Το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της απαγόρευσης των συναθροίσεων εκ μέρους της κυβέρνησης έφερε στο προσκήνιο ένα σοβαρότατο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νομική κοινότητα (δικαστές, δικηγόροι, καθηγητές) τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια που αφορά στον τρόπο που παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο και στο πώς η επιχειρηματολογία της -ανεξαρτήτως της πλευράς που υποστηρίζει- γίνεται αντιληπτή από τους μη έχοντες νομική κατάρτιση.

Το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της απαγόρευσης των συναθροίσεων εκ μέρους της κυβέρνησης έφερε στο προσκήνιο ένα σοβαρότατο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νομική κοινότητα (δικαστές, δικηγόροι, καθηγητές) τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, υπάρχει σοβαρότατο θέμα με τον τρόπο με τον οποίο η νομική κοινότητα παρεμβαίνει στο δημόσιο διάλογο και το πώς η επιχειρηματολογία της –ανεξαρτήτως της πλευράς που υποστηρίζει- γίνεται αντιληπτή από τους μη έχοντες νομική κατάρτιση.

Στην πρόσφατη περίπτωση, είδαμε τον  νομικό κόσμο να χωρίζεται στα δύο και να διασταυρώνει τα ξίφη του υπέρ και κατά της μίας ή της άλλης πλευράς, παραγνωρίζοντας ενδεχομένως ότι η –καθόλα θεμιτή- διατύπωση των νομικών απόψεων στη δημόσια σφαίρα έχει ένα διπλό επίπεδο: το «ενδο-επιστημονικό» (ο διάλογος δηλαδή μεταξύ επιστημόνων του χώρου οι οποίοι διατυπώνουν απόψεις αξιοποιώντας τα εργαλεία της επιστήμης τους) και το «εξω-επιστημονικό» (ο διάλογος μεταξύ νομικών και ευρύτερης κοινωνίας, με την τελευταία να αξιώνει εύληπτες απαντήσεις, ακόμα κι αν δεν είναι οριστικές). Παρατηρούμε ότι ο νομικός κόσμος συγχέει τα δύο επίπεδα, απευθυνόμενος στο «εξω-επιστημονικό» περιβάλλον με τους ίδιους όρους που απευθύνεται στο «ενδο-επιστημονικό». Αποτέλεσμα αυτού είναι ο νομικός κόσμος να εμφανίζεται αποξενωμένος από την υπόλοιπη κοινωνία καθώς ο μέσος πολίτης δεν μπορεί να παρακολουθήσει την σχετική συζήτηση μιας και δεν είναι εξοικειωμένος με τις έννοιες και τις διαδικασίες, απορρίπτει τους νομικούς ως αξιόπιστους συνομιλητές και εν τέλει, στη συνείδησή του, δεν τους θεωρεί ικανούς και έμπιστους στην προάσπιση των συμφερόντων του. Παρεμπιπτόντως, δεν είναι υποχρέωση του πολίτη να μιλήσει τη γλώσσα μας, αλλά δική μας υποχρέωση να καταστήσουμε κατανοητή την επιστήμη μας.

Η κοινωνική αυτή τάση απέναντι στους νομικούς συνδέεται και – αν όχι πρωτίστως- με τη διάχυτη εικόνα των νομικών ως παντοιοτρόπως εξαρτώμενων από την (πολιτική) εξουσία. Είναι διαδεδομένη η αμφισβήτηση επί των απόψεων που διατυπώνονται: όσο επιστημονικά άρτια κι αν είναι η άποψή σου, στη συλλογική συνείδηση απορρίπτεται διότι είναι υποστηρικτική της μίας ή της άλλης πλευράς, με την οποία συνδέεσαι πολιτικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κοινωνία έχει δίκιο να δυσπιστεί. Βλέπουμε έγκριτους νομικούς, εξαιρετικούς επιστήμονες, όταν φοράνε το καπέλο της πολιτικής, να θυσιάζουν την επιστημονική τους ιδιότητα και να εργαλειοποιούν την νομική τους κατάρτιση για να υποστηρίξουν την εκάστοτε πλευρά: διατυπώνουν δηλαδή πολιτικά επιχειρήματα τα οποία δήθεν θεμελιώνουν σε νομικές βάσεις για να τα ισχυροποιήσουν, με σκοπό να παρουσιάσουν τη δράση της κυβέρνησης ως σύμφωνης με το Σύνταγμα και τους νόμους. Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι αποδεκτό: ο επιστήμονας πρέπει να επιδεικνύει τον δέοντα σεβασμό αφενός στον εαυτό του αφετέρου στην επιστήμη του, και να καθιστά σαφές ότι πλέον, λόγω της νέας του (πολιτικής) ιδιότητας, δεν δεσμεύεται από τις αυστηρές αρχές της επιστημονικής μεθόδου.

Αν εξετάσουμε το θέμα λίγο βαθύτερα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το φαινόμενο που περιγράφεται παραπάνω, συνδέεται με ένα βαθύτερο πρόβλημα του πολιτικού και θεσμικού συστήματος της χώρας και έχει να κάνει με τον τρόπο που η εκτελεστική εξουσία ασκεί την εξουσία της. Εν προκειμένω, εστιάζουμε στην παγιωμένη πρακτική της εκτελεστικής εξουσίας να μην συμμορφώνεται με μία βασική αρχή που διέπει την άσκηση της εξουσίας της και εν τέλει συνδέεται με την πολιτική της ευθύνη και τη διάκριση των εξουσιών: την υποχρέωση αιτιολογίας των πράξεων της. Παραβιάζοντας αυτή την υποχρέωση, η εκάστοτε κυβέρνηση απεκδύεται την πολιτική της ευθύνη. Και ο νομικός κόσμος συλλήβδην έχει πέσει θύμα αυτής της μεθόδευσης της εκτελεστικής εξουσίας. Το Σύνταγμα επιβάλλει στον νομοθέτη να αιτιολογεί την όποια νομοθετική πρωτοβουλία του, με την σχετική συνταγματική πρόνοια να συνοψίζεται στο ότι η διατύπωση αιτιολογίας σημαίνει την συνειδητή λήψη της απόφασης και την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης για αυτή. Κοινώς, το Σύνταγμα αξιώνει σοβαρότητα και επίγνωση από τον νομοθέτη.

 Στην πράξη, αυτό που βλέπουμε είναι οι νομοθετικές πρωτοβουλίες να συνοδεύονται από επιφανειακές αιτιολογικές εκθέσεις, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν επιστημονικές αναλύσεις για τα μέτρα που προωθούνται, τους σκοπούς που αυτά εξυπηρετούν, το πλαίσιο και την ευρύτερη στρατηγική που εντάσσονται. Γιατί είναι σημαντικό αυτό; Διότι με το να πληροί απλώς το τυπικό κριτήριο της υποβολής μίας αιτιολογικής έκθεσης, η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, μεταβιβάζει στα διοικητικά δικαστήρια την ευθύνη και την υποχρέωση, κατά την κρίση επί της συνταγματικότητας, να διατυπώσουν εκείνα το πώς τα μέτρα που νομοθετήθηκαν πληρούν τις συνταγματικές προϋποθέσεις, υποκαθιστώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον νομοθέτη, και νομιμοποιώντας εκ των υστέρων τις κυβερνητικές πολιτικές, κάτι που συνιστά θεσμική αλλοίωση. Η αδυναμία της εκτελεστικής εξουσίας να αιτιολογήσει συνδέεται με την ένδεια πολιτικών προτάσεων και λύσεων: οι πολιτικές εξαγγελίες σπανίως συνδέονται με τεκμηριωμένο και εφαρμοστέο κυβερνητικό πρόγραμμα – τα εκάστοτε μέτρα είναι τόσο αποσπασματικά, που δεν μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για κυβερνητική πολιτική και ολιστικό σχέδιο.  

Να σημειωθεί εδώ ότι εν μέσω πανδημίας, η εκτελεστική εξουσία είναι μόνη κυρίαρχη στη διακυβέρνηση της χώρας, με τον έλεγχο της τόσο από το νομοθετικό όργανο (τη Βουλή) όσο και από τα δικαστήρια να είναι εξαιρετικά περιορισμένος, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένη υποχρέωση αιτιολόγησης κάθε μέτρου που λαμβάνεται. Όσο μεγαλύτερο το εύρος της εξουσίας, τόσο μεγαλύτερη η έκταση της υποχρέωσης για εξαντλητική λογοδοσία της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση, λόγω της οριακής κατάστασης που αντιμετωπίζει η χώρα, πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογεί και να δικαιολογεί εκ των προτέρων κάθε ένα από τα μέτρα που λαμβάνει. Επαναλαμβάνω: κάθε ένα. Πέραν από νομική της υποχρέωση, είναι δείγμα σεβασμού προς τη δημοκρατία που έχει τεθεί σε ιδιότυπο καθεστώς αυτή τη χρονική περίοδο αλλά και δείγμα κατανόησης εκ μέρους της κυβέρνησης της θέσης της ως πολιτειακού οργάνου που υπόκειται σε έλεγχο και λογοδοσία. 

Καταλήγοντας, η αδυναμία της εκτελεστικής εξουσίας να κυβερνήσει καλύπτεται επιτυχημένα με την αναγωγή της δικαιοσύνης σε πολιτικό όργανο που συμπληρώνει αντί να ελέγχει την κυβερνητική δράση, ακυρώνοντας de facto την εκ του Συντάγματος αναγνωρισμένη λειτουργία της ως τρίτου, ανεξάρτητου, αμερόληπτου και ισόκυρου θεσμικού παίκτη. Η δικαστική εξουσία δηλαδή εμφανίζεται –ίσως και να είναι-  ως ο νομιμοποιητικός βραχίονας της εκτελεστικής εξουσίας. Και, κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το μεγάλο διακύβευμα για τον νομικό κόσμο, ο οποίος και πρέπει να τοποθετηθεί εν τέλει για το τι ρόλο επιθυμεί να έχει μέσα στην κοινωνία και να αναλάβει τις σχετικές ευθύνες του.

Χριστιάννα Λιούντρη
Aπόφοιτος τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα