Τα Συνταγματικά ζητήματα της περασμένης εβδομάδας (27 Μαΐου – 2 Ιουνίου 2019)

Την εβδομάδα που πέρασε (μετά από τις Ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών) τέθηκαν αλληλένδετα συνταγματικά ζητήματα: το ερώτημα περί παραίτησης της κυβέρνησης ή διάλυσης της Βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα, ο διορισμός της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την παρούσα κυβέρνηση, η υπογραφή του κρίσιμου προεδρικού διατάγματος. Όποια και αν είναι η έκβαση του περίπλοκου συνταγματικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται, θα αφήσει το αποτύπωμά της στη συνταγματική πρακτική.

Την εβδομάδα που πέρασε (μετά από τις Ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών) τέθηκαν αλληλένδετα συνταγματικά ζητήματα που θα απασχολήσουν τόσο τη δημοσιότητα όσο και τη συνταγματική επιστήμη για αρκετό καιρό. Όποια και αν είναι η έκβαση του περίπλοκου συνταγματικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται, θα αφήσει το αποτύπωμά της στη συνταγματική πρακτική.

Παραίτηση της Κυβέρνησης ή διάλυση της Βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα;

Μετά από την ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις Ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αγνοηθεί, δίνει δικαίωμα αμφισβήτησης στην αντιπολίτευση και θα ζητήσει καθαρή εντολή από τον λαό.

Οι συνταγματικοί δρόμοι που ανοίγονται μετά από μια τέτοια δήλωση είναι δύο: Η Κυβέρνηση είτε παραιτείται άμεσα και ακολουθεί η διαδικασία διενέργειας εκλογών από οικουμενική ή υπηρεσιακή Κυβέρνηση, είτε ζητάει την ανανέωση της λαϊκής εντολής για την αντιμετώπιση εθνικού θέματος κρίσιμης σημασίας. (βλ. σχετικά το άρθρο του Γ. Καραβοκύρη «Τι προβλέπει ο νόμος για τις πρόωρες εκλογές; Ποιες διαδικασίες ακολουθούνται;»)

Η Κυβέρνηση φαίνεται ότι θα επιλέξει τη δεύτερη οδό. Από συνταγματικής απόψεως κρίσιμα εθνικά θέματα θεωρούνται θέματα που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις ή την οικονομική πολιτική. Η απώλεια της πολιτικής νομιμοποίησης δεν αποτελεί τέτοιο θέμα. Η συνταγματικά ενδεδειγμένη λύση για μια Κυβέρνηση που κρίνει ότι δεν έχει πια τη στήριξη του λαού είναι η παραίτηση. Η κρισιμότητα όμως του θέματος δεν μπορεί να ελεγχθεί από κανέναν, καθώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούται να εκδώσει το διάταγμα διάλυσης της Βουλής, έχει με άλλα λόγια δέσμια αρμοδιότητα.

Εδώ τίθεται ένα πρώτο ερώτημα: μια συμπεριφορά που δεν ελέγχεται από κάποιο όργανο και για την οποία δεν προβλέπεται συνταγματική κύρωση είναι αναπόδραστα σύμφωνη με το Σύνταγμα; Η απώλεια της πολιτικής νομιμοποίησης θα καταγραφεί πλέον ως κρίσιμο εθνικό θέμα, άρα θα επέλθει μια άτυπη συνταγματική αλλαγή μέσω της συνταγματικής πράξης, που θα ενταχθεί κάποια στιγμή και στα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου;

Η Κυβέρνηση δημιουργεί μια περίοδο αναμονής, ένα συνταγματικό limbo, όπου υπάρχει η επίσημη παραδοχή από το στόμα του Πρωθυπουργό ότι η Κυβέρνηση δεν διαθέτει τη λαϊκή νομιμοποίηση και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει ανακοινώσει ότι θα γίνουν πρόωρες εκλογές στις 7 Ιουλίου, όμως δεν έχει γίνει καμία συνταγματικά προβλεπόμενη ενέργεια που να κηρύσσει επίσημα την προεκλογική περίοδο. Το Σύνταγμα, άλλωστε, δεν περιέχει κάποια πρόβλεψη για το ενδεχόμενο η Κυβέρνηση να αλλάξει γνώμη και να κρίνει ότι τελικά δεν επιθυμεί τις εκλογές. Μπορεί λοιπόν η Κυβέρνηση, μετά από την επίσημη παραδοχή ότι έχει χάσει την πολιτική νομιμοποίησή της, να συνεχίσει να συμπεριφέρεται θεσμικά σαν να την έχει;

Ο διορισμός της ηγεσίας της δικαιοσύνης

Η ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων σύμφωνα με το Σύνταγμα διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Υπάρχει εδώ μια σαφής συνταγματική επιλογή να δίνεται έμμεση λαϊκή νομιμοποίηση στην ηγεσία της δικαιοσύνης μέσω του διορισμού της από την πολιτικά νομιμοποιημένη Κυβέρνηση. Το Σύνταγμα θα μπορούσε να έχει επιλέξει διαφορετικά και να υπαγορεύει το πλήρες αυτοδιοίκητο της δικαιοσύνης, προκρίνοντας τη δικαστική ανεξαρτησία έναντι της δημοκρατικής νομιμοποίησής της. Όμως αυτή η συνταγματική ρύθμιση δεν έχει καν τεθεί προς αναθεώρηση.

Ο σκοπός της συνταγματικής διάταξης είναι σαφής: η λαϊκή νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας. Η εφαρμογή μιας συνταγματικής διάταξης με τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό της αποτελεί καταστρατήγηση του Συντάγματος. Η καταστρατήγηση του Συντάγματος συνιστά παραβίαση του Συντάγματος. Το ερώτημα που τίθεται εδώ δεν είναι μόνο γενικό ως προς το εύρος των αρμοδιοτήτων μιας Κυβέρνησης που σκοπεύει να ζητήσει εκλογές επειδή έχασε την λαϊκή της νομιμοποίηση και βρίσκεται ακόμη στην εξουσία, αλλά συγκεκριμένα αν επιτρέπεται συνταγματικά να προβεί σε μια ενέργεια η οποία προϋποθέτει και έχει ως δικαιολογητική βάση την πολιτική αυτή νομιμοποίηση. (βλ. σχετικά το άρθρο του Ξ. Κοντιάδη «Αντισυνταγματικός ο διορισμός της ηγεσίας δικαστηρίων»)

Ένα επιμέρους ζήτημα που τέθηκε είναι αν η συναίνεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη διαδικασία θα κάλυπτε το σχετικό κενό νομιμοποίησης. Εδώ προκύπτει ένα περαιτέρω ερώτημα: γιατί να προτιμηθεί μια sui generis αμφισβητούμενη οδός νομιμοποίησης όταν σε ένα περίπου μήνα θα υπάρχει Κυβέρνηση που θα πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το Σύνταγμα, εφόσον άλλωστε από τον Κώδικα Δικαστηρίων προβλέπεται η αναπλήρωση ανώτατων δικαστών για το διάστημα κατά το οποίο οι θέσεις παραμένουν κενές, μια πρακτική που έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν;

Η υπογραφή του κρίσιμου προεδρικού διατάγματος

Μπορεί να αρνηθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να υπογράψει το σχετικό διάταγμα;

Η Κυβέρνηση προχώρησε στον διορισμό της ηγεσίας της δικαιοσύνης και έτσι το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι αν μετά την 30/6 ο Πρόεδρος θα υπογράψει τα σχετικά διατάγματα. Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος υπογράψει πρόκειται για διατάγματα που καταστρατηγούν το Σύνταγμα. Σε περίπτωση που δεν τα υπογράψει, θα έχει επιλέξει να κρίνει την ουσιαστική συνταγματικότητα διατάγματος, επαναπροσδιορίζοντας τον αυτοπεριορισμό του ως προς το εύρος του ελέγχου που ασκεί στη συνταγματικότητα των διαταγμάτων, δημιουργώντας έτσι ένα νέο προηγούμενο, που θα αποτυπωθεί ως συνταγματική πρακτική. Και στις δύο περιπτώσεις ο διορισμός της ηγεσίας της δικαιοσύνης μπορεί να αμφισβητηθεί δικαστικά.

Ένας μικρός επίλογος

Τα Συντάγματα τείνουν να γίνονται λεπτομερή όταν υπάρχει υψηλός βαθμός καχυποψίας. Όσο λιγότερο μπορεί ο συντακτικός νομοθέτης να εμπιστευθεί τους θεσμικούς παίκτες, τόσο περισσότερες καταστάσεις προσπαθεί να προβλέψει και να θέσει θεσμικά αντίβαρα και κυρώσεις. Οι εξελίξεις της τελευταίας εβδομάδας φαίνεται να αποτελούν παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι παίκτες, όταν δεν υπάρχει κάποιος να τους σταματήσει, θα παρακάμψουν ή θα παραβιάσουν τους κανόνες του παιχνιδιού ή θα τους εφαρμόσουν όπως τους βολεύει (βλ. Ξ. Κοντιάδης, Το Ανορθολογικό μας Σύνταγμα. Γιατί απέτυχαν οι πολιτικοί θεσμοί; Εκδ. Παπαζήσης, 2015).

Αλκμήνη Φωτιάδου
Συνταγματολόγος (Διδάκτωρ Νομικής), δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;