Αφιέρωμα // Ο θεσμός της Ποινικής Ευθύνης των Υπουργών: Ιστορική Επισκόπηση

Σε μια σειρά έξι άρθρων σε συνέχειες επιχειρείται η επιστημονική προσέγγιση του θεσμού της ποινικής ευθύνης των Υπουργών. Το πρώτο άρθρο εκκινεί από την ιστορική καταγωγή του θεσμού, περιλαμβανομένης και μιας συγκριτικής επισκόπησής του που καταλαμβάνει άλλες έννομες τάξεις.

Ένας θεσμός, όπως, αυτός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, είναι από τη φύση του θεσμός οριακός[1]και επανεμφανίζεται σε περιόδους πολιτειακής κρίσης και πολιτικής έντασης.[2] Η συγκεκριμένη, μάλιστα, συνταγματική πρόβλεψη αποτελεί ίσως την πιο πολυσυζητημένη και πολυεπικρινόμενη συνταγματική διάταξη, με την ασκούμενη κριτική να εστιάζει τόσο ως προς την δικαιοπολιτική της νομιμοποίηση, όσο και προς καθαυτή την ανάγκη ύπαρξής της.

Η εμπειρία από την πρακτική εφαρμογή του θεσμού και οι θεσμικοπολιτικές «παρενέργειες»[3] που προκαλούνται από αυτήν, οδήγησαν στο παρελθόν στην καθ’ ολοκληρίαν μεταβολή της συνταγματικής διάταξης[4], ενώ σήμερα η ένταξη του άρ. 86 Σ στις προς αναθεώρηση διατάξεις θεωρείται sine qua non επιδίωξη.[5] & [6]

Θεωρείται αυτονόητο ότι οι διατυπωμένες προτάσεις γίνονται de constitutione ferenda, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές κατατίθενται παράλληλα με την τρέχουσα αναθεωρητική διαδικασία. Θα συνιστούσε, άλλωστε, ερμηνευτική ακροβασία κάποια διορθωτική ερμηνεία[7] της διάταξης ή ο χαρακτηρισμός της ως περιθωριακής και άρα ανενεργούς,[8] ενόσω παραμένει σε ισχύ.

Ως προς το πρώτο άρθρο, κρίθηκε, απαραίτητη μια συνοπτική αναδρομή στην συνταγματική μας ιστορία και μια συγκριτική επισκόπηση του θεσμού στο πλαίσιο άλλων συνταγματικών τάξεων, έτσι ώστε η σφαιρικότερη και πολυδιάστατη προσέγγισή του να οδηγήσει στην αντικειμενικότερη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ανάλυσή του.

Η καταγωγή του θεσμού

Τα θεμέλια του θεσμού της ποινικής ευθύνης των Υπουργών ανευρίσκονται στην κοιτίδα του κοινοβουλευτισμού («mater parlemantorum»), την Αγγλία του 14ου αιώνα επί διακυβερνήσεως Εδουάρδου Γ΄.[9], [10] Αν λάβουμε υπόψη την ισχύ της μοναρχικής αρχής και το δόγμα «The King can do no wrong»,[11] μπορούμε ευκόλως να κατανοήσουμε τους λόγους που η ποινική ευθύνη των Υπουργών πρωτοσυναντάται στην Αγγλία. Το «ανεύθυνο» του μονάρχη ως επακόλουθο της μεταφυσικής του διάστασης, καλύπτεται από την απόδοση και τον καταλογισμό ευθυνών στους συμβούλους του (υπό – έργων, Υπουργών).[12]

Ο θεσμός της δίωξης και της επιβολής κυρώσεων στους κυβερνώντες αποδίδεται με τον όρο «impeachment»[13] Κύριο χαρακτηριστικό της διαδικασίας του «impeachment» ήταν ο προέχων ρόλος της Βουλής των Κοινοτήτων ως έκφραση της θεσμικής της αναβάθμισης.[14] Η ουσία του θεσμού ήταν ότι η Βουλή των Κοινοτήτων έφερε την αρμοδιότητα άσκησης δίωξης και απόδοσης κατηγοριών εναντίον των κυβερνώντων, ενώ με την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών επιφορτιζόταν η Βουλή των Λόρδων.[15]

Η μετάβαση από τη μοναρχία και την μοναρχική αρχή, στον πρώιμο κοινοβουλευτισμό[16] και τη δυαδική εξάρτηση της Κυβέρνησης[17] (από το Κοινοβούλιο και από τον Μονάρχη) και έπειτα στον κλασικό κοινοβουλευτισμό[18] (με μόνη την εξάρτηση της Κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη του Κοινοβουλίου) και την εισαγωγή της κοινοβουλευτικής αρχής, οδήγησαν στη γένεση της πολιτικής – κοινοβουλευτικής ευθύνης και στη σταδιακή περιθωριοποίηση του «impeachment», το οποίο εφαρμόστηκε για τελευταία φορά το 1804 εναντίον του Lord Melville[19],[20].

Υποστηρίζεται[21], λοιπόν, ότι η ποινική ευθύνη προηγείται χρονικά της πολιτικής, και ως πρωθύστερη αυτής λειτουργεί ως υποκατάστατό της[22]. Κατά άλλη άποψη όμως, το «impeachment» ως έκφανση της ποινικής ευθύνης, φέρει και πολλά πολιτικά χαρακτηριστικά[23],τα οποία κατατείνουν στην ενοποίηση ποινικής και πολιτικής ευθύνης[24] είτε η εκδοχή της ενιαίας ευθύνης είτε η εκδοχή της προγενέστερης εμφάνισης της ποινικής ευθύνης καταλήγουν στο ίδιο πολιτειολογικό συμπέρασμα· τη μετέπειτα διάσπαση της πολιτικής από την ποινική ευθύνη[25].

Συμπερασματικά, ο θεσμός της ποινικής ευθύνης από την πρώτη μορφή που έλαβε, τη διαδικασία του «impeachment», συνυφαίνεται με την ίδια τη μετεξέλιξη και τον μετασχηματισμό των πολιτευμάτων, αλλά και του ίδιου του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Συγκριτική επισκόπηση – Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης στην αλλοδαπή

Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών δεν απαντάται μόνο στην ελληνική συνταγματική τάξη, αλλά αποτελεί κοινό χαρακτηριστικών των σύγχρονων δημοκρατιών – είτε κοινοβουλευτικής είτε προεδρικής μορφής[26],[27]. Συστηματοποιώντας τις ομοιότητες της ελληνικής ρύθμισης με τις ρυθμίσεις αλλοδαπών Συνταγμάτων, θα λέγαμε πως υπάρχει μια σύμπτωση στα εξής τρία σημεία. Στη «ratio constitutionalis», στην άσκηση δίωξης από πολιτικό όργανο και στην ύπαρξη ειδικού δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων.

Ως προς τη συνταγματική «ratio»[28] σημειώνεται πρώτον ότι η ύπαρξη ειδικής ρύθμισης της ποινικής ευθύνης των Υπουργών επιτελεί διττό σκοπό. Λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση και του φορέα του σχετικού αξιώματος – αφού τον προφυλάσσει από συχνές και αυθαίρετες διώξεις που θα παρακώλυαν το έργο του – , αλλά και ως εγγύηση για το κύρος του αξιώματος, δεδομένου, ότι αποτρέπει την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής[29],[30].

H απόφαση από την εθνική αντιπροσωπεία για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά μέλους της Κυβερνήσεως, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινοβουλευτικής παράδοσης ορισμένων κρατών. Ήδη τα γαλλικά επαναστατικά Συντάγματα του 1791[31] και του 1795[32], προέβλεπαν τη σύσταση δικαστηρίου αποτελούμενου από ενόρκους, οι οποίοι εκλέγονταν ad hoc από τις εκλογικές συνελεύσεις των departments, με έργα την εκδίκαση υποθέσεων κατά πολιτικών αξιωματούχων[33].

Επίσης, σε κάποια Συντάγματα η πρωτοβουλία άσκησης ποινικής δίωξης αναγνωρίζεται στη Βουλή μόνο ως προς κάποια ποινικά αδικήματα, ενώ για τα υπόλοιπα η αρμοδιότητα ανήκει στις κοινές διωκτικές αρχές. Αυτό ισχύει για τα Συντάγματα της Ισπανίας[34] και της Ιταλίας[35], όπου το ειδικό καθεστώς ενεργοποιείται μόνο για εγκλήματα κατά της ασφάλειας του κράτους.

Όμως, αυτό που διαχρονικά εμφανίζεται με μια σχετική ομοιομορφία και κοινή συνταγματική πρακτική, είναι η ανάθεση της εκδίκασης των υποθέσεων [36]των σχετικών με την υπουργική ευθύνη σε ειδικό δικαστήριο[37]. Είτε στο Ανώτατο ή στο Συνταγματικό Δικαστήριο[38], είτε σε ειδικό δικαστήριο με συμμετοχή ανώτατων δικαστικών και εκπροσώπων του Κοινοβουλίου[39] είτε σε σώμα με αμιγή πολιτική σύνθεση[40].

H ιδιαιτερότητα και η θεσμική πρωτοτυπία της ελληνικής ρύθμισης σε σχέση με αλλοδαπές συνταγματικές διατάξεις, έγκειται στον μαξιμαλιστικό χαρακτήρα της διάταξης του άρ. 86 Σ, το οποίο εγκλείει όλες τις προστατευτικές για τους Υπουργούς ρήτρες που συναντώνται σε άλλα συντάγματα, περιέχοντας μια σειρά από λεπτομερείς και εξαντλητικές για συνταγματικό κείμενο δικονομικές ρυθμίσεις.[41]

Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέλος του εργαστηρίου του Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης


Υποσημειώσεις:

[1] Βενιζέλος Ευάγγελος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, βιβλιοθήκη «Υπεράσπισης», Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ.33.

[2] Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβέρνησης και των Υφυπουργών στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1995, σελ.47.

[3] Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.109 επ.

[4] Χρυσόγονος Χ. Κώστας, ». «Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των υπουργών μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος», ΠοινΧρ, ΝΑ’ 2001 , σελ.781 – 788.

[5] Αυτό επιβεβαιώθηκε και στο τρέχον αναθεωρητικό διάβημα όπου συμπεριελήφθη η συγκεκριμένη διάταξη. Η προτεινόμενη διάταξη που υπερψηφίστηκε από την Προτείνουσα Βουλή δεν επιφέρει μια εκ βάθρων αλλαγή του θεσμού της ποινικής ευθύνης των Υπουργών. Η προτεινόμενη και τελικώς υπερψηφισθείσα διάταξη από την 1η Βουλή προβλέπει σημειακές αλλαγές. Καταπώς φαίνεται και η 2η Βουλή, η κατεξοχήν Αναθεωρητική – μολονότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο και της κατευθύνσεις της Προτείνουσας – θα κινηθεί στο ίδιο πνεύμα.

[6]  Βλ. Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος, «Η ποινική ευθύνη των Υπουργών», ΕΔΔΔΔ, 1/2013, σελ.41-48 και ιδίως σελ. 42.Παρασκευόπουλος Νίκος, «Τεχνάσματα με τις ευθύνες των Υπουργών, Η βασική φιλοσοφία της συνταγματικής ρύθμισης για την ποινική ευθύνη των υπουργών και υφυπουργών είναι γνωστή και κοινά αποδεκτή», στην εφημερίδα «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» 5.7.2009, Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Η ποινική «ευθύνη» των Υπουργών, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 17.2.2018.

[7] Δερβιτσιώτης Άλκης, «Η αποσβεστική προθεσμία παρήλθε», ΕΔΔΔΔ 1/2013, σελ.34 – 40 και κυρίως σελ.40, Χρυσόγονος Χ. Κώστας, «Mala lex, sed lex», ΕΔΔΔ, 1/2013, σελ.18-22 και κυρίως σελ.22.

[8] Παξινός Δημήτρης – Σπηλιόπουλος Ιωάννης, Χωρίς ισχύ το άρθρο 86 του Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών, στην εφημερίδα «Καθημερινή» 4.6.2017.

[9] Μαυριάς Γ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, 5η έκδοση, Αθήνα, 2014, σελ.585 και κυρίως την εκεί παραπομπή νο.674.

[10] Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ. 46 – 47.

[11] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.585.

[12] Σγουρίτσας Χρήστος, Η οργάνωσις της Κυβερνήσεως και η κοινοβουλευτική ευθύνη των Υπουργών, Αθήνα, 1931, σελ.110. Μπέσιλα – Βήκα Ευρυδίκη, Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών στο ελληνικό και συγκριτικό Συνταγματικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα ΑΕ, Αθήνα, 1985, σελ.7.

[13]Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.46.

[14]Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.47.

[15] Dicey Albert Venn, Introduction to the Study of the law of the Constitution, 8th edition, Liberty Fund, Indianapolis, 1982, page 210 – 213.

[16]Βενιζέλος Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2η έκδοση, Αθήνα, 2008, σελ. 399.

[17]Τσάτσος Θ. Δημήτρης, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β’, Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2η έκδοση, Αθήνα –  Κομοτηνή, 1993, σελ. 108.

[18]Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ. 325.

[19]Δημητρόπουλος Γ. Ανδρέας, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2011, σελ.1159 και κυρίως την εκεί παραπομπή νο.282.

[20]Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.57 για κακοδιαχείριση της εξουσίας, σπάνια χρειάστηκε πλέον να γίνει επίκληση της ποινικής διαδικασίας του impeachment ενώπιον του Κοινοβουλίου».

[21]Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.43.

[22]Δημητρόπουλος Γ. Ανδρέας, ό.π., σελ. 1160. Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ. 584, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ 313 επ.

[23]Βενιζέλος Ευάγγελος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, ό.π., σελ.41.

[24]Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.41, ο οποίος εκλαμβάνει ως εσφαλμένη την άποψη του χρονικά πρωθύστερου  της ποινικής ευθύνης των υπουργών έναντι του θεσμού της πολιτικής τους ευθύνης.

[25]Δημητρόπουλος Γ. Ανδρέας, ό.π., σελ.1160, Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.584, Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ 313 επ., Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.65 επ.

[26]Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, Η σχέση πολιτικής και ποινικής ευθύνης των υπουργών και ο νέος εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος, Εφαρμογές 1/96, σελ.54 – 64.

[27]Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.585.

[28] Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, ό.π., σελ.61.

[29]Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, ό.π., σελ.60 την εκεί παραπομπή νο.22 όπου παραθέτει λεπτομερώς την γαλλόφωνη βιβλιογραφία (Μ.Kamto, Y.Guichet, K.Ferstel).

[30]Βενιζέλος Ευάγγελος, Η ποινική ευθύνη των υπουργών στο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα αρχαϊκά και στα εξελιγμένα χαρακτηριστικά ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, ό.π., σελ.35 και την εκεί παραπομπή νο.13 όπου αναφέρει την πρόσφατη εφαρμογή του θεσμού στη Γαλλία.

[31]Κεφ V, παρ. 23.

[32]Άρθρα 266, 269, 272.

[33]Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, ό.π., σελ.57.

[34]Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, ό.π., σελ.59.

[35]Κατρούγκαλος Σ.Π. Γιώργος, ό.π., σελ.61.

[36] Δεδομένου ότι συνταγματικές τάξεις όπως η Γερμανική υπό το κράτος του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης (1949) δεν προβλέπουν ειδική ρύθμιση για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, για τα γενικώς σχετιζόμενα με την υπουργική υπεύθυνη μνημονεύονται σε: Heun Werner, The Constitution of Germany, Hart Publishing, Portland, 2011, page 128 – 130.

[37] Χρυσόγονος Χ. Κώστας, «Η ρύθμιση της ποινικής ευθύνης των Υπουργών», ΠοινΧρ, ΝΑ/2001, σελ. 705.

[38] Έτσι τα Συντάγματα του Λουξεμβούργου του 1868 (άρθρο 116), της Ιταλίας του 1848 (άρθρο 134), της Πορτογαλίας του 1976 (άρθρο 133), της Ισπανίας του 1978 (άρθρο 102), της Ελβετίας του 1874 (άρθρο 112), του Βελγίου του 1831 (άρθρο 90), της Αυστρίας του 1955 (άρθρο 143), της Ολλανδίας του 1815/1963 (άρθρο 119).

[39] Έτσι τα Συντάγματα της Δανίας του 1953 (άρθρο 16,60) και της Νορβηγίας του 1814/1964.

[40] Έτσι το γαλλικό Σύνταγμα του 1958 (άρθρο 68).

[41] Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, με τη συνδρομή του Στυλιανού – Ιωάννη Γ. Κουτνατζή, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονική, 2014, σελ.548 επ. και του ίδιου, Η «Μεγάλη πορεία» προς την αποθέσμιση, ο εκφεουδαρχισμός του ελληνικού πολιτικού συστήματος, εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα, 2011, σελ.93 επ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;