Αφιέρωμα // Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών (Μέρος II)

Στη συνταγματική μας ιστορία παρατηρείται μια συνταγματική ομοιομορφία ως προς το όργανο που έφερε την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά των Υπουργών. Και αυτό ήταν η εθνική αντιπροσωπεία.

 O θεσμός της ποινικής ευθύνης των Υπουργών στην ελληνική συνταγματική ιστορία[1],[2]

Στο 2ο άρθρο της σειράς επιχειρείται μια συνολική επισκόπηση και περιδιάβαση εντός της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας που εκκινεί από τη δίωξη του Χαρίλαου Τρικούπη και εξικνείται μέχρι και την πολυτάραχη θεσμικά περίοδο του 1989 και την δίωξη του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.

Η εξέλιξη του θεσμού, αλλά και η πρακτική του εφαρμογή θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε την ιδιαιτερότητα στην μηχανική, αλλά και στην ratio της διάταξης όπως αυτή αναδιαμορφώθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 και ισχύει με σημειακές αλλαγές (βλ. την αναθεώρηση που περατώθηκε προ ολίγων ημερών, συμπεριλαμβανόμενου και του άρ. 86 Σ στο αναθεωρητικό διάβημα) μέχρι σήμερα.

Από το επαναστατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου στους νόμους Ν.ΦΠΣΤ’ & Ν.ΧΕ’

Ήδη από τα Συντάγματα Εθνεγερσίας εντοπίζουμε σπερματικά κάποιες συνταγματικές προβλέψεις, οι οποίες αποτέλεσαν προδρομικής φύσεως θεσμούς της ποινικής ευθύνης των Υπουργών. Συγκεκριμένα, στο τμήμα Ζ’ (περί των καθηκόντων του Εκτελεστικού Σώματος) και την παρ. ξς’ του συνταγματικού κειμένου της Επιδαύρου (1822) συναντάμε για πρώτη φορά τον όρο ευθύνη που σχετίζεται με την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων.[3] Ενώ στις παρ. πε’ και στην παραπεμπόμενη παρ. νγ’ οριζόταν η διαδικασία ελέγχου των Υπουργών για πολιτικό έγκλημα, η οποία, αν απέληγε σε αποδοχή της κατηγορίας, οδηγούσε στην αυτοδίκαιη έκπτωση από το υπουργικό αξίωμα.[4]

Το Σύνταγμα του Άστρους (1823) στην παρ. ξζ΄ αναθέτει τον έλεγχο των κατηγοριών κατά μελών του Εκτελεστικού Σώματος – συμπεριλαμβανομένων και των Υπουργών δυνάμει της παρ. ξθ’- για τη διάπραξη πολιτικών εγκλημάτων, σε ειδική επιτροπή η οποία απαρτίζεται από εννέα μέλη τα οποία διορίζονται με απόφαση του Βουλευτικού Σώματος.[5]

Αξιοπρόσεκτη, όμως, είναι η ρύθμιση του Συντάγματος της Τροιζήνας (1827), όπου το άρ.132[6] ορίζει τα σχετικά με την ευθύνη των Γραμματέων της Επικρατείας (Υπουργών)[7] προβλέποντας ένα πλέγμα ρυθμίσεων εξαιρετικά νεωτερικών και καινοτόμων σε σχέση με την περίοδο όπου ίσχυσε. Συγκεκριμένα, η Βουλή έφερε αρμοδιότητα να ελέγχει τις κατηγορίες κατά των Γραμματέων της Επικρατείας και εφόσον αποφάσιζε η πλειοψηφία του σώματος, συγκροτούνταν προεξεταστική Επιτροπή αποτελούμενη από επτά βουλευτές. Αφού η Επιτροπή ολοκλήρωνε τις εργασίες της, διαβίβαζε στην Βουλή την αναφορά της, η οποία και θα αποφάσιζε αν θα την αποδεχθεί ή θα την απορρίψει. Σε περίπτωση που έκανε δεκτή την αναφορά, η Βουλή μετασχηματιζόταν σε δικαστήριο το οποίο θα εκδίκαζε τη σχετική υπόθεση, υπό τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[8]

Το Σύνταγμα του 1844 κατοχυρώνει ειδική διαδικασία – για την κατηγορία και την απόδοση ευθυνών στους Υπουργούς – κατά τα πρότυπα της αγγλοσαξονικής πρακτικής, όπως αυτή μεταφέρθηκε στο Σύνταγμα των ΗΠΑ.[9] Το άρ.83 Σ 1844 όριζε ως κατηγορούσα αρχή τη Βουλή και ως δικάζον δικαστήριο την Γερουσία. Ενώ το εδάφιο β’ του άρ.83 Σ 1844 προέβλεπε «επιφύλαξη νόμου», με την οποία ο κοινός νομοθέτης εξουσιοδοτούνταν να ρυθμίσει επακριβώς τα σχετικά με την ποινική ευθύνη των Υπουργών. Μέχρι την έκδοση του νόμου και τη θέσπιση των αδικημάτων, τα οποία θα τυποποιούντο, εφαρμοζόταν το άρ.84 Σ 1844.[10]

Ο ως άνω μνημονευόμενος νόμος δεν εκδόθηκε υπό την ισχύ του Σ 1844, με αποτέλεσμα η νέα διάταξη του άρ.80 Σ 1864 να οδηγήσει συνεκδοχικά και στην πρόβλεψη για την έκδοση νέου νόμου που θα όριζε τα σχετικά με την ευθύνη των Υπουργών. Εκτός αυτού, το άρ.80 Σ 1864 περιείχε παρόμοια ρύθμιση με το Σ 1844, με τη διαφορά ότι δικάζον δικαστήριο δεν ήταν η Γερουσία, αλλά δικαστήριο στο οποίο προήδρευε ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο οποίος πλαισιωνόταν από δώδεκα άλλα μέλη που κληρώνονταν σε δημόσια συνεδρίαση.[11]

To Σύνταγμα του 1911 περιελάμβανε ρύθμιση σχεδόν ταυτόσημη με το Σύνταγμα του 1864 (το ταυτάριθμο με το Σ 1864 άρ.80 Σ 1911).[12] Η διάταξη του Συντάγματος του 1927 παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και από ορολογικής απόψεως μιας και οι χρησιμοποιούμενες έννοιες προσομοιάζουν με τις αντίστοιχες έννοιες και προβλέψεις της ισχύουσας ρύθμισης. Συγκεκριμένα το άρ.93 Σ 1927 αναγορεύει την Βουλή σε αποκλειστικά («μόνη έχει το δικαίωμα») αρμόδια για την απονομή κατηγοριών κατά Υπουργών για αδικήματα που διέπραξαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.[13] Ενώ απονέμονται δικαιοδοτικές αρμοδιότητες στη Γερουσία, η οποία εκδικάζει τις σχετικές υποθέσεις ως ειδικό δικαστήριο.[14] Τέλος, το Σύνταγμα του 1950 περιείχε διάταξη (άρ.80 Σ 1952), η οποία σχεδόν αδιαφοροποίητα με το Σ 1911 ρύθμιζε τα σχετικά με την ποινική ευθύνη των Υπουργών.[15]

Βασικές διαπιστώσεις ως προς το νομοθετικό καθεστώς της ποινικής ευθύνης Υπουργών

Ως προς το νομοθετικό καθεστώς της ποινικής ευθύνης των Υπουργών και λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν ανωτέρω παρατηρητέα είναι τα εξής: oι πρώτοι νόμοι περί ευθύνης των Υπουργών ήταν ο Ν.ΦΠΣΤ της 22ας Δεκεμβρίου 1876 και ο Ν.ΧΕ της 11ης Μαρτίου 1877.[16] Τα δύο αυτά νομοθετήματα εκδόθηκαν κατά τη συνταγματική επιταγή του άρ.80 Σ 1864.[17] Το νομοθετικό πλαίσιο ρύθμιζαν κυρίως τα άρ.10 – 61 του Ν.ΦΠΣΤ[18] οι διατάξεις του οποίου «κατά το μάλλον ή ήττον» ίσχυσαν μέχρι και το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.[19]

Δεδομένου ότι το Σύνταγμα του 1927 ως δικάζον δικαστήριο όριζε τη Γερουσία, οι διατάξεις των νομοθετημάτων αυτών αντικαταστάθηκαν προσωρινά από τον Ν.3398/1927.[20] Το καθεστώς αυτό είχε βραχεία διάρκεια, όπως και το θνησιγενές Σύνταγμα του 1927, αφού με την κατάλυση του στις 10.10.1935 και την αναβίωση του Συντάγματος του 1911, επήλθε κενό στη ρύθμιση των ζητημάτων των σχετικών με την ποινική ευθύνη των Υπουργών, η οποία καλύφθηκε από τον Ν.1443/1950 που επανέφερε σε ισχύ τις ρυθμίσεις του Ν.ΦΠΣΤ.[21]

Από την αρχική αυτή περιδιάβαση στη συνταγματική μας ιστορία, διαπιστώνουμε μια συνταγματική ομοιομορφία ως προς το όργανο που έφερε την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά των Υπουργών. Και αυτό ήταν η εθνική αντιπροσωπεία.

Όπως ανέφερε και ο Ιωάννης Αραβαντινός, η ανάθεση της ποινικής κατηγορίας στην εθνική αντιπροσωπεία «δεν είναι εφεύρεσις των νεότερων νομοθεσιών, αλλ’ ούτε προϊόν τινος θεωρίας. Είναι απλούν και ιστορικώς ευεξήγητον φαινόμενον της πολιτικής ιστορίας».[22] Αυτό αποτελεί εν μέρει το δικαιολογητικό σκοπό της ανάθεσης της ποινικής κατηγορίας σε πολιτικό όργανο.

Ωστόσο, η ύπαρξη ειδικού καθεστώς για την ποινική ευθύνη των Υπουργών έχει όπως αναφέραμε και ανωτέρω ως ratio την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων της πολιτείας[23], αλλά και του ίδιου του φορέα[24] έτσι ώστε να μπορεί να ασκεί ακώλυτα και ανεμπόδιστα τα υπουργικά του καθήκοντα.


Υποσημειώσεις

[1] Λοβέρδος Ν. Ανδρέας, ό.π., σελ.42.

[2] Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.43 όπου η σχετική περίοδος αφικνείται από το 1850 και εξικνείται μέχρι και το 2010.

[3] Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, τα ελληνική Συντάγματα 1822 – 1975/1986, εκδόσεις «Στοχαστής», 2η έκδοση, 1998, σελ.115 όπου παρατίθεται η σχετική διάταξη.

[4] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ. 113, 117 όπου παρατίθενται οι σχετικές διατάξεις.

[5] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.129 – 130 όπου μνημονεύονται οι σχετικές διατάξεις.

[6] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.148 όπου παρατίθεται η σχετική διάταξη.

[7] Αλιβιζάτος Κ. Νίκος, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεολληνική Ιστορία 1800 – 2010, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, 2011, Αθήνα, σελ.53 επ.

[8]  Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.148 όπου παρατίθεται η σχετική διάταξη.

[9] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.590 επ.

[10] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.165 όπου παρατίθεται η σχετική διάταξη.

[11] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.180 – 181 όπου παρατίθενται οι σχετικές διατάξεις, Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.590 – 591.

[12] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.202 όπου παρατίθεται επακριβώς η διάταξη.

[13] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.235 όπου παρατίθεται επακριβώς η διάταξη.

[14] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.235 Ibidem.

[15] Σβώλος Αλέξανδρος, ό.π., σελ.273 – 274.

[16] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.314, Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.590 επ.

[17] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.314, Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.590 επ.

[18] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315.

[19] Μαυριάς Γ. Κώστας, ό.π., σελ.591.

[20] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315

[21] Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315 όπου αναφέρει ότι ο ν.1443/1950 θεώρησε τις διατάξεις 10 – 61 του Ν.ΦΠΣΤ ως αυτοδικαίως ισχύουσες.

[22] Αραβαντινός Ιωάννης, Πραγματεία περί ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών, 1880, σελ.262.

[23] Μάνεσης Αριστόβουλος σχόλιο σε Τσάτσος Θ. Δημήτρης, ό.π., σελ.315.

[24] Αραβαντινός Ιωάννης, ό.π., σελ. 258 όπου σημειώνει , Σπυρίδων Β. Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.42.

Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας
Τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέλος του εργαστηρίου του Συνταγματικού Δικαίου του Τομέα Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;