Η θρησκευτική ελευθερία, η οποία δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην επιλογή του θρησκευτικού δόγματος αλλά συνδέεται περισσότερο με την ελευθερία του ατόμου να στοχάζεται πάνω στο νόημα της ύπαρξης του ίδιου και ευρύτερα του κόσμου, και το απαραβίαστο αυτής, αναδεικνύεται σε ακρογωνιαίο λίθο επίτευξης του modus vivendi του ατόμου.

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η διάταξη του Συντάγματος μας με την οποία κατοχυρώνεται το απαραβίαστο της θρησκευτικής ελευθερίας (Σ13) είναι από τις πιο σύντομες και περιεκτικές και εξ αυτού του λόγου παρουσιάζει ερμηνευτικές προκλήσεις. Το απαραβίαστο της θρησκευτικής ελευθερίας θεωρητικώς σημαίνει ότι το κράτος δεν μπορεί να επεμβαίνει στην επιλογή του ατόμου ως προς τη θρησκεία του και να παραμένει ουδέτερο σε ό,τι αφορά θρησκευτικά ζητήματα.

Παράλληλα, σημαίνει ότι η Πολιτεία που έχει σκοπό την αρμονική και ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών στηρίζεται σε αρχές δικαιοσύνης οι οποίες δεν επιτρέπεται να στρεβλώνονται από θρησκευτικές προτάσεις οι οποίες είναι προτάσεις ηθικού βίου. Στην παρούσα ανάλυση, η θρησκευτική ελευθερία γίνεται αντιληπτή ως ζητούμενο και όχι ως δεδομένο.

Η ανάπτυξη κινείται γύρω από δύο θεματικούς άξονες: αφενός την συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα στην κρατική πρακτική απέναντι στην επικρατούσα θρησκεία και τα συνταγματικά δικαιώματα, αφετέρου την πρόκληση που θέτει στη φιλελεύθερη δημοκρατία η οποία σέβεται την θρησκευτική ελευθερία και δομείται πάνω σε αρχές δικαιοσύνης το μεταναστευτικό ζήτημα.  

Τα συνταγματικά δικαιώματα ως θεμέλιο πολιτικής ελευθερίας

Τα συνταγματικά δικαιώματα[AF1]  έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν το status του προσώπου ως ελεύθερου και ίσου, κατοχυρώνοντας το άτομο ως προς θεμελιώδεις πτυχές της προσωπικότητας του, οι οποίες συνδέονται με τα ελάχιστα περιθώρια που πρέπει να του καταλείπονται για να διαμορφώνει ελεύθερα το βίο του, σύμφωνα με αξιολογήσεις που κάνει το ίδιο ως προς τα συμφέροντά του και τις παραμέτρους που τα επηρεάζουν. Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το άτομο είναι αυτό που αποφασίζει για το τι είναι καλό και κακό, για το νόημα που έχει ο βίος του και σύμφωνα με ποιες ηθικές αξιολογήσεις θα τον διάγει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκευτική ελευθερία, η οποία δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην επιλογή του θρησκευτικού δόγματος αλλά συνδέεται περισσότερο με την ελευθερία του ατόμου να στοχάζεται πάνω στο νόημα της ύπαρξης του ίδιου και ευρύτερα του κόσμου, και το απαραβίαστο αυτής, αναδεικνύεται σε ακρογωνιαίο λίθο επίτευξης αυτού του modus vivendi του ατόμου.

Κι αυτό γιατί τα θρησκευτικά δόγματα ως ολοκληρωμένες προτάσεις ηθικού βίου εμπεριέχουν κανόνες και αξιολογήσεις στους ακολούθους/ πιστούς τους για το σύνολο του βίου τους. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ένας από εμάς πρέπει να είναι ελεύθερος να επιλέγει ποιο δόγμα θα ακολουθήσει και εφόσον το επιλέξει να μην υφίσταται διάκριση με γνώμονα αυτήν την επιλογή.

Το κράτος ως επιτήδειος ουδέτερος

Είναι αμφίβολο αν τα δυτικά κράτη, και σίγουρα η Ελλάδα, καταλείπουν στα άτομα αυτήν την ελευθερία επιλογής. Στην Ελλάδα, με τον νόμο 344/1976 έγινε πλήρης διάκριση μεταξύ ονοματοδοσίας και βαπτίσεως, με την ονοματοδοσία να αποτελεί την αποκλειστική διαδικασία κτήσης ονόματος και τη δήλωση βαπτίσεως να συνδέεται αποκλειστικά με την αναγραφή του θρησκεύματος. Μέσω αυτής της διαδικασίας καταλείπεται το δικαίωμα στους γονείς να επιλέξουν αν το παιδί τους θα ενταχθεί στο ποίμνιο της κρατούσας θρησκείας.

Ωστόσο, δεδομένης της μακράς χριστιανικής παράδοσης της χώρας μας, οι περισσότεροι γονείς βαπτίζουν τα παιδιά τους. Εδώ τίθεται ζήτημα παραβίασης τη πράξει του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας του ανήλικου τέκνου: υφίσταται μία έξωθεν παρέμβαση στον ηθικό του κόσμο και έναν άλογο περιορισμό στην ελεύθερη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, χωρίς να του καταλείπεται ακριβώς το δικαίωμα να επιλέξει συνειδητά το θρησκευτικό δόγμα στο οποίο θέλει να ενταχθεί (αν υποθέσουμε ότι θέλει να ενταχθεί σε κάποιο).

Το δε δικαίωμά του αυτό συνεχίζει να  παραβιάζεται και στα σχολικά χρόνια με την κατηχητική διδασκαλία των θρησκευτικών και τη συμμετοχή στην πρωινή προσευχή. Για να προχωρήσουμε το συλλογισμό, η υποχρεωτικότητα μίας επιλογής (εδώ: η κρατούσα θρησκεία μέσω της υποχρεωτικής συμμετοχής σε μυστήρια ως προαπαιτούμενο για την κοινωνική συμμετοχή), πώς μας επιτρέπει να καταλήξουμε στο ότι είναι κρατούσα μία θρησκεία ώστε να δικαιολογούνται τα προνόμια που απολαμβάνει βάσει δικαίου;

Αυτό που μπορούμε να πούμε εδώ είναι ότι, τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη είναι «επιτήδειοι ουδέτεροι[AF2] » στο θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Με τον όρο αυτό εννοούμε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη καίτοι συνταγματικά κατοχυρώνουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την έννοια ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν θέμα που άπτεται αποκλειστικά του ατόμου χωρίς να επιδρούν στην θέση του ως πολίτη και συγκοινωνού, επί της ουσίας μετέρχονται διάφορων μεθόδων για να προωθήσουν την «επικρατούσα θρησκεία», η οποία γίνεται αντιληπτή ως διακριτό ταυτοτικό γνώρισμα της κοινωνίας τους και η ενίσχυσή της εξασφαλίζει την ομοιογένεια και ομοψυχία του πληθυσμού (εργαλειακή αξιοποίηση της θρησκευτικής πίστης).

Ο θεσμικός ρόλος της θρησκείας

Η Εκκλησία -όχι μόνο η Ορθόδοξη- ως θεσμός έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ιστορία. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η θετική επιρροή της ως συνεκτικού παράγοντα κοινωνιών και η δράση της ως φορέα ανακούφισης των ευπαθών ομάδων, ιδίως την περίοδο της φεουδαρχίας και των πρώιμων μοναρχικών καθεστώτων. Μερικώς δε, συνέβαλε στην αναδιανομή πλούτου, διορθώνοντας ή έστω περιορίζοντας τις αδικίες αυτών των συστημάτων διακυβέρνησης.

Από άποψη πολιτειακή, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ο ρόλος της ως νομιμοποιητικού θεσμού της (αυτοκρατορικής) εξουσίας καθότι είχε εκείνη τη δύναμη που της επέτρεπε να κινητοποιεί κοινωνικές ομάδες υπέρ ή κατά εξουσιαστών. Διαπιστώνεται δηλαδή μία παράδοση όπου η θρησκευτική εξουσία διαπλέκεται και καθορίζει την πολιτική. Από άποψη δικαϊκή, η θέσπιση κανόνων από θρησκευτικά όργανα, οι οποίοι έτυχαν αποδοχής από την πολιτική εξουσία, ανέδειξαν την Εκκλησία σε προνομιακό θεσμό, του οποίου οι ηθικές αξιολογήσεις προωθούνταν ως συλλογικό πρόταγμα. Ιδίως σε επικράτειες με αυτοκρατορικό σύστημα διακυβέρνησης όπου η παρουσία και ο έλεγχος της αυτοκρατορικής εξουσίας ήταν σαφώς περιορισμένος και αποσπασματικός, η Εκκλησία αναλάμβανε το ρόλο του διαμεσολαβητή σε ιδιωτικές διαφορές και το δίκαιο που εφαρμοζόταν ήταν εμπνευσμένο από το χριστιανικό δόγμα.

Η Εκκλησία δηλαδή εξασφάλιζε την κοινωνική συνοχή και το κοινό πλαίσιο αναφοράς σε πολυδιασπασμένες (εθνοτικά και γλωσσικά) επικράτειες. Ο ρόλος της αυτός φαίνεται πως περιορίστηκε δραματικά μετά την Γαλλική Επανάσταση και την Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου η οποία και αποτέλεσε θεμέλιο για τη σύγχρονη κρατική οργάνωση. Στο περιορισμένο πλαίσιο που διακηρυκτικά της επιφυλάχθηκε, η Εκκλησία διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζει γνώμη σύμφωνα με το δόγμα της για τα τεκταινόμενα όμως δεν δύναται (ή δεν θα έπρεπε να δύναται) να επιβάλλει την αντίληψή της, κατά βάση ηθική, ως αξίωση πηγάζουσα και θεμελιούμενη στο δίκαιο. Αντίθετα, η γνώμη της απευθύνεται κατά βάση στους ακολούθους/πιστούς της και τους δεσμεύει ηθικά, όχι δικαϊκά.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υπάρχει ένα προστατευτικό δίκτυ απέναντι στην ανά περίπτωση επικρατούσα θρησκεία διότι υπολαμβάνεται ότι μπορεί ακόμα να κινητοποιήσει και να ελέγξει πληθυσμούς, δεδομένου του οργανωτικού σχήματός της, το οποίο της επιτρέπει την αποτελεσματικότητα. Το κράτος από την πλευρά του όποτε έχει ανάγκη συμπράττει με την επικρατούσα θρησκεία. Γίνεται αντιληπτό λοιπόν το εξής: προκειμένου το κράτος να διατηρήσει την εξουσία του χρησιμοποιεί έναν μηχανισμό καθόλα αποτελεσματικό.

Επιφυλάσσοντας για τον εαυτό του την απόλυτη προτεραιότητα σε σχέση με το άτομο, το οποίο βλέπει ανταγωνιστικά, και θέτοντας ως πρωταρχικό σκοπό την διατήρησή του στη βάση της παραδοχής ότι είναι μόνο αυτό το οποίο μπορεί να διασφαλίσει τις απαραίτητες συνθήκες ελευθερίας και ασφάλειας ώστε τα άτομα να επιβιώσουν, μετέρχεται μεθόδων ελέγχου των ατόμων, μία εξ αυτών η θρησκεία και ο υπ’ αυτής προτεινόμενος ηθικός βίος, ο οποίος εξασφαλίζει μία ομοιογένεια στην συμπεριφορά και κατ’ επέκτασιν την κοινωνική συνοχή. Η αυταξία του ατόμου τίθεται εκποδών. 

Το διακύβευμα μπορεί να διατυπωθεί και ως εξής: Μπορεί η διαφύλαξη της συνέχειας του κράτους να έχει προτεραιότητα έναντι του ατόμου το οποίο υποχρεούται να υποτάσσει την ελευθερία του έναντι μίας πολιτειακής οργάνωσης; Μπορεί ένας δημόσιος σκοπός να έχει αυταξία;

Ε.Ε. και θρησκευτική ελευθερία

Η Ε.Ε., αναγνωρίζοντας τη θρησκευτική κληρονομιά της Ευρώπης και τη σημασία της θρησκείας για τις κοινωνίες, χωρίς όμως να κάνει ρητή αναφορά στην χριστιανική κληρονομιά της στο Σύνταγμά της, δεσμεύεται να διαφυλάττει την θρησκευτική ελευθερία και να καταπολεμά τις διακρίσεις, να σέβεται την θρησκευτική πολυμορφία και να διατηρεί διάλογο με τις Εκκλησίες, τις θρησκευτικές κοινότητες και τις μη ομολογιακές οργανώσεις. Παράλληλα δε, δεσμεύεται να σέβεται το καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εκκλησίες και οι θρησκευτικές οργανώσεις σύμφωνα προς το εθνικό δίκαιο του εκάστοτε Κράτους – μέλους.

Αυτή η τοποθέτηση – αυτοπεριορισμός της ΕΕ, μίας ένωσης δικαίου, φαίνεται πως αποτελεί τον δικαιολογητικό λόγο που επιτρέπει την επιβολή διακρίσεων στη βάση της θρησκείας, όπου αυτό κρίνεται δικαιολογημένο και ανάλογο. Ήδη, στην υπόθεση Egenberger, το ΔΕΕ θέτει όριο στην ευχέρεια των θρησκευτικών φορέων να επιβάλλουν διακρίσεις στις εργασιακές σχέσεις με γνώμονα τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, απαιτώντας να αποδεικνύεται ότι με την εν λόγω σύμβαση τίθεται εν αμφιβόλω η δογματική αυτονομία της.

Συγκεκριμένα, καίτοι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας περιστέλλει τον δικαστικό έλεγχο επί θεμάτων δεοντολογίας (ethos) στο εσωτερικό των θρησκευτικών κοινοτήτων, το αυτό δεν μπορεί να υποστηριχθεί και για τις δραστηριότητες που ασκούνται για την τήρηση της δεοντολογίας αυτής. Περαιτέρω, η κρίση για το θεμιτό της απαίτησης του ενστερνισμού του δόγματος, υπόκειται στην εφαρμογή του test της αρχής της αναλογικότητας, το οποίο εν προκειμένω εξαρτά το θεμιτό της διάκρισης από τη φύση των δραστηριοτήτων ή το πλαίσιο εντός των οποίων  ασκούνται.

Μουσουλμάνοι ενώπιον των δικαστηρίων;

Ενόψει του μεταναστευτικού ζητήματος, το οποίο και αναμένεται να ενταθεί τα προσεχή χρόνια, καθώς διάφοροι παράγοντες θα αυξήσουν τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη, τίθεται το θέμα του πώς η Ευρώπη, ως σύνολο αλλά και κάθε κράτος – μέλος ξεχωριστά, θα αντιμετωπίσει (πολυάριθμες) πληθυσμιακές ομάδες με διαφορετικό θρησκευτικό προσανατολισμό. Είναι πιθανόν να δημιουργηθεί μία κατάσταση η οποία θα μας αναγκάσει να αποδείξουμε ή να αποφασίσουμε πόσο φιλελεύθερες είναι οι δημοκρατίες μας.

Ένα νοηματικό πείραμα προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν να εξετάζαμε το πώς (το σκεπτικό της απόφασης) και τι (το διατακτικό της) θα αποφάσιζε το δικαστήριο αν απέναντι του είχε μία εργασιακή διαφορά που θα συνδεόταν με ζήτημα διάκρισης λόγω θρησκεύματος με τον ενάγοντα να είναι μουσουλμανικού θρησκεύματος. Θα είχε άραγε την ίδια ευκολία να καταλήξει στο συμπέρασμα που αναφέραμε παραπάνω ή θα ανακάλυπτε μία νέα επιχειρηματολογία για να αποφύγει τη διάγνωση;

Αν το εξετάσουμε επί τη βάσει δικαϊκών αρχών, (μάλλον) θα έπρεπε να αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός μουσουλμάνου να προσληφθεί σε μία θέση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με την δεοντολογική δράση της Εκκλησίας. Πλην όμως, καταγράφεται μία δυσκολία από πλευράς ΔΕΕ να αποδώσει και να αναγνωρίσει το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας στο πλήρες περιεχόμενό του, σε περιπτώσεις που οι ενάγοντες είναι Μουσουλμανικού θρησκεύματος.

Υπολαμβάνοντας ότι η θρησκευτική ελευθερία ως κατάκτηση του Δυτικού πολιτισμού, κατατείνει στην αρμονική λειτουργία σύνθετων πολυπολιτισμικών κοινωνιών, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ανομοιογένεια και ότι θεμέλιο των δημοκρατικών κοινωνιών είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός, η δικαιοπολιτική λογική του ΔΕΕ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Για παράδειγμα στην υπόθεση Taqir κατά Βελγίου και Lahiri κατά Βελγίου χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα ότι η αμφίεση με θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο θέτει κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια και γι’ αυτό το λόγο ο επιβαλλόμενος περιορισμός είναι θεμιτός.

Η επίκληση της δημόσιας ασφάλειας και η ανάδειξή της σε επαρκή λόγο – αυτοσκοπό για τον περιορισμό των δικαιωμάτων του ατόμου είναι κατ’ αρχήν προβληματικός. Περαιτέρω, κάθε θρησκεία έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και εκδηλώνεται και πέραν της αμιγώς ιδιωτικής σφαίρας και το εκάστοτε κράτος δεν πρέπει να το αμελεί αυτό, ιδίως εφόσον στο περιεχόμενο του Α9 ΕΣΔΑ περιλαμβάνεται αξίωση εκ μέρους του ιδιώτη έναντι του κράτους το τελευταίο να αναλαμβάνει μέτρα ώστε να μπορεί αποτελεσματικά ο πρώτος να εκδηλώνει τη θρησκευτική του συνείδηση.

Συμπεράσματα

Είναι δεδομένο ότι το ζήτημα τίθεται πιο επιτακτικά[AF3] στο δημόσιο χώρο, ενόψει της δημογραφικής γήρανσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού και της εισροής μεταναστών διαφορετικής θρησκείας. Μουσουλμάνοι εργαζόμενοι θα αναζητήσουν εργασία και θα υποστούν διακρίσεις και τα δικαστήρια (ευρωπαϊκά και εθνικά) θα κληθούν να απονείμουν δικαιοσύνη. Επί τη βάσει ποιων αρχών; Δικαιοσύνης ή κοινωνικής ηθικής;

Το Ισλάμ, ως κοσμοσύστημα, δεν γνωρίζει διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την κατάκτηση του Διαφωτισμού ότι ο δημόσιος χώρος οφείλει να υπακούει στην ουδετερότητα. Τίθεται ζήτημα ενσωμάτωσης και ειρηνικής συνύπαρξης με την νέα αυτή πληθυσμιακή ομάδα (η οποία δεν είναι και βέβαιο ότι θέλει να ενσωματωθεί).

Όμως, ενόψει αυτού του πρακτικού ζητήματος που ανακύπτει με την είσοδο πληθυσμών, διαφορετικών ως προς τις καταβολές και τις παραδόσεις τους, η ταυτότητα της Ευρώπης και του δικαϊκού συστήματός της, το οποίο είναι το ισχυρό της όπλο και η μεγάλη της κατάκτηση, θα πρέπει να διατυπωθούν προτάσεις που θα επιτρέπουν την ειρηνική συμβίωση: θα πρέπει να συζητήσουμε και να καταλήξουμε στο τι κοινωνία θέλουμε και από ποιες αρχές (δικαιοσύνης) θα διέπεται. Διότι μέχρι στιγμής το αίσθημα που καλλιεργείται είναι ότι το δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται a la carte και η σχετική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται για να δημιουργεί μία επίφαση πλουραλισμού και αποδοχής της διαφορετικότητας.


Υποσημειώσεις:

 [AF1]Στην αρχή χρειάζεται μια εισαγωγή πιο συγκεκριμένη που α. να εξηγεί το τίτλο όρο, και να διευκρινίζει πώς θα γίνει η ανάλυση των δύο θεμάτων. Δεν είναι σαφές πως καταλήγει στους μουσουλμάνους από το ελληνικό παράδειγμα. Θα πρότεινα επίσης αντί για προβληματισμός πρώτος και δεύτερος να μπουν τίτλοι στις δύο υποενότητες, που να αντιστοιχοὐν στο περιεχόμενο της κάθε μιας. Αυτό θα αναδείξει το κείμενο.

 [AF2]Διευκρίνηση του όρου

 [AF3]Τίθεται

Χριστιάννα Λιούντρη
Πτυχιούχος ΔΕΣ Παντείου, επί πτυχίω φοιτήτρια Νομικής ΕΚΠΑ

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Γιατί το Σύνταγμα; Γιατί οι Νόμοι;

Είναι γεγονός ότι ήδη πριν την κρίση, αλλά κυρίως μετά από το ξέσπασμά της, οι Έλληνες έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς και στους νόμους, ίσως και στη Δημοκρατία. Η λύση δεν είναι η εγκατάλειψη του νόμου, η παραβίασή του. Η λύση είναι πρώτα σε ατομικό επίπεδο και στη συνέχεια σε συλλογικό, ανά ομάδες, να ξανα-ανακαλύψουμε τις αρχές που συγκροτούν την κοινωνία μας, να επανιδρύσουμε τη Δημοκρατία μας.

Περισσότερα