και η τοποθέτηση του πρώην αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίο χρησιμοποιεί εκτενώς τον όρο «μεταπολιτική» – με εμφανές θετικό πρόσημο – για να περιγράψει την απαλλαγή από τους καταναγκασμούς της εκλογικής διαδικασίας και του πολιτικού κόστους ή, με άλλα λόγια, το αντίθετο του λαϊκισμού.

Η χρήση του όρου «μεταπολιτική» με διαφορετικό για τον καθένα περιεχόμενο ενέτεινε τη σύγχυση για τις αιτίες ή τις συνέπειες της εκλογής Κασσελάκη. Είναι προφανές ότι συζήτηση γύρω από τα αίτια ή τις συνέπειες ενός φαινομένου δεν μπορεί να γίνει αν το περιεχόμενο που ο καθένας αποδίδει στο φαινόμενο είναι διαφορετικό, παρότι όλοι χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο. Όμως πρώτιστη πολιτική σημασία δεν έχει η ορολογία. Αυτή ίσως να ήταν μια ενδιαφέρουσα ακαδημαϊκή συζήτηση, η οποία – όπως συχνά συμβαίνει με τις ακαδημαϊκές συζητήσεις – δεν θα κατέληγε σε ερμηνείες για τις συμπεριφορές των ανθρώπων. Ας έρθουμε πίσω λοιπόν στη νίκη του Στέφανου Κασσελάκη. Η επικρατούσα ερμηνεία της νίκης αυτής αποδίδει το μεγαλύτερο βάρος στη δύναμη της εικόνας και στον κομβικό ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητα των πολιτών των σημερινών δημοκρατιών. Με άλλα λόγια, η επικρατούσα ερμηνεία παραπέμπει σε μια εκδοχή της πολιτικής υποταγμένης στους κανόνες της επικοινωνίας, όπου το στυλ είναι σημαντικότερο από το περιεχόμενο, είτε με τη μορφή προγραμματικών προτάσεων, είτε με τη μορφή της ιδεολογίας. Η τακτική αυτή, σύμφωνα με την επικρατούσα ερμηνεία πάντα, υιοθετήθηκε είτε ηθελημένα, είτε όχι, από τον Στέφανο Κασσελάκη προκειμένου να απομειωθεί η σημασία της προγραμματικής θέσης ή της ιδεολογίας ως πολιτικών στόχων. Το στοιχείο που πρέπει να υπογραμμιστεί σε αυτήν τη θεώρηση είναι ότι η νίκη Κασσελάκη παρουσιάζεται ως έφοδος από κάποιον εξωτερικό παράγοντα. Οι πιο λεπτομερείς αναλύσεις αυτής της κατηγορίας συμπληρώνουν, ως μάλλον δευτερεύοντα παράγοντα, και τις ιδιαιτερότητες ενός οργανωτικά ασπόνδυλου κόμματος που διαμορφώθηκε με κύριο άξονα αναφοράς τη λατρεία ή το μίσος σε πρόσωπα και επισημαίνουν την ταύτιση του συγκεκριμένου κόμματος με τον Αλέξη Τσίπρα ή την επιλογή δόμησης της πρόσφατης προ-εκλογικής εκστρατείας του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπάθεια για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Υπό την έννοια αυτή, η «έφοδος Κασσελάκη» αξιοποίησε μια «ανοιχτή κερκόπορτα», δηλαδή μια ειδική συνθήκη σε μια ειδική περίπτωση κόμματος. «Άραγε θα μπορούσε ο Κασσελάκης να εκλεγεί αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας;», αναρωτιούνται οι αναλυτές αυτοί σκωπτικά, υπονοώντας ότι η συγκριτικά μεγαλύτερη ιδεολογική καθαρότητα της Νέας Δημοκρατίας και η αντιστοίχως μεγαλύτερη ισχύς των οργανωτικών αρμών της θα απέτρεπε την εκλογή ενός εισβολέα.

[Βέβαια, επιτρέψτε μου να πω παρενθετικά στο σημείο αυτό, ότι κάποιοι ισχυρίζονται πως ο Στέφανος Κασσελάκης θα μπορούσε να εκλεγεί αρχηγός της ΝΔ για άλλους λόγους. Γιατί έχει υπογράψει άρθρα υπέρ των απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων και των μνημονιακών απαιτήσεων – σε χρονική περίοδο που αυτά δεν τα υποστήριζε ούτε η ΝΔ θα προσθέσω αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Αφήνω στην άκρη αυτές τις τοποθετήσεις, καθώς άθελά τους μετατοπίζουν το ενδιαφέρον για την εκλογή Κασσελάκη στα περί «αριστεροσύνης» του νέου αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ. Το ζήτημα για τον εξωτερικό παρατηρητή, και τελικά για τη δημοκρατία, δεν είναι αν ο Στέφανος Κασσελάκης ανταποκρίνεται στο πρότυπο του «αριστερού πολιτικού» – αυτό ίσως θα ήταν σημαντικό για λόγους ηθικής αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα με αυταπόδεικτα αριστερό προσανατολισμό – αλλά αν παρουσιάζει μια συνεπή, σχετικά επεξεργασμένη και αξιόπιστη πολιτική πλατφόρμα.]

Η απάντηση στην ερώτηση αν ο Στέφανος Κασσελάκης θα μπορούσε να εκλεγεί αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας είναι μεν καταφατική, κατά τη γνώμη μου, αλλά ο λόγος είναι άλλος και είναι και ουσιαστικός: το άνοιγμα της διαδικασίας εκλογής κομματικών ηγεσιών στο σύνολο του εκλογικού σώματος ευνοεί την κυριαρχία προσωποκεντρικών κριτηρίων επιλογής, όπως το στυλ, η εικόνα και ο «αέρας», αυτή η απροσδιόριστης προέλευσης θετική προσδοκία που μπορεί να μας δημιουργήσει ένα πρόσωπο. Δεδομένου ότι την τακτική της διεύρυνσης του εκλεκτορικού σώματος επιλογής αρχηγών την έχουν υιοθετήσει όλα σχεδόν τα σύγχρονα κόμματα, το «φαινόμενο Κασσελάκη» θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλό παράδειγμα των συνεπειών της τρέχουσας αυτής τάσης. Πώς και γιατί λοιπόν τα κόμματα ακολουθούν αυτόν τον δρόμο;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η σταθερά πτωτική πορεία του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών των ευρωπαϊκών κομμάτων και η χαλάρωση της κομματικής ταύτισης, συνέπεια της άμβλυνσης των ταξικών διαιρέσεων, ευνόησαν την περαιτέρω αποδυνάμωση των μη κοινοβουλευτικών κομματικών δομών. Στη συνέχεια, ο εναγκαλισμός των κομμάτων καρτέλ με τις λειτουργίες του κράτους ενίσχυσαν την απόσταση μεταξύ κομμάτων και κοινωνίας πολιτών, καθώς τα κόμματα εξουσίας γρήγορα συναισθάνθηκαν ότι μπορούν να πετύχουν την επιδιωκόμενη εκλογική κινητοποίηση με τη χρήση κρατικών πόρων, με τρόπο στοχευμένο και σε ατομικό επίπεδο. Όταν όμως οι κρατικοί πόροι άρχισαν να μειώνονται λόγω της οικονομικής κρίσης και η υπέρμετρη χρήση ειδικών της επικοινωνίας σχηματοποίησε το έως τότε ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος επιχείρημα περί «δημοκρατικού ελλείμματος», η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης κόμματος και κοινωνίας έγινε επιτακτική. Η διεύρυνση των εκλεκτορικών σωμάτων για την επιλογή των ηγεσιών ήταν ένα χαμηλού κόστους όπλο των κομμάτων καρτέλ έναντι των ολοένα και πιο αποδεκτών στην κοινή γνώμη κατηγοριών περί ελιτισμού και αποξένωσης των κομματικών φορέων από την κοινωνία. Όσο περιττά και αν ήταν πλέον τα μέλη στις βασικές λειτουργίες των κομμάτων καρτέλ, η συμμετοχή τους στη διαδικασία επιλογής των ηγεσιών αναμφίβολα θα επιδιόρθωνε τη δημόσια εικόνα των κομμάτων ως μηχανισμών αντιπροσώπευσης.

Συνεπώς, ως ερμηνεία της διεύρυνσης του εκλεκτορικού σώματος για την επιλογή ηγεσίας προβάλλει το κίνητρο του ίδιου του κόμματος καρτέλ να διαφυλάξει τη λειτουργία του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η επιλογή της ανοιχτής εκλογής από τη βάση προωθείται συχνότερα την επομένη μιας βαριάς εκλογικής ήττας ή σε περιπτώσεις στις οποίες γίνεται εμφανής η απόσταση της ηγεσίας από τους ψηφοφόρους του κόμματος, με συνέπεια να τίθεται έμμεσα ζήτημα νομιμοποίησης. Η μεταρρύθμιση της διαδικασίας επιλογής ηγεσίας εμφανίζεται τότε ως «νέα αρχή», η οποία αφενός θα ενεργοποιήσει τους αποξενωμένους υποστηρικτές του κόμματος, αφετέρου θα ανατρέψει εκείνα τα αναποτελεσματικά και παρωχημένα τμήματα των ελίτ που θεωρούσαν την ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος ως αναφαίρετο δικαίωμα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η μεταβολή δρομολογείται από την ίδια την ηγεσία του κόμματος – με την ευρεία έννοια και όχι κατ’ ανάγκη από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο –  με πρόθεση τη διατήρηση της οργανωτικής κυριαρχίας της. Υπό την έννοια αυτή, η εμπλοκή των απλών μελών ή ψηφοφόρων στην επιλογή του πολιτικού προσωπικού δεν οδηγεί στην πτώση του κόμματος καρτέλ· αντίθετα, η διαδικασία φαίνεται να χρησιμοποιείται από τις ηγεσίες ως ένα τελευταίο οχυρό για την προστασία του συγκεκριμένου οργανωτικού μοντέλου. Αν κάτι πετυχαίνει η επιλογή των κομμάτων καρτέλ να «ανοίξουν» τις διαδικασίες ανάδειξης ηγεσιών στους ψηφοφόρους ή τα απλά μέλη τους είναι η αποδυνάμωση των μεσαίου επιπέδου κομματικών στελεχών και εμμέσως, η ενίσχυση της ανώτερης κομματικής ελίτ, η οποία μπορεί να χειριστεί ευκολότερα τη μάζα των απλών ψηφοφόρων με τη βοήθεια επικοινωνιακών χειρισμών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της φαινομενικά υποστηρικτικής της δημοκρατίας διεύρυνσης του εκλεκτορικού σώματος για την ανάδειξη κομματικών ηγεσιών: ο λεγόμενος «εκδημοκρατισμός των διαδικασιών εκλογής» μπορεί κάλλιστα να συνυπάρξει με φαινόμενα περαιτέρω επαγγελματοποίησης της πολιτικής. Η επικράτηση του Στέφανου Κασσελάκη μαρτυρά ότι οι προσεκτικά σχεδιασμένες εμφανίσεις σε φυσικό χώρο, η καλοκουρδισμένη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η διαμόρφωση μιας σειράς εύληπτων και προφανών μηνυμάτων που ερεθίζουν τα θυμικό των ψηφοφόρων έχουν μεγαλύτερο χώρο δράσης στο μεγάλο κοινό. Αυτή είναι μια εξέλιξη που πρέπει να μας προβληματίζει, όχι γιατί ο Στέφανος Κασσελάκης δεν είναι αρκούντως αριστερός ή γιατί του αρέσει υπερβολικά πολύ να φωτογραφίζεται, αλλά γιατί η διαδικασία εκλογής από τη βάση οδήγησε στην εκλογή ενός ανθρώπου που δεν γνωρίζαμε και συνεπώς δεν ήμασταν σε θέση να κρίνουμε πολιτικά. Και αυτό δεν είναι ευθύνη του ιδίου, ούτε καν του Αλέξη Τσίπρα ως μεμονωμένου πολιτικού προσώπου το οποίο προώθησε τη νέα ρύθμιση της διεύρυνσης του εκλεκτορικού σώματος για την επιλογή ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ, στον βαθμό που εκείνος ακολούθησε την επιβεβλημένη τάση των υπολοίπων κομμάτων. Η ευθύνη θα πρέπει να αναζητηθεί στον λόγο για τον οποίο υιοθετείται αυτή η τάση από τα σύγχρονα κόμματα. Και αυτός δεν είναι άλλος από τη βουλιμία των επαγγελματιών της πολιτικής να κερδίσουν ή να διατηρήσουν την εξουσία, όχι για να υπηρετήσουν έστω τα εκλογικά τους ακροατήρια, αλλά για να υπηρετήσουν τις δικές τους φιλοδοξίες. Η βουλιμία αυτή οδηγεί στην απίσχναση της πολιτικής, όχι μόνο με την έννοια της αφυδάτωσής της από ιδεολογικά στοιχεία, αλλά και από ένα συνεκτικό σύνολο προτάσεων (ή και προγραμματικών δεσμεύσεων, όπως θα συμπλήρωνε ο Ευάγγελος Βενιζέλος). Χωρίς τη βοήθεια της ιδεολογίας ή των προγραμματικών θέσεων ως ευριστικών μηχανισμών ψήφου, τα κόμματα μοιραία στρέφονται σε άλλες τακτικές αντιμετώπισης της αυξανόμενης αίσθησης αποξένωσης του μέσου πολίτη από εκλεγμένους αξιωματούχους και η αλλαγή του τρόπου εκλογής ηγεσίας είναι μια από τις προσφιλέστερες τέτοιες τακτικές. Η κυριαρχία της επικοινωνίας επί της πολιτικής είναι αναπόφευκτη σε αυτές τις συνθήκες.

Υπό την έννοια αυτή ο Στέφανος Κασσελάκης δεν είναι «το φαινόμενο». Είναι απλώς μια τρανταχτή απόδειξη της έκτασης των συνεπειών που λαμβάνει η κρίση αντιπροσώπευσης στις σύγχρονες δημοκρατίες. Άλλες τέτοιες αποδείξεις στην ελληνική περίπτωση συνιστούν η εκλογή προσώπων με χαρακτηριστικά τηλεοπτικών αστέρων στις ευρωεκλογές, όπου ο σταυρός προτίμησης και μάλιστα σε μια ενιαία περιφέρεια ενισχύει κατακόρυφα τον ρόλο της επικοινωνίας και του χρήματος, αλλά και η υπέρμετρη χρήση επικοινωνιακών αφορμών από τον επίσης εκλεγμένο από ένα ανοιχτό ακροατήριο Κυριάκο Μητσοτάκη. Αν θέλουμε να δούμε λοιπόν βαθύτερα στα πράγματα, δεν θα πρέπει να αναζητούμε την «κερκόπορτα» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τη συνθήκη – προσοχή, όχι το πρόσωπο – που άνοιξε την πόρτα στον Στέφανο Κασσελάκη «από τα μέσα».

Και φυσικά δεν πρέπει να μείνουμε στη συνθήκη γιατί επικεντρώνοντας την προσοχή μας στο αν τη συνθήκη αυτή πρέπει να την ονομάσουμε «μεταπολιτική» ή οτιδήποτε άλλο, δεν εστιάζουμε στην αιτία που την προκάλεσε: την κρίση αντιπροσώπευσης. Βλέπουμε το κάρο και αδιαφορούμε για το άλογο. Και έτσι χάνουμε την ουσία. Η ουσία δεν είναι τα ρηχά κριτήρια επιλογής των πολιτών. Η ουσία είναι η κρίση αντιπροσώπευσης και την ευθύνη για αυτήν δεν την έχει ο μέσος πολίτης. Την έχουν εκείνοι που επιλέγουν να ηγηθούν κομμάτων και κυβερνήσεων.

Γιάννης Κωνσταντινίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πιστοποιητικό εμβολιασμού: νομικά και κοινωνικά διλήμματα

Με αφορμή τη χθεσινή απόρριψη της ελληνικής πρότασης για τη θέσπιση πιστοποιητικού εμβολιασμού σε ενιαία ευρωπαϊκή κλίμακα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο Κωνσταντίνος Κουρούπης γράφει για τα νομικά, ηθικά, αλλά και πρακτικά ζητήματα που εγείρονται.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.