Η πρόσφατη εξαγγελία του Πρωθυπουργού για διενέργεια πρόωρων εθνικών εκλογών, ασχέτως του λόγου που την προκάλεσε, πυροδοτεί πολιτικές, αλλά και σημαντικές συνταγματικές εξελίξεις.

Η πρόσφατη εξαγγελία του Πρωθυπουργού για διενέργεια εθνικών εκλογών, ασχέτως του λόγου που την προκάλεσε, και που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν, όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη διαχειρίσιμη ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις ευρωεκλογές, πυροδοτεί, εκτός από τις προφανείς πολιτικές, και όχι ήσσονος σημασίας συνταγματικές εξελίξεις. Ας προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο ως προς τις δεύτερες, για να πάρουν τον ορθό δρόμο και οι πρώτες.

H διαδικασία παραίτησης της σημερινής κυβέρνησης και η κυβέρνηση που θα διενεργήσει τις εκλογές

Το Σύνταγμα έχει, στην αναθεωρημένη από το 1986 μορφή του, απαγορεύσει την ανάληψη πρωτοβουλίας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προβλέπει, πέραν της απώλειας της εμπιστοσύνης της Βουλής, δύο ειδών ενέργειες, και ανάλογες μορφές παραιτήσεων, εκ μέρους της κυβέρνησης: είτε την «κανονική» παραίτηση (π.χ. ως συνέπεια αδυναμίας, απώλειας της δεδηλωμένης ή σκανδάλου), κατά το άρθρο 38 του Συντάγματος, είτε την παραίτηση για «ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας», κατά το άρθρο 41 παρ. 2.  

Στην πρώτη περίπτωση, τις εκλογές διενεργεί, μετά από διερευνητικές εντολές, μια εντελώς νέα κυβέρνηση, που μπορεί να αποκληθεί «υπηρεσιακή», παρότι η έκφραση δεν συναντάται στο συνταγματικό κείμενο. Στη δεύτερη, οι εκλογές διενεργούνται «από την κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Βουλής» (άρθρο 41 παρ. 1, που φαίνεται να εφαρμόζεται και στην παρ. 2).

Έχει συνεπώς κρίσιμη σημασία εάν την ερχόμενη εβδομάδα ο Πρωθυπουργός θα πάει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως εξήγγειλε το βράδυ των ευρωεκλογών, και απλώς θα παραιτηθεί ή εάν θα παραιτηθεί επικαλούμενος «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» (που δεν μπορεί πάντως να είναι η ήττα στις ευρωεκλογές). Αν συμβεί το δεύτερο, δεν αλλάζει ολόκληρη η κυβέρνηση αλλά μόνο, κατά συνταγματική πρακτική, οι Υπουργοί που άμεσα εμπλέκονται με τη διενέργεια των εκλογών, δηλαδή σίγουρα ο Εσωτερικών και ο Δημόσιας Τάξης και κατά την ορθότερη ερμηνεία και ο Δικαιοσύνης.

Υποστηρίχθηκε ορθώς, μεταξύ άλλων και από τον Αντώνη Μανιτάκη, ότι εφόσον ο πραγματικός λόγος της παραίτησης είναι η εκφρασμένη απώλεια της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος, η κυβέρνηση θα έπρεπε να παραιτηθεί χωρίς επίκληση (άλλου) εθνικού λόγου και οι εκλογές να διενεργηθούν από «υπηρεσιακή» κυβέρνηση. Ωστόσο, από συνταγματική άποψη, το ενισχυμένο κοινοβουλευτικό μας σύστημα αφήνει την επιλογή «τρόπου παραίτησης» στην κυβέρνηση, δηλαδή στον Πρωθυπουργό. Το ποιος δε, πόσο υπαρκτός και πόσο σοβαρός, είναι ο εθνικός λόγος του οποίου ενδεχομένως να γίνει επίκληση, δεν ελέγχεται δικαστικά.

Ο χρόνος παραίτησης της κυβέρνησης και η πραγματοποίηση της εκλογικής αναμέτρησης

Η πρωτοβουλία, άρα και ο χρόνος, για την υποβολή παραίτησης ανήκει, όπως προειπώθηκε, στην κυβέρνηση, όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκε δημόσια και πανηγυρικά ότι θα γίνει αμέσως μετά το δεύτερο γύρο των τοπικών εκλογών. Το ότι το «αμέσως μετά» έγινε ήδη «στις 10 Ιουνίου» δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως δηλωτικό προθέσεων για την κυβερνητική στάση κατά την περίοδο που διανύουμε.

Από εκεί και πέρα, στην περίπτωση «σκέτης παραίτησης» (άρθρο 38) και μη συγκρότησης νέας κυβέρνησης κατόπιν διερευνητικών εντολών (άρθρο 37, στο οποίο παραπέμπει ρητώς το 38), το Σύνταγμα δεν ορίζει ρητή προθεσμία για τη διενέργεια εκλογών, ενώ σε περίπτωση «παραίτησης για εθνικό θέμα» (άρθρο 41 παρ. 2), οι εκλογές πρέπει να διεξαχθούν μέσα σε 30 μέρες από τη διάλυση της Βουλής (41 παρ. 3).

Ήδη πάντως το ζήτημα κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, βιαστικός και αντιθεσμικός όπως σχεδόν πάντα, ανήγγειλε την ημερομηνία εκλογών: 7 Ιουλίου. Το προεδρικό- διάταγμα διάλυσης της Βουλής συμπεριλαμβάνει την ημερομηνία εκλογών και πυροδοτεί την έναρξη της προεκλογικής περιόδου.

Το ενδεχόμενο ορισμού της δικαστικής ηγεσίας από την απερχόμενη κυβέρνηση  

Ασχέτως εάν τις εκλογές διενεργήσει «υπηρεσιακή» κυβέρνηση ή η σημερινή (όπως φαίνεται να έχει ήδη αποφασίσει η ίδια), από τη στιγμή που θα διαλυθεί η Βουλή είναι προφανές ότι δεν υπάρχει δυνατότητα ψήφισης νομοθετικών διατάξεων. Αυτό μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ιδίως για πράξεις με πιθανή εκλογική επιρροή, ισχύει από τώρα, αφού κατέστη επίσημη και αδιαφιλονίκητη η διενέργεια, και η ημερομηνία διενέργειας, εκλογών, βρισκόμαστε δηλαδή ήδη σε οιονεί προεκλογική περίοδο.

Σχετικά με άλλες κυβερνητικές πράξεις, ο νόμος ορίζει ότι απαγορεύονται προσλήψεις, μετακινήσεις δημοσίων υπαλλήλων, δοσοληψίες με οικονομικό περιεχόμενο (έργα, προμήθειες, αναθέσεις). Έχει επίσης επικρατήσει το συνταγματικό έθιμο να μην λαμβάνονται μέτρα που θα δεσμεύουν την μετά τις εκλογές κυβέρνηση και να μην γίνονται διορισμοί ή ορισμοί προσώπων, ιδίως σε κρίσιμες θεσμικές θέσεις (ηγεσία Δικαιοσύνης, ανεξάρτητες αρχές, ΔΕΚΟ κλπ).

Ειδικά για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τρεις δέσμες αρχών συγκλίνουν αποφασιστικά στη διατύπωση άποψης περί απαγόρευσης λήψης σχετικής απόφασης από την παρούσα κυβέρνηση.

  • Πρώτον, ο θεμελιώδης κανόνας ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των δικαστών (άρθρο 87 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος), που θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα εφόσον τέτοια επιλογή γινόταν σε οιονεί προεκλογικό περίοδο και παρά την ανάδειξή του σε μείζονος σημασίας θεσμικό θέμα.
  • Δεύτερον, θα παραβιαζόταν ο κανόνας της ουδετερότητας της Διοίκησης κατά την περίοδο που οδηγεί σε εκλογές, καθώς και της αυτονόητης αποφυγής  δέσμευσης της επόμενης κυβέρνησης, αλλά και της λειτουργίας των θεσμών, με πράξεις που λαμβάνουν χώρα κατά το εντελώς τελικό στάδιο μιας κυβερνητικής θητείας.
  • Τρίτον, η επίσπευση της ως άνω πρωτοβουλίας, εφόσον κανονικά η θητεία των υπό αντικατάσταση δικαστών λήγει στις 30 Ιουνίου, δημιουργεί δικαιολογημένη υπόνοια παρέμβασης στην κανονική διαδικασία και άρα τεκμήριο βούλησης της κυβέρνησης να δράσει προς ίδιο όφελος και να πλήξει τη δικαστική ανεξαρτησία.   

Εφόσον συμβεί μια τέτοια αντιθεσμική επιλογή, νομικά μεν δεν είναι αυτομάτως άκυρη, μπορεί όμως να προσβληθεί δικαστικά και επίσης να θεωρηθεί πολιτικά αναστρέψιμη από την επόμενη κυβέρνηση. Η θεσμική αυτοσυγκράτηση μπορεί να μην υπακούει σε αυστηρούς κανόνες, συνιστά ωστόσο αυστηρή υποχρέωση κάθε κυβέρνησης που θέλει να λέγεται δημοκρατική. Και υπάρχει βέβαια και η ασφαλιστική δικλίδα, εφόσον για το διορισμό των ανωτάτων δικαστικών απαιτείται διάταγμα με προεδρική προσυπογραφή: η δικλίδα αυτή λέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πόσον μάλλον συνταγματολόγος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Κωνσταντίνος Μποτόπουλος
Συνταγματολόγος, Δικηγόρος

Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο capital.gr στις 29 Μαΐου 2019.

                                                                      

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;