Πέντε Ανώτατοι Δικαστές και Καθηγητές Πανεπιστημίου τοποθετούνται πάνω στα όρια του δικαστικού ελέγχου ζητημάτων συνταγματικότητας που επηρεάζουν ή και ανατρέπουν τους δημοσιονομικούς στόχους. Αφορμή η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που, σύμφωνα με τις διαρροές, έκρινε κατά πλειοψηφία συνταγματική την νομοθετική κατάργηση του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των δημοσίων υπαλλήλων.

Πέντε απόψεις ανώτατων δικαστών και καθηγητών πανεπιστημίου με αφορμή την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον 13ο και 14ο μισθό

Η  απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) που, σύμφωνα με τις διαρροές,  έκρινε κατά πλειοψηφία συνταγματική την νομοθετική κατάργηση του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των δημοσίων υπαλλήλων φέρνει για μια ακόμη φορά στο προσκήνιο την αντιπαράθεση πάνω στα όρια του δικαστικού ελέγχου ζητημάτων συνταγματικότητας που επηρεάζουν ή και ανατρέπουν τους δημοσιονομικούς στόχους.

Το επίκαιρο αυτό ζήτημα προσεγγίζουν για το Syntagma Watch πέντε Ανώτατοι Δικαστές και Καθηγητές Πανεπιστημίου, με αφορμή τη σχετική εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου την περασμένη εβδομάδα.

Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Το βασικό ζήτημα που τέθηκε στην πρόσφατη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη μείωση του ύψους των συντάξεων ως αποτέλεσμα της εφαρμογής πολιτικών δημοσιονομικής εξισορρόπησης ήταν το εξής:

Πως θα διασφαλισθεί η δικαστική προστασία ενός θεμελιώδους δικαιώματος όπως η σύνταξη – το όποιο όμως συνίσταται σε χρηματικές παροχές από δημόσιους πόρους εξ ορισμού περιορισμένους -, όταν η δικαστική λειτουργία δεν μπορεί δικονομικά να έχει πλήρη γνώση των δημοσιονομικών συνεπειών που συνεπάγεται μια απόφασή της λαμβανόμενη επί εντοπισμένου ζητήματος συνταγματικότητας, και ενώ, σεβόμενη την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, ούτε τη δημιουργία, ούτε την ανακατανομή των δημόσιων πόρων δύναται να αποφασίζει.

Η λύση που προέκρινε το Δικαστήριο ήταν να θεωρήσει ότι ο νομοθέτης, όταν προβαίνει σε μειώσεις του ύψους συντάξεων, ήτοι όταν θίγει το θεμελιώδες δικαίωμα στη σύνταξη, οφείλει να αιτιολογεί την νομοθετική επιλογή κατά τρόπο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να παράσχει στο θιγέν θεμελιώδες δικαίωμα την απαιτούμενη από την αρχή της αναλογικότητας δικαστική προστασία.

Η απαίτηση να αιτιολογείται ο νόμος – εκ των προτέρων, ήτοι κατά τη διαδικασία ψήφισής του – θέτει πλείονα ζητήματα που δεν έχουν πλήρως διαλευκανθεί, μεταξύ των οποίων μπορεί να αναφερθούν και τα εξής:

Πρώτον, ποιος είναι, σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα, ο νομοθέτης που οφείλει να αιτιολογεί τις επιλογές του,

Δεύτερον, πόσο αυτεπάγγελτος επιτρέπεται να είναι ο δικαστικός έλεγχος της αιτιολογίας του νόμου όταν το βάθος της έρευνας του πραγματικού, όπως επί αναλογιστικών μελετών, είναι απύθμενο, και,

Τρίτον, πόσο οριακός ή πλήρης πρέπει και μπορεί να είναι ο δικαστικός έλεγχος στις διάφορες φάσεις αναζήτησης της αναλογικότητας του επιλεγέντος νομοθετικού μέτρου.

Σταυρούλα Κτιστάκη, Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, Πάρεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας

Υπάρχει οριακός δικαστικός έλεγχος των επιλογών του νομοθέτη κατά την εφαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής, ως κατ’εξοχήν άσκηση δημόσιας πολιτικής. Σημασία έχει να εξεταστούν τα ερμηνευτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο δικαστής κατά την διερεύνηση του επείγοντος στη λήψη δημοσιονομικών μέτρων.

Στο πλαίσιο αυτό, διακρίνεται η πρώτη φάση της νομολογίας της κρίσης, όπου ο έλεγχος περιορίζεται στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και στην πιο πρόσφατη νομολογία, κατά την οποία ο έλεγχος επεκτείνεται στην αιτιολόγηση των νομοθετικών επιλογών και στην εξέταση των συνεπειών των σωρευτικά λαμβανόμενων δημοσιονομικών μέτρων σε περίοδο παρατεταμένης κρίσης.

Τέλος, υφίσταται προβληματισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα του ρόλου του Συμβουλίου της Επικρατείας σε περιόδους που έχουν χαρακτηριστεί ως «εξαιρετικές» και στο πνεύμα αυτό, καλό είναι να επισημανθεί εκ νέου η ανάγκη ενός προληπτικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας σχεδίων νόμων εφαρμοστικών ιδίως δημοσιονομικής πολιτικής.   

Στέλιος Κουτνατζής, Λέκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Θράκης

Η νομοθετική/εκτελεστική λειτουργία υπόκειται σε συνταγματικές δεσμεύσεις και κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί να θεμελιωθεί συνταγματικά γενική διαφοροποίηση αυτών των δεσμεύσεων αναλόγως του εάν απευθύνονται στη νομοθετική/εκτελεστική ή την δικαστική λειτουργία.

Η οικονομικοπολιτική ουδετερότητα του Συντάγματος επιτρέπει όμως μόνον έναν οριακό δικαστικό έλεγχο ως προς την τήρηση θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και δικαιωμάτων. Δεν επιτρέπεται διαφοροποίηση της έντασης του δικαστικού ελέγχου αναλόγως του ακολουθούμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, η νομοθετική/εκτελεστική λειτουργία έχει τη δυνατότητα, στη βάση των πολιτικών της επιλογών, να προσδιορίσει τον κατά περίπτωση επιθυμητό τρόπο επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, μεταξύ μείωσης των δημοσίων δαπανών και αύξησης των δημοσίων εσόδων.

Η ελληνική συνταγματική νομολογία των τελευταίων ετών σε περιορισμένο βαθμό μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στις ανωτέρω επιταγές. Αυξάνει την ένταση του δικαστικού ελέγχου σε σχέση με συγκεκριμένες κατηγορίες δημοσίων δαπανών ενώ διατηρεί μια στάση αυτοσυγκράτησης σε σχέση με μέτρα αύξησης των δημοσίων εσόδων, κατά τρόπο που δεν συνάδει προς την οικονομικοπολιτική ουδετερότητα του Συντάγματος.

Απόστολος Βλαχογιάννης, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου

Η εποχή της «δημοσιονομικής αθωότητας» έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η νέα ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση έχει κατορθώσει να «εμφυτεύσει» στην έννομη τάξη των κρατών μελών όλα τα αναγκαία εργαλεία και μηχανισμούς για την τήρηση των δημοσιονομικών στόχων. Παράλληλα, η «δικαστικοποίηση» της κρίσης επιβεβαίωσε την προϊούσα αποδυνάμωση της έντασης του δικαστικού ελέγχου στο πεδίο αυτό.

Τα δικαστήρια δεν παίζουν κεντρικό ρόλο στον υπό διαμόρφωση «δημοσιονομικό συνταγματισμό». Συνεπώς, οι αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων επί δημοσιονομικών ζητημάτων εξετάζουν αναπόφευκτα μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούν να ανατρέψουν τους βασικούς δημοσιονομικούς στόχους, γιατί αυτοί είναι βαθιά ριζωμένοι πλέον (πολιτικά και νομικά) στην εθνική και την ενωσιακή έννομη τάξη. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι στερούνται επιπτώσεων. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι επιβεβλημένη η προσαρμογή στα νέα δεδομένα της λειτουργίας του δικαστικού ελέγχου.

Εφόσον δεν είναι εφικτή η πραγματοποίηση ενός ολοκληρωμένου ελέγχου της δημοσιονομικής πολιτικής, κρίνεται σκόπιμος ο αυτοπεριορισμός των δικαστών και επικουρικά η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων δικονομικών εργαλείων προς μετριασμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων των αποφάσεών τους.

Βασιλική Χρήστου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου

Τα δημοσιονομικά ζητήματα έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του δικαστικού ελέγχου τα τελευταία χρόνια με αφορμή την περικοπή μισθών και συντάξεων.

Κατά τη γνώμη μου, δύο είναι οι μεγάλες προκλήσεις που τίθενται για τη συνταγματική ερμηνεία.

Πρώτον, πρόκειται για την επέκταση του ελέγχου αναλογικότητας από το πεδίο των περιορισμών των κλασικών (ατομικών) δικαιωμάτων στο πεδίο της κρατικής υποχρέωσης προστασίας συνταγματικών σκοπών, πράγμα που αναδεικνύεται ιδίως στην περίπτωση των ειδικών μισθολογίων. Αυτή η επέκταση του ελέγχου αναλογικότητας εγείρει νέα ζητήματα νομιμοποίησης του δικαστικού ελέγχου (το «εάν»), αλλά και νέα μεθοδολογικά ζητήματα (το «πώς» ή «σε ποιο βαθμό»).

Δεύτερο ζήτημα είναι η υποχρέωση αιτιολογίας του νόμου μέσα από ειδική, επιστημονική μελέτη, ώστε να διεξαχθεί ο έλεγχος της αναλογικότητας. Δικαιολογείται η επέκταση της νομολογίας για το περιβάλλον και την πολεοδομία στο πεδίο των δημοσιονομικών ή πρόκειται για δύο θεμελιακά διαφορετικές περιπτώσεις;

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;