Τo ζήτημα των καμερών (φορητών και σώματος) που φέρουν οι Μονάδες Αποκαταστάσεως της Τάξεως (Μ.Α.Τ.) της Ελληνικής Αστυνομίας

Με αφορμή τον εξοπλισμό της ΕΛΑΣ με κάμερες (φορητές και σώματος), η Επίκουρη Καθηγήτρια του Παντείου Παν/μίου, Φερενίκη Παναγοπούλου- Κουτνατζή, εξετάζει το κείμενο θεσμικό πλαίσιο και τη σχετική θέση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Καταλήγει ότι η χρήση καμερών είναι υπό αυστηρές προϋποθέσεις σύννομη και δεν συνιστά παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ι. Το ζήτημα

Από τις 6.12.2020, η Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ.) εξόπλισε το αστυνομικό σώμα με φορητές κάμερες και κάμερες σώματος. Οι πρώτες στηρίζονται σε ένα κοντάρι που κρατεί αστυνομικός της διμοιρίας, ενώ οι δεύτερες είναι ενσωματωμένες στη στολή του αστυνομικού. Η χρήση τους γίνεται κυρίως σε περιπτώσεις μαζικών διαδηλώσεων. Η ενεργοποίησή τους λαμβάνει χώρα με απόφαση του επικεφαλής της αστυνομικής δυνάμεως και αμέσως το παρευρισκόμενο πλήθος  ενημερώνεται για τη λειτουργία τoυς. Η κάμερα έχει δυνατότητα απευθείας μεταδόσεως της εικόνας στο κέντρο επιχειρήσεων της ΕΛ.ΑΣ..

Παρά τις όποιες αρχικές ενστάσεις εκ μέρους της αστυνομίας, η χρήση τους κατέληξε να αποτελεί αίτημα του ιδίου του αστυνομικού σώματος, καθώς οδηγούν σε αύξηση του αισθήματος ασφάλειας που νιώθουν οι αστυνομικοί κατά την εκτέλεση υπηρεσίας, ενίσχυση της λογοδοσίας και της διαφάνειας εκ μέρους  των αστυνομικών, καθώς και μετριασμό του βαθμού ευθύνης τους.[1] Οι σχετικές κάμερες αναμένεται να ενισχύσουν τη διαφάνεια της αστυνομικής δράσεως με την τεκμηρίωση των γεγονότων, στα οποία μπορεί να εμπλακούν οι αστυνομικοί. Περαιτέρω, ευελπιστείται ότι θα αποτρέψουν τη χρήση βίας και διακρίσεων από τους αστυνομικούς ή ακόμα και τη βίαιη συμπεριφορά των πολιτών κατά της αστυνομίας. Επίσης, προσδοκάται ότι οι κάμερες θα βελτιώσουν την αστυνόμευση και θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας των πολιτών στη δράση των αστυνομικών δυνάμεων. [2]

Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η χρήση των σχετικών καμερών είναι σύννομη. Επιφυλάξεις εκφράζονται μήπως η παρακολούθηση οδηγεί στην παραβίαση της ιδιωτικής  ζωής, του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, εάν τα δεδομένα τυγχάνουν νόμιμης επεξεργασίας και εάν οδηγούμασθε σε έναν υπερέλεγχο των αστυνομικών.

Στο πλαίσιο της παρούσης συμβολής θα αναλυθεί αρχικά το κείμενο θεσμικό πλαίσιο και η σχετική θέση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων. Στη συνέχεια, θα εκτεθούν κάποιες παρατηρήσεις και, στο τέλος, θα διατυπωθούν τα τελικά συμπεράσματα.

ΙΙ. Το νομικό πλαίσιο

Το ζήτημα της χρήσεως συστημάτων επιτηρήσεως με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους ρυθμίζεται από το π.δ. 75/2020 (ΦΕΚ A΄ 173/10.09.2020). Το εν λόγω π.δ. εκδόθηκε δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 14  παρ. 4 του ν. 3917/2011 λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη Γνωμοδότηση 3/2020 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής «ΑΠΔΠΧ» ή «Αρχή») εκδοθείσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 13 παρ. 1 περ. γ΄ και 67 παρ. 2 του ν. 4624/2019. Το περιεχόµενο των διατάξεων του π.δ/τος οριοθετείται και προσδιορίζεται µε βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 ν. 3917/2011, ερµηνεύεται και ελέγχεται υπό το πρίσµα ιδίως των διατάξεων των άρθρων 2, 5, 9, 9Α , 11, 19, 25 Σ., των άρθρων 7, 8 και 52 παρ. 1 ΧΘ∆ΕΕ, 8 και 11 ΕΣ∆Α, του υπ’ αριθ. 2016/679 Κανονισµού (Γενικός Κανονισµός Προσωπικών ∆εδοµένων, εφεξής «ΓΚΠ∆») καθώς και της υπ’ αριθ. 2016/680 Οδηγίας σε συνδυασµό µε τις διατάξεις του ν. 4624/2019.

Το σχετικό π.δ. επιτρέπει στο άρθρο 5 παρ. 3 τη χρήση φορητών συστημάτων επιτηρήσεως σε περιπτώσεις που υπάρχει άμεσος σοβαρός κίνδυνος τελέσεως των αναφερομένων στο άρθρο 3 αξιόποινων πράξεων, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας που εκδίδεται κατά τα oριζόμενα στο άρθρο 12 παρ. 2. Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 3 του π.δ/τος 75/2020 αξιόποινες πράξεις είναι τα αδικήματα που προβλέπονται στα κεφάλαια έκτο (Εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξεως), δέκατο τρίτο (Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα), δέκατο τέταρτο (Εγκλήματα κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων), δέκατο πέμπτο (Εγκλήματα κατά της ζωής και προσβολές του εμβρύου), δέκατο έκτο (Εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας), δέκατο όγδοο (Εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθέριας), δέκατο ένατο (Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμεταλλεύσεως της γενετήσιας ζωής) και εικοστό τρίτο (Εγκλήματα κατά περιουσιακών αγαθών) του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της νομοθεσίας περί εξαρτησιογόνων ουσιών. Αντικείμενο της καταστολής συνιστά και η απόδειξη τελέσεως αξιόποινων πράξεων και ταυτοποιήσεως του δράστη.

Οι προϋποθέσεις χρήσεως της εγκαταστάσεως ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του π.δ/τος 75/2020. Ειδικότερα, η εγκατάσταση και η λειτουργία συστημάτων επιτηρήσεως σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο και όταν οι επιδιωκόμενοι κατά το άρθρο 3 του π.δ/τος σκοποί δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα ηπιότερα μέτρα. Εν προκειμένω, εισάγεται ως κριτήριο η εφαρμογή της αρχής της αναγκαιότητας και της αρχής της προσφορότητας, ως ειδικότερων εκφάνσεων της αρχής της αναλογικότητας.[3] Επιπλέον, ειδικώς ως προς την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτηρήσεως για την πρόληψη ή καταστολή των εγκλημάτων απαιτείται να συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο ποινικά αδικήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 του π.δ/τος 75/2020. Τέλος, η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτηρήσεως οριοθετείται τοπικά στον συγκεκριμένο χώρο, για τον οποίο κρίνεται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας απαραίτητη η επιτήρηση και δεν μπορεί να επεκτείνεται σε ευρύτερη περιοχή. Ως εκ τούτου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων, ότι τα συστήματα επιτηρούν τον προκαθορισμένο χώρο και δεν λαμβάνουν εικόνα μη δημοσίων χώρων ή εσωτερικού κατοικιών. Τονίζεται ότι η επιτήρηση δεν μπορεί να λαμβάνει κάθε μανδύα. Στην κατεύθυνση αυτή, συστήµατα µη επανδρωµένων αεροσκαφών θα πρέπει να λειτουργούν σύµφωνα προς το οικείο νοµοθετικό πλαίσιο.[4] Στην κατεύθυνση αυτή το Γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας απαγόρευσε στις 22.12.2020 τις πτήσεις drones για την επιτήρηση των διαδηλώσεων στο Παρίσι, ελλείψει νομοθετικής διατάξεως.[5]

Στο άρθρο 4 του π.δ/τος 75/2020 προβλέπονται οι υπεύθυνοι επεξεργασίας. Ως υπεύθυνος επεξεργασίας για τα δεδομένα που συλλέγονται στο πλαίσιο της προλήψεως, διερευνήσεως, ανιχνεύσεως ή διώξεως εγκλημάτων ή της εκτελέσεως ποινικών κυρώσεων είναι οι αρμόδιες δημόσιες αρχές, ήτοι η Ελληνική Αστυνομία, το Πυροσβεστικό Σώμα και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή. Στην περίπτωση που άλλη δημόσια αρχή χρησιμοποιεί ή χρειάζεται να χρησιμοποιήσει το σύστημα επιτηρήσεως, καθίσταται από κοινού υπεύθυνος επεξεργασίας και τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 26 του ΓΚΠΔ και 61 του ν. 4624/2019. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που δύο ή περισσότεροι υπεύθυνοι επεξεργασίας καθορίζουν από κοινού τους σκοπούς και τα μέσα της επεξεργασίας, καθίστανται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας. Στο βαθμό, δε, που τα καθήκοντα και οι ευθύνες τους δεν προβλέπονται από τον νόμο, απαιτείται έγγραφη συμφωνία, ώστε να καθορίζονται με διαφανή τρόπο οι υποχρεώσεις τους, ιδίως σε σχέση με την ικανοποίηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.

Το άρθρο 6 του π.δ/τος 75/2020 εστιάζει στο επίμαχο ζήτημα των υπαίθριων συναθροίσεων. Εν προκειμένω, η εγκατάσταση και λειτουργία σταθερών, περιστρεφόμενων ή κινητών συστημάτων επιτηρήσεως σε χώρους και κατά τη διάρκεια πραγματοποιήσεως δημόσιας υπαίθριας συναθροίσεως, είναι επιτρεπτή με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατόπιν εγκρίσεως του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον έχει γνωστοποιηθεί στον οργανωτή της συναθροίσεως και τους μετέχοντες σε αυτή και μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 του π.δ/τος 75/2020. Στην ανωτέρω απόφαση συμπεριλαμβάνονται τόσο τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται απαραίτητη η επιτήρηση, όσο και αυτά βάσει των οποίων καθορίζεται ο χρόνος ενεργοποιήσεως και λειτουργίας των συστημάτων επιτηρήσεως.

Αναφορικά με το χρόνο τηρήσεως των δεδομένων, το άρθρο 6 του π.δ/τος 75/2020 προβλέπει ότι τα δεδομένα που συλλέγονται, στο πλαίσιο επιτηρήσεως υπαίθριων συναθροίσεων καταστρέφονται αυτόματα, με μέριμνα του υπεύθυνου επεξεργασίας, εντός σαράντα οκτώ ωρών από τη λήξη της συναθροίσεως, εφόσον αυτή εξελίχθηκε και ολοκληρώθηκε ομαλά και δεν αποτυπώνεται κρίσιμο συμβάν που εμπίπτει στον επιδιωκόμενο σκοπό. Σε αντίθετη περίπτωση, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 8 του π.δ/τος 75/2020.  Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι επιτρέπεται η διατήρηση, όταν υπάρχουν δικαιολογημένες υπόνοιες σε βάρος του ατόμου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, για την προπαρασκευή ή τη διάπραξη στο μέλλον των αξιόποινων πράξεων του άρθρου 3 του π.δ/τος 75/2020. Οι δικαιολογημένες υπόνοιες προπαρασκευής ή μελλοντικής διαπράξεως των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων συναρτώνται με μαρτυρίες, ή κάθε είδους σχετικές πληροφορίες, εν γένει κινήσεις και επαφές του ατόμου, καθώς και τη φύση, σοβαρότητα και αριθμό των εγκλημάτων, για τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων έχει τυχόν κατά το παρελθόν καταδικασθεί, ή ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη. Για τη διατήρηση των δεδομένων, στην περίπτωση αυτή εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία υπόκειται σε περιοδική επανεκτίμηση ανά διετία. Σημειώνεται, επίσης, ότι επιτρέπεται η χρήση των δεδομένων τα οποία ανωνυμοποιούνται κατά τρόπο μη αναστρέψιμο για εκπαιδευτικούς αποκλειστικά σκοπούς εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών, με την προϋπόθεση ότι οι εκπαιδευτές και οι εκπαιδευόμενοι, καθώς και κάθε τρίτος που κάνει χρήση των διατηρούμενων δεδομένων για εκπαιδευτικούς σκοπούς υπογράφει σχετική δήλωση εχεμύθειας.

Το άρθρο 7 του π.δ/τος 75/2020 ορίζει το είδος των υπό επεξεργασία δεδομένων. Η λήψη και επεξεργασία δεδομένων ήχου, στο μέτρο που σε αυτόν περιλαμβάνονται δεδομένα από τα οποία μπορεί να γίνει αναγνώριση προσώπων, δεν πρέπει να είναι ενεργοποιημένη. Η επεξεργασία δεδομένων ήχου επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης αποφάσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία εγκρίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα, με σκοπό τον εντοπισμό και την αναγνώριση προσώπων που εμπλέκονται σε αξιόποινες πράξεις της περ. α του άρθρου 3 και οι οποίες διαλαμβάνονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 2225/1994 (Α’ 121), εφόσον η διερεύνηση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτή. Στην προαναφερόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία α) της αξιόποινης πράξεως, για τη διακρίβωση της οποίας είναι απαραίτητη η επεξεργασία β) των ενδείξεων ως προς την εμπλοκή των ερευνώμενων προσώπων στην τέλεση της πράξεως αυτής, γ) του σκοπού της επεξεργασίας, δ) της αδυναμίας ή ιδιαίτερης δυσχέρειας διακριβώσεως της πράξεως με άλλο τρόπο και ε) της απολύτως αναγκαίας χρονικής διάρκειας της επεξεργασίας.

Επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 9 του π.δ/τος 75/2020, αποδέκτες των δεδομένων μπορεί να είναι οι αρμόδιες για κάθε σκοπό δικαστικές, εισαγγελικές ή διοικητικές αρχές. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι εκτελούντες την επεξεργασία επιτρέπεται να διαβιβάζουν τα δεδομένα, προς το σκοπό της αποδείξεως μιας αξιόποινης πράξεως, στο θύμα ή στο φερόμενο ως δράστη της πράξεως, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, εφόσον ο αιτών αποδείξει ότι η διαβίβαση είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων εντός του χρονικού διαστήματος διατηρήσεως των δεδομένων.

Δεν θα πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας ότι η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων δεν συνεπάγεται την ακύρωση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο ΓΚΠΔ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 10 του π.δ/τος 75/2020, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώνει το κοινό ότι πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια εγκατεστημένων ή φορητών συστημάτων επιτηρήσεως. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως με ανάρτηση, σε εμφανές μέρος, ευδιάκριτων πινακίδων, όπου αναγράφεται ο σκοπός και ο υπεύθυνος επεξεργασίας, καθώς και ο σύνδεσμος της ιστοσελίδας στην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας δημοσιεύει τα απαραίτητα για την ενημέρωση στοιχεία. Περαιτέρω, το υποκείμενο των δεδομένων, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων του, που καθορίζονται στις διατάξεις του ΓΚΠΔ και του ν. 4624/2019, έχει, ιδίως, το δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει, από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τους μετέχοντες στη διαδικασία επεξεργασίας, πληροφορίες για τα δεδομένα που το αφορούν και τους τυχόν αποδέκτες της επεξεργασίας, προσδιορίζοντας, με αίτησή του, κατά το δυνατόν, τον χρόνο και τον τόπο καταγραφής των προσωπικών του δεδομένων. Οι εκτελούντες την επεξεργασία οφείλουν να πληροφορήσουν τον αιτούντα χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση, εντός τριάντα ημερών από την υποβολή της αιτήσεώς του, αν έχει καταγραφεί η εικόνα του ή η φωνή του και σε καταφατική περίπτωση, εφόσον ζητείται, να χορηγούν αντίγραφο του σχετικού τμήματος της εγγραφής. Εφόσον συμφωνεί και το υποκείμενο των δεδομένων, μπορούν, εναλλακτικά, απλώς να επιδείξουν το ανωτέρω τμήμα. Όταν χορηγείται αντίγραφο, οι εκτελούντες την επεξεργασία οφείλουν να καλύπτουν την εικόνα ή να αφαιρούν το ηχητικό απόσπασμα που αφορά τρίτα πρόσωπα. Οι πληροφορίες που παρέχονται, κάθε επικοινωνία, καθώς και οι αιτήσεις που υποβάλλονται, δεν υπόκεινται σε τέλος. Όταν η αίτηση υποβάλλεται προδήλως αβάσιμα ή καταχρηστικά, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να επιβάλει ένα εύλογο τέλος βάσει των διοικητικών του εξόδων. Οι εκτελούντες την επεξεργασία μπορούν να αρνηθούν να ενεργήσουν βάσει του αιτήματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν τον προδήλως αβάσιμο ή καταχρηστικό χαρακτήρα της αιτήσεως.

Τέλος, τονίζεται η σπουδαιότητα της λήψεως τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας, σύμφωνα με το άρθρο 11 του π.δ/τος 75/2020. Συγκεκριμένα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, καθώς και όσοι μετέχουν στη διαδικασία της επεξεργασίας, τόσο κατά τη σχεδίαση και τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών του συστήματος, όσο και κατά τη λειτουργία του, προβλέπουν διαδικασίες και λαμβάνουν τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στο δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Προς τον σκοπό αυτό, λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τη διαθέσιμη τεχνολογία, το κόστος υλοποιήσεως, τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, τις περιστάσεις και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και την πιθανότητα και σοβαρότητα των κινδύνων επεξεργασίας για τα υποκείμενα των δεδομένων. Υψίστης σημασίας επί τούτου είναι η κατάρτιση και θέση σε λειτουργία ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως ασφάλειας των δεδομένων του συστήματος, λαμβανομένων υπ’ όψιν των αποδεκτών διεθνών προτύπων, ώστε να εξασφαλίζονται τα δεδομένα από τυχαία ή παράνομη καταστροφή και απώλεια, καθώς και από κάθε άλλη παράνομη επεξεργασία, όπως είναι ιδίως η μη εξουσιοδοτημένη κοινοποίηση, διάδοση, πρόσβαση ή αλλοίωση, ενώ σε περίπτωση που καταστεί αναγκαίο, θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποκατάστασή τους.

ΙΙΙ. H θέση της ΑΠΔΠΧ

Η ΑΠΔΠΧ έχει αποφανθεί το πρώτον επί του θέματος προ της ρυθμίσεώς του με το π.δ. 75/2020 με την απόφαση 59/2018. Εν προκειμένω, η Αρχή έκρινε ότι, απουσία π.δ/τος, η χρήση κάμερας από αστυνομικό δεν θα μπορούσε να ενταχθεί σε περίπτωση αποκλειστικά προσωπικής ή οικιακής χρήσεως, καθώς, ακόμα κι αν η απόφαση για τη χρήση της είναι αποκλειστικά του εν λόγω αστυνομικού υπαλλήλου, αυτή γίνεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής και όχι της προσωπικής του δραστηριότητας και μάλιστα σε χώρο που είναι δημόσιος ή ελεύθερα προσβάσιμος στο κοινό. Τέτοια χρήση δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, καθώς απουσιάζει η κανονιστική ρύθμιση,που θα ανέθετε στην ΕΛ.ΑΣ. την αρμοδιότητα χρήσεως φορητών καμερών. Δεδομένου ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν μπορούσε να αποδειχθεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Αρχή απηύθυνε συστάσεις προς την ΕΛ.ΑΣ. επί τη βάσει του προγενέστερου ν. 2472/1997, προκειμένου να προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες, ώστε η διαδικασία διερευνήσεως παραπόνων που σχετίζονται µε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι προσηκόντως τεκμηριωμένη και προκειμένου η ΕΛ.ΑΣ. να  συνεργάζεται αποτελεσματικά µε την Αρχή.

Καθοριστικής σημασίας ήταν η συμβολή της ΑΠΔΠΧ για τη θέσπιση του π.δ/τος 75/2020 μέσω της λίαν εμπεριστατωμένης Γνωμοδοτήσεως 3/2020 επί του σχεδίου του π.δ/τος. Οι όποιες ανησυχίες της Αρχής φαίνεται να ελήφθησαν υπ’ όψιν στο μεγαλύτερο μέρος από τον συντάκτη του τελικού π.δ/τος.

Αυτό που θα πρέπει να επισημανθεί εν προκειμένω και τονίζεται στη σχετική γνωμοδότηση είναι η υποχρέωση εκ μέρους της ΕΛ.ΑΣ. α) διενέργειας εκτιμήσεως αντικτύπου, σύμφωνα με  το άρθρο 35 παρ. 3 περ. γ΄ ΓΚΠ∆ (βλ. και αιτ. σκ. 91), καθώς συντρέχει η περίπτωση συστηµατικής παρακολουθήσεως δημοσίως προσβάσιμου χώρου σε µεγάλη κλίμακα και β) ορισμού υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (ΥΠΔ), σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 περ. β΄ τελ. εδ. ΓΚΠ∆ στην περίπτωση τακτικής και συστηματικής παρακολουθήσεως των υποκειμένων των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα. Πολύ κρίσιμο προς τούτου είναι ο ορισμός αμερόληπτου ΥΠΔ, που δεν θα βρίσκεται σε κατάσταση συγκρούσεως συμφερόντων, προκειμένου να είναι σε θέση να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο. Κρίνεται ότι αυτό θα επιτυγχανόταν στον βέλτιστο βαθμό εάν ο ΥΠΔ δεν προερχόταν από το σώμα της αστυνομίας, προκειμένου να απουσιάζει οποιαδήποτε σχέση εξαρτήσεως. Τα ανωτέρω ισχύουν ομοίως και στο πλαίσιο της Οδηγίας 2016/680 (βλ. ιδίως άρθ. 27 και 28) , όπως ενσωµατώθηκε στην εθνική έννοµη τάξη µε τον ν. 4624/2019 (βλ. ιδίως άρθ. 65 και 67), µε την επιφύλαξη όσων δέχθηκε η Αρχή µε την υπ’ αριθ. 1/2020 Γνωμοδότησή της. Σημειωτέον, ότι η Αρχή έχει σχετικώς εκδώσει την υπ’ αριθ. 65/2019 απόφασή της (βλ. και ΦΕΚ Β΄ 1622/10-5-2019) «Κατάλογος µε τα είδη των πράξεων επεξεργασίας που υπόκεινται στην απαίτηση για διενέργεια εκτίμησης αντίκτυπου σχετικά µε την προστασία δεδομένων σύμφωνα µε το άρθρο 35 παρ. 4 του ΓΚΠ∆». Ο κατάλογος αυτός καθιστά υποχρεωτική τη διενέργεια εκτιμήσεως αντικτύπου σε περιπτώσεις συστηματικής και σε μεγάλη κλίμακα επεξεργασίας για την παρακολούθηση, την παρατήρηση ή τον έλεγχο των φυσικών προσώπων µε χρήση δεδοµένων που συλλέγονται µέσω συστημάτων βιντεοεπιτηρήσεων, ή µέσω δικτύων, ή µε οποιοδήποτε άλλο μέσο σε δημόσιο χώρο, δημοσίως προσβάσιμο χώρο, ή ιδιωτικό χώρο προσιτό σε απεριόριστο αριθμό προσώπων.

ΙV. Παρατηρήσεις

Mε αφορμή τη Γνωμοδότηση 3/2020 της ΑΠΔΠΧ, κατωτέρω εκτίθενται ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με τη χρήση των καμερών από τα σώματα ασφαλείας.

1. Το ζήτημα της έμμεσης ταυτοποιήσεως

Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι αν οι σχετικές κάμερες καταγράφουν προσωπικά δεδομένα σε περίπτωση που οι συμμετέχοντες στη διαδήλωση έχουν κεκαλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή, δεδομένης της έμμεσης δυνατότητας ταυτοποιήσεως του φυσικού προσώπου. Η Αρχή στην απόφαση 41/2017 αποφαίνεται ότι η έμμεση ταυτοποίηση μπορεί να αποτελεί συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραμέτρων. Τα ίδια στοιχεία, ο συνδυασµός των οποίων δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση ενός προσώπου σε ένα ευρύ κοινωνικό περιβάλλον, µπορεί να οδηγούν σε πλήρη ταυτοποίηση στο πλαίσιο μιας μικρής κοινωνικής ομάδας, όπου όλα τα µέλη της γνωρίζονται μεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό, προκειμένου να εξετασθεί εάν έχει λάβει χώρα επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν το σύνολο αυτών των παραμέτρων που αφορούν στην υπό κρίση επεξεργασία, διότι και η πιθανότητα έμμεσης ταυτοποιήσεως, όταν δεν είναι αμελητέα, καθιστά, καταρχήν, την πληροφορία, προσωπικό δεδομένο. Έτσι, η λήψη ή και καταγραφή της εικόνας ενός ατόμου από μεγάλο ύψος[6] ή µακρινή απόσταση ή µε κεκαλυµµένα χαρακτηριστικά (π.χ. κρανιοφόρος ή µασκοφόρος), που καθιστά αδύνατη την αναγνώριση των φυσικών χαρακτηριστικών του προσώπου ενός υποκειμένου των δεδοµένων, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την αδυναμία ταυτοποιήσεώς του, καθώς δύναται εν τέλει να επιτευχθεί από λοιπές πληροφορίες, όπως π.χ. τα εμφανισιακά χαρακτηριστικά (ύψος, σωµατοδοµή, χρώμα και είδος ενδυμάτων και υποδημάτων), σε συνδυασµό µε επιπλέον πληροφορίες[7] (π.χ. επιβίβασή του σε μηχανοκίνητο όχημα, επισήμανση ή καταγραφή της πορείας και του τελικού προορισμού του, επεξεργασία δεδομένων θέσεως των κινητών τερματικών συσκευών κινητής τηλεφωνίας για ένα χρονικό διάστημα σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο[8]). Ως εκ τούτου, βάσει της νομολογίας της Αρχής, γίνεται δεκτό ότι η δυνατότητα έμμεσης ταυτοποιήσεως οδηγεί στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συνακόλουθα στην εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με τα προσωπικά δεδομένα, ακόμα και αν οι συμμετέχοντες σε διαδήλωση έχουν κεκαλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.

2. Το ζήτημα της επεμβάσεως στην ιδιωτικότητα των διαδηλωτών, του δικαιώματος συναθροίσεως και του απορρήτου των επικοινωνιών

Ερώτημα ανακύπτει εάν η επιτήρηση μέσω φορητών καμερών επηρεάζει τα δικαιώματα των διαδηλωτών.

Είναι γεγονός ότι η βιντεοσκόπηση συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα ιδιωτικότητας των διαδηλωτών. Η παρουσία, μάλιστα, κάποιου σε μια πολιτική/ιδεολογική διαδήλωση μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ασπάζεται συγκεκριμένες πολιτικές/ιδεολογικές πεποιθήσεις. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι κάποιος βρίσκεται σε δημόσιο χώρο δεν σημαίνει ότι απεκδύεται όλων των δικαιωμάτων ιδιωτικότητάς του, αλλά ακόμα και εκεί υφίσταται προσδοκία προστασίας της ιδιωτικότητας. Προς την κατεύθυνση αυτή, ιδιάζουσας σημασίας είναι η προστασία δεδομένων και η χάραξη πολιτικής προστασίας αναφορικά με το ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα των διαδηλωτών.

Εύλογα αναφύεται, επίσης, το ζήτημα εάν η βιντεοσκόπηση παρακωλύει την άσκηση του δικαιώματος στη συνάθροιση, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 Σ. Κρίσιμο προς τούτο είναι εάν κάποιος διαδηλωτής παρεμποδίζεται από τη συμμετοχή του λόγω της βιντεοεπιτηρήσεως. Ο διαδηλωτής που έχει σκοπό να χρησιμοποιήσει βία, θα παρακωλυθεί από τη συμμετοχή του στη διαδήλωση. Η βίαιη συμμετοχή στη διαδήλωση δεν καλύπτεται, όμως, από το άρθρο 11 Σ. Ο ειρηνικός διαδηλωτής δεν θα παρεμποδιστεί από το να συμμετάσχει στη διαδήλωση λόγω της βιντεοεπιτηρήσεως από την αστυνομία, ενδεχομένως μάλιστα να αισθανθεί μεγαλύτερη ασφάλεια ότι θα περιορισθεί η βία. Ωστόσο, το δικαίωμα του ειρηνικού διαδηλωτή πιθανώς περιορίζεται μέσω της βιντεοσκοπήσεως, καθώς ενδέχεται να διστάσει να συμμετάσχει υπό την αγωνία ότι ενδέχεται να καταγραφεί. Για τον λόγο αυτό πρέπει να λάβει χώρα στάθμιση, με βάση την αρχή της αναλογικότητας και να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των δεδομένων των διαδηλωτών.

Το απόρρητο των επικοινωνιών θίγεται σε περίπτωση κατά την οποία η λήψη και επεξεργασία δεδομένων ήχου αφορά στην επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, ακόμη και εάν λαμβάνει χώρα σε δημόσιο χώρο. Το απόρρητο καταλαμβάνει και κάθε δια ζώσης προφορική επικοινωνία.[9] Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με το οποίο, η καταγραφή δια ζώσης επικοινωνιών για τη διακρίβωση εγκλημάτων[10] ή µε σκοπό τη λήψη δείγματος φωνής προς ταυτοποίηση[11] εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 8 παρ. 1 ΕΣ∆Α περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής.   

Τέλος, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί ότι η χρήση κάμερας θα μπορούσε να οδηγήσει με αλόγιστη χρήση σε υπερέλεγχο των αστυνομικών και σε παραβίαση του δικαιώματός τους στην ιδιωτικότητα. Ωστόσο, η όποια ανησυχία θεραπεύεται από το γεγονός ότι η χρήση κάμερας δεν λαμβάνει χώρα για όλη την υπηρεσία του αστυνομικού, αλλά μόνο για επικίνδυνες αποστολές, κατόπιν αποφάσεως της αστυνομίας και εγκρίσεως του αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών. Ως εκ τούτου, χορηγείται στο αστυνομικό σώμα ένα «εργαλείο» επιτηρήσεως και επιβολής της τάξεως, που εν τέλει υποβοηθεί το ίδιο το σώμα στην τεκμηρίωση των γεγονότων, στα οποία μπορεί να εμπλακεί και συνακόλουθα στον μετριασμό της ευθύνης του.

3. Το ζήτημα της οριοθετημένης χρήσεως

Η χρήση της κάμερας συνιστά περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, ήτοι του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή (άρθρο 9 Σ), του δικαιώματος προστασίας προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α Σ), του συνέρχεσθαι (άρθρο 11 Σ) και του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθρο 19 παρ. 1 Σ). Κατά την πάγια νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας[12] οι περιορισµοί ατοµικών δικαιωµάτων πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειµενικώς, µε τυπικό νόµο ή κατόπιν ειδικής εξουσιοδοτήσεως µε προεδρικό διάταγµα, όπως εν προκειμένω με το π.δ. 75/2020. Όσο εντονότερος είναι ο περιορισµός του δικαιώµατος, τόσο επιτακτικότερη είναι η ανάγκη εξειδικεύσεως της νοµοθετικής ρυθμίσεως. Οι περιορισµοί ατοµικού δικαιώµατος πρέπει να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δηµοσίου συµφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια µε τον σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι, για την επίτευξη του επιδιωκόµενου σκοπού, να µην θίγουν τον πυρήνα του δικαιώµατος και να µην απονέµουν στη διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια. Από τα ανωτέρω, συνάγεται ότι η χρήση φορητών καμερών δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα ανέλεγκτα και απεριόριστα. Ο νομοθέτης έχει οριοθετήσει τη χρήση τους σε ορισμένες περιπτώσεις που υπάρχει άμεσος σοβαρός κίνδυνος τελέσεως συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων, κατόπιν σχετικής αποφάσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας που εκδίδεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12  παρ. 2.  Ως εκ του λόγου τούτου, καθίσταται σαφές ότι οι αστυνομικοί δεν θα φέρουν τις κάμερες οποτεδήποτε, δεν θα μετουσιωθούν οι ίδιοι σε «αέναες φορητές κάμερες», θα χαίρουν ιδιωτικής ζωής και θα χρησιμοποιούν τις κάμερες μόνο για την επιτήρηση πολύ δύσκολων αποστολών σε συγκεκριμένο χωρικό και χρονικό πλαίσιο. Καθοριστικής σημασίας επί τούτου είναι η προϋπόθεση της εγκρίσεως της βιντεοσκοπήσεως εκ μέρους του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο 6 του π.δ/τος 75/2020.

4. Το ζήτημα της επεξεργασίας δεδομένων υπόπτων

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το ζήτημα της επεξεργασίας δεδομένων υπόπτων για τέλεση εγκλημάτων. Με διαφορετική διατύπωση μόνο και μόνο το γεγονός ότι κάποιος είναι ύποπτος να προβεί στο μέλλον σε παράνομη πράξη μπορεί να οδηγήσει στην παρακολούθησή του; Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ/τος 75/2020 «Ειδικώς για την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης για την πρόληψη ή καταστολή των εγκλημάτων απαιτείται να συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο ποινικά αδικήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 π.δ/τος. Η συνδρομή επαρκών ενδείξεων αιτιολογείται με την αναφορά πραγματικών στοιχείων όπως, ιδίως, στατιστικών ή εμπειρικών δεδομένων, μελετών, εκθέσεων, μαρτυριών, πληροφοριών για τη συχνότητα, το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εγκλημάτων που τελούνται σε συγκεκριμένο χώρο, καθώς και για την, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, πιθανολογούμενη εξάπλωση ή μεταφορά της εγκληματικότητας σε άλλο δημόσιο χώρο. Η επιτήρηση κρίνεται απαραίτητη όταν, κατ’ εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών στοιχείων, σχηματίζεται η εύλογη πεποίθηση ότι στους συγκεκριμένους δημόσιους χώρους απειλούνται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια.»

Η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα από αρµόδιες αρχές για τον σκοπό της προλήψεως ποινικών αδικηµάτων προβλέπεται ήδη από τον τίτλο της Οδηγίας 680/2016. Το άρθρο 70 παρ. 1 περ. β΄ ν. 4624/2019 κάνει μάλιστα λόγο για πρόσωπα «για τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν ποινικό αδίκηµα», εισάγοντας κατ’ ουσίαν «προληπτικά µέτρα». Η θέση αυτή είναι σύμφωνη με λίαν πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ.[13] Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι η συλλογή και διατήρηση δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα (φωτογραφία, δακτυλικά και παλαµικά αποτυπώµατα, στοιχεία επικοινωνίας και φυσική περιγραφή) ενός υπόπτου για τέλεση µελλοντικών εγκληµάτων και προς διευκόλυνση µιας µελλοντικής διαδικασίας αναγνωρίσεώς του ως πιθανού δράστη συνιστά δικαιολογηµένη επέµβαση στο δικαίωµα σεβασµού του άρθ. 8 ΕΣ∆Α που επιδιώκει έναν νόµιµο σκοπό, όπως η πρόληψη του εγκλήµατος, καθώς και η προστασία των δικαιωµάτων των άλλων ατόµων. Η θέση αυτή έρχεται σε ένταση με προγενέστερη νομολογία του ΕΔΔΑ, βάσει της οποίας η αόριστη διατήρηση DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών καταδικασθέντος συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής.[14]

Σημειώνεται ότι ο εθνικός νοµοθέτης κατά την ενσωµάτωση μέσω του κεφαλαίου Α΄ του ν. 3917/2011 των διατάξεων της Οδηγίας 2006/24/ΕΚ (για την υποχρεωτική διατήρηση των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη σοβαρών εγκληµάτων),  απαγόρευσε, όπως προκύπτει ρητά από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, την προληπτική επεξεργασία των διατηρούµενων δεδοµένων ως αντίθετη προς το άρθρο 19 Σ και την αρχή της αναλογικότητας.[15] Στη συνέχεια, όμως, το ∆ΕΕ[16]  κήρυξε ανίσχυρη την εν λόγω Οδηγία, η οποία εν τοις πράγμασι θεωρούσε όλους εν δυνάμει υπόπτους.

Στο σημείο αυτό, εύλογα υποδεικνύει η ΑΠΔΠΧ στη Γνωμοδότηση 3/2020 ότι η απουσία κριτηρίων προσδιορισµού της έννοιας του «υπόπτου» ή των «δικαιολογηµένων υπονοιών» τελέσεως µελλοντικού εγκλήµατος δηµιουργεί τον μη αμελητέο κίνδυνο χαρακτηρισµού ως υπόπτου κάθε προσώπου που εισέρχεται στο πεδίο λήψεως και καταγραφής των συστηµάτων επιτηρήσεως µε βάση µια υποκειµενική και αδιευκρίνιστη πιθανολογική κρίση της αρµόδιας δηµόσιας αρχής, η οποία καθιστά αδύνατο τον συναφή έλεγχο νοµιµότητας αυτής, περιλαµβανοµένης της αδυναµίας ελέγχου της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητάς. Είναι ένα σημείο στο οποίο οφείλει να εγκύψει με πολλή προσοχή και περίσκεψη ο υπεύθυνος επεξεργασίας.  

5. Το ζήτημα της ενημερώσεως

Ιδιαίτερης σπουδαιότητας είναι το ζήτημα της επαρκούς ενημερώσεως του πληθυσμού για τη χρήση φορητών καμερών. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του π.δ/τος 75/2020 ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώνει το κοινό ότι πρόκειται να εισέλθει σε χώρο που εμπίπτει στην εμβέλεια εγκατεστημένων ή φορητών συστημάτων επιτηρήσεως. Η εν λόγω ενημέρωση μπορεί να γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως με ανάρτηση, σε εμφανές μέρος, ευδιάκριτων πινακίδων, όπου αναγράφεται ο σκοπός και ο υπεύθυνος επεξεργασίας, καθώς και ο σύνδεσμος της ιστοσελίδας στην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας δημοσιεύει τα απαραίτητα για την ενημέρωση στοιχεία. Τονίζεται ότι η ενημέρωση πρέπει να καθίσταται δυνατή και για τα άτομα με δυσκολία οράσεως.[17] Στην περίπτωση υπαίθριων συναθροίσεων, πρόσφορη για τα άτομα με δυσκολία οράσεως ενημέρωση θα μπορούσε να είναι η διακριτική προφορική ενημέρωση με μεγάφωνα εκ μέρους της ΕΛ.ΑΣ., η οποία όμως θα γίνεται με προσεκτικό τρόπο προκειμένου να μη δημιουργεί το αίσθημα του φόβου στους διαδηλωτές και να μην παρακωλύει το δικαίωμά  τους συμμετοχής στη διαδήλωση.

6. Το ζήτημα της διενέργειας μελέτης εκτιμήσεως αντικτύπου

Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ. 1 ΓΚΠΔ, «Όταν ένα είδος επεξεργασίας, ιδίως με χρήση νέων τεχνολογιών και συνεκτιμώντας τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας διενεργεί, πριν από την επεξεργασία, εκτίμηση των επιπτώσεων των σχεδιαζόμενων πράξεων επεξεργασίας στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία εκτίμηση μπορεί να εξετάζεται ένα σύνολο παρόμοιων πράξεων επεξεργασίας οι οποίες ενέχουν παρόμοιους υψηλούς κινδύνους λαµβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι για τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων και όχι µόνο για την ιδιωτικότητα.» Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι η μελέτη δεν εξετάζει μόνο τον κίνδυνο επεμβάσεως στην ιδιωτικότητα, αλλά και σε άλλα δικαιώματα, όπως λ.χ. είναι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, κατά το άρθρο 11 Σ. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, το οποίο έχει υιοθετήσει τις «Κατευθυντήριες γραµµές για την εκτίµηση του αντικτύπου σχετικά µε την προστασία δεδοµένων (ΕΑΠ∆) και καθορισµός του κατά πόσον η επεξεργασία «ενδέχεται να επιφέρει υψηλό κίνδυνο» για τους σκοπούς του κανονισµού 2016/679» που εκδόθηκαν από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29. Ενδεχομένως, κάποιες ανησυχίες θα μπορούσαν να εκφρασθούν λόγω της εν συνόλω εξετάσεως της επιρροής των δικαιωμάτων πέραν της ιδιωτικότητας από την ΑΠΔΠΧ, η οποία έχει ως αποστολή την εποπτεία της εφαρμογής της νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 ν. 4624/2019) και όχι γενικώς την προστασία όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων. Η Αρχή καλείται να εξετάσει λ.χ. κατά πόσον επηρεάζεται το δικαίωμα του συνέρχεσθαι των διαδηλωτών. Η ανησυχία αυτή για τις αρμοδιότητες της Αρχής διασκεδάζεται από το γεγονός ότι τα εξεταζόμενα δικαιώματα θίγονται λόγω, ακριβώς, της επεμβάσεως στην ιδιωτικότητα και, ως εκ τούτου, λαμβάνει χώρα στάθμιση ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και συγκρουόμενα άλλα αγαθά.

Η μεγαλύτερη, oμολογουμένως, δυσχέρεια κατά την εκπόνηση μελέτης αντικτύπου είναι ο μη συστηματικός χαρακτήρας της βιντεοσκοπήσεως, κάτι που θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η μελέτη δεν απαιτείται. Συνεπέστερο, όμως, προς το σκοπό της νομοθετικής διατάξεως θα ήταν να δεχθούμε ότι η βιντεοσκόπηση, καίτοι μη συστηματική, απαιτεί την προηγούμενη μελέτη εκτιμήσεως αντικτύπου λόγω του μεγάλου κινδύνου για τα δικαιώματα των πολιτών από την καθολική επιτήρηση μεγάλης κλίμακας δεδομένων. Δεδομένης της ιδιαιτερότητας της κάθε περιπτώσεως, αποστολής και διαδηλώσεως, κρίνεται ότι οι κίνδυνοι θα πρέπει να εκτιμώνται στο σύνολό τους. Βάσει, πάντως, του άρθρου 35 παρ. 10 ΓΚΠΔ, η διενέργεια της μελέτης είναι διενεργητέα προ της νομοθετικής προβλέψεως.

V. Aντί επιλόγου

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ΕΛ.ΑΣ. νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί φορητές κάμερες σε ιδιάζουσες περιπτώσεις για την πρόληψη και καταστολή συγκεκριμένων εγκλημάτων που περιγράφονται περιοριστικά στο π.δ. 75/2020. Ταυτόχρονα, η διαδικασία ενισχύει τόσο την αξιοπιστία της ΕΛ.ΑΣ., όσο και την διαφάνεια, ως προς το ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν προβαίνει σε υπέρβαση εξουσίας και δεν μετέρχεται εκνόμων πράξεων βίας. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται για μια αέναη παρακολούθηση αστυνομικών σωμάτων και πολιτών, αλλά για μια περιορισμένη χρονικά και τοπικά παρακολούθηση. Η χρήση των καμερών δεν συνεπιφέρει την ακύρωση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στον ΓΚΠΔ. Τα υποκείμενα των δεδομένων διατηρούν τα δικαιώματα τους και, ιδίως, πρέπει να ενημερώνονται επαρκώς ότι εισέρχονται σε χώρο επιτηρήσεως. Ιδιάζουσας σημασίας στο ζήτημα αυτό είναι η εκπόνηση μελέτης εκτιμήσεως αντικτύπου για τους κινδύνους που επιφέρει η βιντεοσκόπηση στα δικαιώματα των πολιτών.

Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή
Επίκ. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
Δ.Ν. (Humboldt), M.P.H. (Harvard), M.Δ.Ε. (ΕΚΠΑ)


Υποσημειώσεις:

Θερμότατες ευχαριστίες εκφράζονται στον Γεώργιο Γιαννόπουλο, Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, και τον Γρηγόριο Τσόλια, Αναπληρωματικό Μέλος ΑΠΔΠΧ, για τον πολύ εποικοδομητικό διάλογο μαζί τους.

[1] Βλ. Νικόλαο Φ. Γεωργιτσόπουλο, Φορητές κάμερες για τις Αρχές ασφάλειας, Crime Times, Tεύχος 6, Ιούνιος 2018, διαθέσιμο σε: https://www.crimetimes.gr/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%B9/, όπ. περαιτ. παραπ.

[2] Βλ. Νικόλαο Φ. Γεωργιτσόπουλο, όπ. ανωτ. (υποσ. 1)

[3] Βλ. Χαρά Δ. Ζέρβα/Αγγελική Γ. Τηλιγάδη, Ενημερωτικό σημείωμα για τη χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους βάσει του ΠΔ 75/2020 (Α’173), 22.9.2020, διαθέσιμο σε: https://www.eea.gr/arthra-eea/enimerotiko-simioma-gia-ti-chrisi-sistimaton-epitirisis-me-ti-lipsi-i-katagrafi-ichou-i-ikonas-se-dimosious-chorous-vasi-tou-pd-75-2020-a173/.

[4] Βλ. σχετικά Γρηγόρη Τσόλια, Διακινδύνευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του ατόμου από τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών (U.A.V. – «drones»), σε: Λεωνίδα Κοτσαλή (επιμ.), Προσωπικά Δεδομένα, Ανάλυση-Σχόλια-Εφαρμογή, Αθήνα 2016, σ. 353 επ..

[5] Βλ. σχετ. https://www.lemonde.fr/societe/article/2020/12/22/le-conseil-d-etat-interdit-l-usage-de-drones-pour-surveiller-les-manifestations-a-paris_6064234_3224.html?fbclid=IwAR0BEx2FmJTUu2A6Unwcy8LqfESHwvi_twEzIADsMQRhmuaNky2ffwG4MgM. To Γαλλικό Δικαστήριο έκρινε εν προκειμένω ότι η αστυνομική επιτήρηση μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί απουσία νομοθετικής διατάξεως που την επιτρέπει και καθορίζει τους όρους χρήσεώς τους. Διαφορετικά, ελλοχεύει «σοβαρή αμφιβολία για τη νομιμότητα» της επιτηρήσεως. Σημειώνεται ότι το σχέδιο νόμου περί «συνολικής ασφάλειας» προβλέπει συγκεκριμένα τη ρύθμιση της χρήσεως μη επανδρωμένων αεροσκαφών από τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 22 του νομοσχεδίου επεκτείνει την ικανότητα της αστυνομίας να χρησιμοποιεί εικόνες που έχουν γυριστεί σε δημόσιο χώρο και προβλέπει ότι, στο πλαίσιο διαδηλώσεων, βίντεο που ελήφθησαν με μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή ελικόπτερο μεταδίδεται ζωντανά στην αίθουσα εντολών του συστήματος επιβολής του νόμου και στη συνέχεια αποθηκεύεται για περίοδο τριάντα ημερών ή περισσότερο εάν χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο μιας έρευνας.

[6] Κατευθυντήριες Γραµµές υπ’ αρ. 3/2019 ΕΣΠ∆ on processing of personal data through video devices, σ. 7

[7] ΑΠ∆ΠΧ, Απόφαση 20/2008.

[8] Βλ. ΔΕΕ, Συνεκδικαζόµενες υποθέσεις C-203/15 Tele2 Sverige AB και C-698/15 Secretary of State for the Home Department, απόφαση της 21-12-2016, παρ. 102.

[9] Βλ. Γιώργο Καµίνη, Παράνοµα αποδεικτικά µέσα και συνταγµατική κατοχύρωση των ατοµικών δικαιωµάτων, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα,  Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 208 και Γρηγόρη Τσόλια, Απόρρητο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ΙΙ, Ειδικοί Ποινικοί Νόµοι,  Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα ∆ίκαιο & Οικονοµία, Αθήνα 2013.

[10] ΕΔΔΑ, Αποφάσεις Elahi v. the United Kingdom, αρ. προσφ. 30034/04, 20.6.2006˙ Heglas v. the Czech Republic, αρ. προσφ. 5935/02, α1.3.2007 και Wisse v. France, αρ. προσφ. 71611/01, 20.12.2005, Αρµ 2008, σ. 1098 επ., παρατ. Ακριβοπούλου/Παπαδοπούλου.

[11] ΕΔΔΑ, Απόφαση P.G. and. J.H. v. the United Kingdom, αρ. πρσοφ. 44787/98, 25.9.2001, §§ 59-60.

[12] ΣτΕ [Ολ] 3665/2005.

[13] ΕΔΔΑ, Απόφαση P.N. v. Germany, αρ. προσφ. 74440/2017, 11.6.2020, § 68.

[14] Βλ. ΕΔΔΑ, Απόφαση Gaughran v. UK, αρ. προσφ. 45245/15, 13.02.2020. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεν ήταν καθοριστική η διάρκεια της διατηρήσεως των δεδομένων, αλλά η απουσία ορισμένων διασφαλίσεων. Στην περίπτωση του προσφεύγοντος τα προσωπικά του δεδομένα είχαν διατηρηθεί απεριόριστα, χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν ο βαθμός σοβαρότητας του αδικήματός του, η ανάγκη αορίστου διατηρήσεως των στοιχείων  και η έλλειψη πραγματικής δυνατότητας αναθεωρήσεως.

[15] Βλ. Γρηγόρη Τσόλια, Η διατήρηση και επεξεργασία δεδοµένων στον τοµέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σύµφωνα µε την Οδηγία 2006/24/ΕΚ (σύντοµη ερµηνευτική προσέγγιση), ∆iΜΕΕ 2006, σ. 347 επ..

[16] ΔΕΕ, Συνεκδικαζόµενες υποθέσεις Digital Rights Ireland Ltd C-293/12 και Kartner Landesregierung κ.λπ. C-594/12, απόφαση της 08-4-2014.

[17] Βλ. Ομάδα Εργασίας του Άρθρου 29, Γνωµοδότηση 4/2004 (WP89), για την επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων µέσω βιντεοεπιτήρησης, σ. 25.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Δημόσια υγεία και συναθροίσεις

Αυτό που επιτάσσουν η ιατρική επιστήμη και η κοινή λογική θα αρκούσε να είναι ορθολογικότερα διαρθρωμένο και πληρέστερα τεκμηριωμένο, ώστε να μην ανακύψουν ζητήματα συνταγματικότητας ενός περιορισμού που επί της ουσίας δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Όμως οι αντιρρήσεις δεν είναι περί όνου σκιάς. Η τήρηση των συνταγματικών επιταγών ακόμη και υπό ακραίες συνθήκες δεν αποτελεί περιττή πολυτέλεια αλλά, εκτός των άλλων, όρο για τη διασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης.

Περισσότερα

Η συνταγματικότητα της απαγορεύσεως εισόδου στη σχολική τάξη χωρίς μάσκα

Η υποχρέωση χρήσεως μάσκας στα σχολεία είναι απότοκη της σταθμίσεως του δικαιώματος στην υγεία, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, την ελευθερία κινήσεων και του δικαιώματος στην εκπαίδευση. Κανένα από τα ανωτέρω δικαιώματα δεν είναι απόλυτα, αλλά επιδέχονται περιορισμούς, αρκεί να μη θίγεται ο πυρήνας τους. Η υποχρεωτική χρήση της μάσκας κρίνεται ότι δεν παραβιάζει τον πυρήνα του δικαιώματος στην εκπαίδευση.

Περισσότερα

Η συνταγματικότητα της απαγόρευσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων

Η απαγόρευση δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, για λόγους δημόσιας υγείας, υπάγεται στο κανονιστικό πεδίο του άρθρου 11 παρ.2 του Συντάγματος. Η απόφαση του αρχηγού της ΕΛΑΣ αναφέρεται, επίσης, στο άρθρο 5 του Συντάγματος. Δεν ερμηνεύουμε στο κενό το Σύνταγμα και τους νόμους, αλλά στην τραγική πραγματικότητα που βιώνουμε. Αυτά τα δύο δεδομένα ενισχύουν και προκρίνουν τη συνταγματικότητα της απαγόρευσης. Στο λεπτό αυτό σημείο και τη γκρίζα ζώνη, στην οποία εισέρχεται αναπόφευκτα και η πολιτική επιλογή, επικεντρώνεται και ο συνταγματικός διάλογος.

Περισσότερα