Τι στ’ αλήθεια λέει η απόφαση του ΕΔΔΑ για το Φαρμακονήσι: Μια βαριά αλλά και χρήσιμη καταδίκη για την Ελλάδα

Ο Παναγιώτης Περάκης σχολιάζει την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ για το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι.

1. Η έκδοση της απόφασης του ΕΔΔΑ για την τραγική υπόθεση του ναυαγίου στο Φαρμακονήσι (όπου από τους 27 επιβαίνοντες αλλοδαπούς στο πλοιάριο που βυθίστηκε πνίγηκαν οι 11) δικαίως προκάλεσε μεγάλο θόρυβο, είναι δε βέβαιο ότι το θέμα θα συνεχίσει ν’ απασχολεί επί μακρόν τη δημοσιότητα, και μάλιστα όχι μόνο εντός των συνόρων. Γι’ αυτό, αν σε κάποιους ιθύνοντες φαίνεται ελκυστική η τακτική της στρουθοκαμήλου με την ελπίδα ότι το θέμα θα ξεφουσκώσει γρήγορα και θα ξεχαστεί, όπως συχνά συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, καλό για όλους θα ήταν να διώξουν γρήγορα από το μυαλό τους οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Στις μέρες μας θέματα σαν κι αυτό δεν ενδιαφέρουν μόνο κάποιους λίγους «επαγγελματίες δικαιωματιστές» και 2-3 αντίστοιχες οργανώσεις, όπως συνέβαινε άλλοτε, αλλά συμπεριλαμβάνονται πλέον στα ζητήματα που εξετάζονται θεσμικά επί τακτικής βάσεως σε επίπεδο ΕΕ (ιδίως στο πολύ σημαντικό ετήσιο Rule of Law Report της Επιτροπής και, βέβαια, στις εκθέσεις του Fundamental Rights Agency), επιπλέον φυσικά του ΟΗΕ και των διεθνών Οργανισμών και φορέων που έχουν ως ειδικό αντικείμενό τους τα ανθρώπινα δικαιώματα.

2. Χωρίς να αποσπαστεί η προσοχή από την ουσία της απόφασης, που είναι ασφαλώς οι καταδικαστικές της διατάξεις, ας ξεκινήσουμε διαλύοντας μια εσφαλμένη εντύπωση που έχει δημιουργηθεί στην κοινή γνώμη: η απόφαση δεν καταδικάζει την Ελλάδα για επαναπροώθηση (pushback). Δεν θα μπορούσε άλλωστε να κάνει ευθέως κάτι τέτοιο, αφού δεν εμπίπτει στο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΣΔΑ, γι’ αυτό και οι αιτιάσεις των αιτούντων περί παραβίασης δεν αφορούσαν νομικά την καταγγελλόμενη εκ μέρους των επιχείρηση επαναπροώθησης. Υπήρχε, όμως, βεβαίως ο σχετικός ισχυρισμός, τον οποίο το δικαστήριο εξέτασε αλλά επέλεξε να μην πάρει θέση, αιτιολογώντας το γιατί. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο, παρότι – βλ. παρακάτω – καταδικάζει τη χώρα μας για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη ζωή), ειδικά ως προς το σημαντικό αυτό ζήτημα αναφέρει ρητά ότι δεν μπορεί να αποφανθεί εάν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης έχει λάβει χώρα απόπειρα επαναπροώθησης των επιβαινόντων πίσω στις τουρκικές ακτές, επιρρίπτοντας όμως συγχρόνως στις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές (κυρίως στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου που επιλήφθηκε της υπόθεσης) την ευθύνη για την έλλειψη μιας πλήρους και αποτελεσματικής έρευνας από την οποία θα προέκυπταν ενδεχομένως όλα τα στοιχεία που θ’ απαιτούνταν για μια τέτοια κρίση[1].

Στην πραγματικότητα, δηλαδή, η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Το ΕΔΔΑ θα προέβαινε σε μια τέτοια κρίση-διαπίστωση, η οποία θα συνιστούσε βαρύτατο στίγμα για τη χώρα, μόνον εάν είχε στη διάθεσή του ακράδαντα στοιχεία γι’ αυτό. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων, για την οποία η απόφαση καταλογίζει ευθέως και ανεπιφύλακτα την ευθύνη στις Ελληνικές Αρχές (κι αυτό έχει τη σημασία του), δεν του επιτρέπει να το κάνει, χωρίς όμως και να αποκλείει τη σχετική πιθανότητα, όπως αυτό προκύπτει από τη διατύπωση που επιλέγει σε διάφορα σημεία του κειμένου της απόφασης.

Με αυτές τις αναγκαίες διευκρινήσεις, χωρίς δηλαδή το θέμα να προσφέρεται και για πανηγυρισμούς, η Ελλάδα μπορεί πάντως να συνεχίζει να δηλώνει προς κάθε κατεύθυνση ότι, παρόλες τις κατηγορίες που κατά καιρούς έχουν σχετικώς διατυπωθεί για συγκεκριμένες περιπτώσεις στο Αιγαίο και στον Έβρο, κάποιες εκ των οποίων μάλιστα έχουν φιλοξενηθεί και σε έγκυρα εθνικά και διεθνή ΜΜΕ, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα καμιά επίσημη διαπίστωση (ήτοι, από απόφαση εθνικού ή διεθνούς δικαστηρίου ή αρμόδιας Αρχής) ότι ακολουθούνται τέτοιες παράνομες πρακτικές (pushbacks) εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών.

3. Πάμε τώρα στην ουσία, χωρίς να σταθούμε σε θεωρητικές νομικές αναλύσεις, μια που η απόφαση ως προς τη νομική της βάση ακολουθεί τη συνήθη για τις περιπτώσεις αυτές προσέγγιση του δικαστηρίου όσον αφορά στον τρόπο σύνδεσης των προβλέψεων της ΕΣΔΑ (ήτοι, κυρίως υπό το πρίσμα των άρθρων 2 και 3) με τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλα διεθνή νομικά κείμενα, όπως, εν προκειμένω τις υποχρεώσεις από τη Σύμβαση της Γενεύης αλλά και τις υποχρεώσεις έρευνας και δάσωσης στη θάλασσα. Η κατανόηση πάντως της νομικής πλευράς της απόφασης – η εύληπτη και εις βάθος παρουσίαση της οποίας, κατά προτίμηση από κάποιον ειδικότερο εμού, θ΄ απαιτούσε και πολύ μεγαλύτερη έκταση και ούτως ή άλλως εκφεύγει του σκοπού του παρόντος άρθρου[2] – είναι απαραίτητη γι’ αυτούς που εκ της θέσεώς των οφείλουν ν’ ασχοληθούν με την υπόθεση, ιδίως προκειμένου να συνειδητοποιήσουν την ασυνήθιστη βαρύτητα των καταδικαστικών κρίσεων της απόφασης, η οποία δεν είναι ίσως προφανής για τους μη εξοικειωμένους με τη σχετική νομολογία του δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα, η απόφαση (η οποία, προς το παρόν τουλάχιστον, υπάρχει μόνο στη γαλλική γλώσσα, μπορεί όμως κανείς να ανατρέξει στην δημοσιευθείσα επίσημη 5σέλιδη περίληψη στην αγγλική γλώσσα) καταδικάζει την Ελλάδα για τρεις βασικές παραβιάσεις της ΕΣΔΑ.

Η πρώτη αφορά σε παραβίαση του άρθρου 2 λόγω διαδικαστικών ανεπαρκειών και παραλείψεων στην έρευνα που διεξήγαγαν οι Ελληνικές Αρχές για το συμβάν, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής 11 ανθρώπων. Οι ανεπάρκειες αυτές, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, αφορούν (α) στην ακαταλληλότητα – έως πλήρη άγνοια της γλώσσας των αιτούντων – των δύο μεταφραστών που χρησιμοποιήθηκαν και στην έλλειψη πιστότητας της καταγραφής των όσων κατατέθηκαν, (β) στη μη αποδοχή εκ μέρους του Εισαγγελέα του ενός από τα τρία αιτήματα που οι αιτούντες υπέβαλαν στο πλαίσιο της έρευνας (έγινε δεκτό το αίτημά τους για ανέλκυση του βυθισμένου σκάφους και εξέτασή του από ειδικούς, όπως και το αίτημα να τους γνωστοποιηθούν οι ηχογραφημένες επικοινωνίες του σκάφους του Λιμενικού που συμμετείχε στο συμβάν με την Ακτοφυλακή και τα ραντάρ, ενώ δεν έγινε δεκτό το αίτημά τους για δικαίωμα πρόσληψης πραγματογνώμονα) και (γ) στις ελλείψεις της έρευνας που διεξήγαγε ο Εισαγγελέας (την οποία έκλεισε, όπως επισημαίνει η απόφαση, βασιζόμενος στην αξιωματική θέση ότι στην Ελλάδα δεν γίνονται επαναπροωθήσεις), χωρίς να εξετάσει συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία, σύμφωνα με το δικαστήριο, έπρεπε να ερευνηθούν και δεν ερευνήθηκαν, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να διαπιστωθούν από την έρευνα οι ακριβείς συνθήκες του ναυαγίου.

Η δεύτερη παραβίαση είναι πάλι του άρθρου 2, αυτή τη φορά όχι για διαδικαστικούς λόγους αλλά για παράλειψη εκ μέρους των Ελληνικών Αρχών των θετικών εκείνων ενεργειών στις οποίες ευλόγως, σύμφωνα με το επίπεδο που επιβάλλει το άρθρο 2, όφειλαν να έχουν προβεί για την προστασία της ζωής των 27 επιβαινόντων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι δεν χρησιμοποιήθηκε εκ μέρους των Αρχών το ενδεικνυόμενο σκάφος διάσωσης και τα κατάλληλα διασωστικά μέσα, ότι εσφαλμένες ενέργειες έλαβαν χώρα, ότι δεν υπήρξε ο αναγκαίος έγκαιρος συντονισμός με την ξηρά, καθώς και ότι υπήρξε σειρά καθυστερήσεων (στην εκπομπή σήματος κινδύνου προς τα διερχόμενα σκάφη «Mayday Relay» κατά 12 περίπου λεπτά, στην άφιξη ελικοπτέρου διάσωσης κατά περίπου 1,5 ώρα, στο έτερο σκάφος του Λιμενικού κατά 15 περίπου λεπτά κλπ). Για όλες αυτές τις παραλείψεις και καθυστερήσεις το δικαστήριο έκρινε πως η Ελλάδα δεν παρέσχε επαρκείς εξηγήσεις και, συνεπώς, παραβίασε το άρθρο 2 μην προβαίνοντας στις αναγκαίες θετικές ενέργειες που ήταν αναμενόμενες και κατάλληλες υπό τις περιστάσεις για την προστασία της ζωής αυτών των ανθρώπων.

Η τρίτη παραβίαση, τέλος, για την οποία καταδικάστηκε η χώρα μας είναι του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης). Αφορά σε εξευτελιστική μεταχείριση των 12 από τους 16 διασωθέντες, συνισταμένη στον σωματικό έλεγχο που γυμνοί υπέστησαν ενώπιον όλων, χωρίς να υπάρχουν βάσιμες υποψίες ή άλλοι λόγοι που να τον δικαιολογούν, λαμβανομένων μάλιστα υπόψιν των συνθηκών και, ειδικότερα, ότι αυτό συνέβη αμέσως μετά το ναυάγιο του πλοιαρίου στο οποίο είχαν βρει τον θάνατο 11 δικοί τους άνθρωποι και είχαν κινδυνεύσει και οι ίδιοι.

Όπως προαναφέρθηκε, ίσως για τους μη εξοικειωμένους η σημασία των παραπάνω καταδικαστικών κρίσεων της απόφασης δεν είναι προφανής. Πρόκειται όμως στην πραγματικότητα για βαρύτατες παραβιάσεις, οι οποίες καταρχήν σχετίζονται ευθέως με ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα σχεδόν του κράτους δικαίου (αυτό αφορά κατά κύριο λόγο στις πλημμέλειες της διαδικασίας που ακολουθήθηκε μετά το συμβάν και, ιδίως, στην, υπαίτια, κατά την απόφαση, μη διεξαγωγή μιας πλήρους και εις βάθος έρευνας για την υπόθεση που αφορά στον θάνατο 11 ανθρώπων). Αλλά και με παραβιάσεις που σχετίζονται – κι αυτό δεν είναι καθόλου συνηθισμένο, γι’ αυτό και αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως πολιτικά πλευρά της απόφασης – με την παράλειψη οφειλόμενων θετικών ενεργειών εκ μέρους των κρατικών Αρχών για τη διάσωση της ζωής αυτών των ανθρώπων.

4. Τα παραπάνω και μόνο, πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, συνιστούν δίχως άλλο σοβαρότατο λόγο για τους αρμόδιους θεσμούς και όργανα της Πολιτείας – και πρώτα απ’ όλα, προφανώς, για την κυβέρνηση – ν΄ ασχοληθούν με το θέμα, τόσο ad hoc, συμπεριλαμβανομένης και της διερεύνησης ευθυνών, όσο και, κυρίως, γενικότερα, υιοθετώντας επιτέλους αντιλήψεις και πάγιες διαδικασίες συμβατές με τις υποχρεώσεις της χώρας και τις επιταγές του κράτους δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, η συμμόρφωση στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ είναι μια αυτονόητη διαδικασία και υποχρέωση. Για μια χώρα όμως που θέλει πραγματικά να σέβεται το δίκαιο, και μάλιστα όταν το χρησιμοποιεί ως το βασικό της επιχείρημα στην εξωτερική της πολιτική και ως ασπίδα απέναντι στις απειλές του κακού γείτονα, όταν λέμε συμμόρφωση δεν εννοούμε βέβαια μόνο τη συμμόρφωση με τη στενή της έννοια, ήτοι τη συμμόρφωση προς το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή να καταβάλει στους δικαιούχους το ούτως ή άλλως όχι και τόσο σπουδαίο για ένα κράτος ποσό των 330.000 ευρώ που επιδικάσθηκε συνολικά. Αλλά να φροντίσει ώστε οι παραβιάσεις για τις οποίες καταδικάσθηκε να μην επαναληφθούν. Αυτό επιβάλλουν οι αρχές του κράτους δικαίου. Και κατά τούτο οι παραπάνω καταδικαστικές διατάξεις της απόφασης, πέραν των άλλων συνεπειών τους, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για τις αρμόδιες Αρχές. Χρήσιμες γιατί δίνουν με λεπτομερή, σχεδόν τεχνικό, τρόπο, το περίγραμμα, έως και τα χρονικά όρια των ενεργειών στις οποίες οφείλουν να προβαίνουν όποτε αντιμετωπίζουν αντίστοιχου είδους περιστατικά.

Συνεπώς, αυτό που προφανώς πρέπει άμεσα να γίνει είναι οι σχετικές αναφορές της απόφασης να κωδικοποιηθούν λεπτομερώς και ν΄ αποτελέσουν μπούσουλα για τις διαδικασίες που εφεξής πρέπει απαρεγκλίτως να ακολουθούνται. Μαζί δε μ΄ αυτές, είναι κατεπείγουσα ανάγκη να προχωρήσει επιτέλους και η θεσμοθέτηση πραγματικά ανεξάρτητου ελέγχου, τον οποίο η χώρα μας πεισματικά στην πράξη αρνείται, εγκλωβισμένη σε μια εντελώς παρωχημένη και αδιέξοδη λογική ενόχου.

5. Ανεξάρτητα αν κανείς συμμερίζεται ή όχι τις απόψεις όσων ισχυρίζονται ότι η προστασία των συνόρων δεν έχει καμία θέση στη συζήτηση για τα ζητήματα της διαχείρισης των προσφυγικών ροών (προσωπικά δεν τις συμμερίζομαι καθόλου, ιδίως μάλιστα όταν η καταχρηστική εργαλειοποίηση αυτών των ροών έχει διαπιστωθεί και νομικά), είναι πια καιρός η ιδεολογικοποίηση των σχετικών θεμάτων ν’ αποτελέσει παρελθόν στον τόπο μας, τουλάχιστον για τις δυνάμεις του συνταγματικού τόξου. Διότι, κι αυτό επιβάλλεται να γίνει σε όλους κατανοητό, η διαχείριση των προσφυγικών, όπως και των μεταναστευτικών, ροών υπερβαίνει κατά πολύ το ζήτημα προστασίας των συνόρων, όπως ορισμένοι αρμόδιοι επιμένουν να το βλέπουν κατ’ αποκλειστικότητα. Παραβιάσεις σαν κι αυτές που διέγνωσε η απόφαση του ΕΔΔΑ έχουν να κάνουν με τη γενικότερη εικόνα και θέση της χώρας στον σύγχρονο κόσμο, συνδέονται στρατηγικά σχεδόν με την ύπαρξή της, ως ουσιώδης αρνητική προϋπόθεση.

Η χώρα μας, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη, δεν έχει την πολυτέλεια ν’ αδιαφορεί για την τήρηση των κανόνων, ιδίως των θεμελιωδών, όπως η ΕΣΔΑ. Ας ειδωθεί λοιπόν η απόφαση αυτή ως μια αυθεντική ερμηνεία – οδηγός για την τήρησή τους, όχι μόνο ως μια βαριά καταδίκη που δεν επιτρέπεται να επαναληφθεί.

Παναγιώτης Περάκης
Δικηγόρος


Υποσημειώσεις:

[1] «The Court considered that it could not express a position …..on whether there had been an attempt to push the applicants back to the Turkish coast. It pointed out that this inability stemmed largely from the lack of a thorough and effective investigation by the national authorities

[2] Για μια αναλυτικότερη παρουσίαση της απόφασης, καθώς και, ειδικώς, του θέματος των επαναπροωθήσεων, με τις επ΄αυτού επισημάνσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, βλ. Θωμά Ψήμμα, Syntagma Watch 18.7.2022 “Υπόθεση Safi και άλλοι κατά Ελλάδας: Μια μεμονωμένη παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή de facto πολιτική της Ελληνικής Δημοκρατίας;”

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.