Σκέψεις για τη Διεθνή Ημέρα του ΟΗΕ για τη Συμπαράσταση στα Θύματα Βασανιστηρίων

Ο Κωνσταντίνος Γώγος γράφει για τη νομική κατοχύρωση της απαγόρευσης βασανιστηρίων, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα του ΟΗΕ για τη Συμπαράσταση στα Θύματα Βασανιστηρίων (26 Ιουνίου).

Η Διεθνής Ημέρα του ΟΗΕ για τη Συμπαράσταση στα Θύματα Βασανιστηρίων αποτελεί μία από τις δράσεις με τις οποίες η πολιτισμένη ανθρωπότητα προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα παθολογικό φαινόμενο που εξακολουθεί να στιγματίζει ορισμένα πολιτικά συστήματα και κοινωνίες. Στο επίκεντρο των νομικών εργαλείων καταπολέμησης των βασανιστηρίων, από απόψεως διεθνούς δικαίου, βρίσκεται η Διεθνής Σύμβαση του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Τρόπων Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, της 10.12.1988, η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 1782/1988[1]. Επιπλέον, το Προαιρετικό Πρωτόκολλο της 18.12.2002 που προστέθηκε στη Σύμβαση αυτή κυρώθηκε με τον ν. 4228/2014. Σε περιφερειακό επίπεδο, η Ελλάδα έχει επίσης κυρώσει με τον ν. 1949/1991 και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας της 26.11.1987.

Η Σύμβαση του ΟΗΕ ορίζει τα βασανιστήρια ως κάθε πράξη με την οποία σωματικός ή ψυχικός πόνος ή έντονη οδύνη επιβάλλονται με πρόθεση σε ένα πρόσωπο είτε από δημόσιο λειτουργό, είτε από κάθε πρόσωπο που ενεργεί με επίσημη ιδιότητα ή με την υποκίνηση ή τη συναίνεση ή την ανοχή του. Ανάλογο ορισμό δίδει στο ελληνικό δίκαιο το άρθρο 137α παρ. 6 του Ποινικού Κώδικα[2]. Είναι σημαντικό ότι η Σύμβαση του ΟΗΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη την ποινική τυποποίηση των βασανιστηρίων (άρθρο 4), καθώς και τη λήψη αποτελεσματικών νομοθετικών, διοικητικών, δικαστικών ή άλλων μέτρων για την πρόληψή τους (άρθρο 2 παρ. 1), χωρίς να διακρίνει περιπτώσεις στις οποίες να δικαιολογείται η χρήση τους. Τουναντίον, το άρθρο 2 παρ. 2 της Σύμβασης ρητά προβλέπει ότι «καμία απολύτως εξαιρετική περίσταση», συμπεριλαμβανομένων του πολέμου ή της απειλής του, της εσωτερικής πολιτικής αστάθειας ή και οποιασδήποτε κατάστασης ανάγκης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την τέλεση βασανιστηρίων. Απόψεις που επικαλούνται την προστασία υπέρτερων αγαθών (ιδίως της ζωής αθώων), προκειμένου να δικαιολογήσουν τη χρήση βασανιστικών μεθόδων προς συλλογή  πληροφοριών, οι οποίες ενδεχομένως να αποτρέψουν τρομοκρατικές ενέργειες[3], δεν βρίσκουν λοιπόν έρεισμα στη Σύμβαση. 

Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης χρειάσθηκε να αντιμετωπίσει ένα βεβαρυμένο παρελθόν στο θέμα των βασανιστηρίων. Ήταν βεβαίως πρόσφατη η τραγική εμπειρία της επταετίας των συνταγματαρχών, η οποία χαρακτηρίσθηκε από τη μαζική και απροκάλυπτη χρήση των βασανιστηρίων από τις αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές για την καταστολή των αντιφρονούντων. Πέραν όμως και από τη δικτατορία, το Σύνταγμα του 1975 βρήκε μια κατάσταση στην οποία ξυλοδαρμοί, “καψόνια” και ποικιλόμορφες κακοποιητικές συμπεριφορές δεν ήταν σπάνιες εντός ποικίλων ειδικών εξουσιαστικών σχέσεων στην κρατική μηχανή: κατά τη δίωξη του κοινού εγκλήματος από τις αστυνομικές αρχές, στις φυλακές, εντός των ενόπλων δυνάμεων προς πειθάρχηση των εφέδρων[4], αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και στην εκπαίδευση. Το Σύνταγμά μας εύλογα επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία: Η απαγόρευση των βασανιστηρίων θα προέκυπτε ήδη από τη θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους προς σεβασμό και προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1), ωστόσο, αντιμετωπίζοντας ακριβώς τα ιστορικά βάρη που ανέλαβε, ο συντακτικός νομοθέτης έκρινε αναγκαίο να εξειδικεύσει την προστασία της αξίας του ανθρώπου[5] και να περιλάβει ειδική ρύθμιση στο άρθρο 7 παρ. 2. Η διάταξη αυτή ρητά προβλέπει ότι απαγορεύονται και τιμωρούνται, σύμφωνα με τον νόμο, τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και  κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Διατυπωμένη με απόλυτο τρόπο, η συνταγματική απαγόρευση βρίσκει ευθεία εφαρμογή και αποκλείει την επίκληση λόγων άρσης του αδίκου λόγω προσταγής ή κατάστασης ανάγκης[6]. Ο εκτελεστικός, εν προκειμένω, του Συντάγματος Ποινικός Κώδικας στο άρθρο 137α τυποποιεί τα βασανιστήρια και τις λοιπές ανάλογης έντασης κακοποιητικές συμπεριφορές των κρατικών οργάνων ως κακουργήματα, αποδοκιμάζοντας την τέλεσή τους τόσο για τους σκοπούς της ανάκρισης και του εκφοβισμού, όσο και για την ποινική τιμωρία[7].

Σήμερα, η Ελλάδα απέχει πολύ από το σκοτεινό αυτό παρελθόν, συμμετέχει δε ανεπιφύλακτα στις ευρωπαϊκές αξίες. Υπάρχουν βέβαια ακόμη προκλήσεις, οι οποίες δεν αφορούν πλέον τόσο την καταστολή της χρήσης βασανιστηρίων για σκοπούς τιμωρίας ή εκφοβισμού, σκοπός που εν πολλοίς έχει επιτευχθεί, όσο τη μεταχείριση των αλλοδαπών που αναζητούν καταφύγιο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, παραμένει, σε μικρότερη όμως έκταση σε σχέση με το παρελθόν, το πρόβλημα των συνθηκών κράτησης των αλλοδαπών που τελούν υπό διοικητική απέλαση[8]. Με ειδικό τρόπο τίθεται επίσης το αίτημα προστασίας από βασανιστήρια σε σχέση με αλλοδαπούς που αιτούνται άσυλο, φοβούμενοι ότι θα βασανισθούν στη χώρα προέλευσής τους. Συναφώς, το άρθρο 3 παρ. 1 της ως άνω Σύμβασης του ΟΗΕ προβλέπει ότι «κανένα Κράτος Μέρος δεν θα απελαύνει, δεν θα επαναπροωθεί, ούτε θα εκδίδει πρόσωπο σε άλλο Κράτος, όπου υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτό το πρόσωπο θα κινδυνεύσει να υποστεί βασανιστήρια». Η απαγόρευση των βασανιστηρίων συνδέεται έτσι και με το μείζον ζήτημα της επεξεργασίας των αιτήσεων ασύλου μεγάλου αριθμού προσώπων που εισέρχονται στη χώρα μας, επικαλούμενα την προστασία που τους παρέχει το διεθνές δίκαιο.

Κωνσταντίνος Ε. Γώγος
Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.


Υποσημειώσεις:

[1] ΦΕΚ Α΄ 116.

[2] Βλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η έννοια των βασανιστηρίων και των άλλων μορφών προσβολής της αξιοπρέπειας στον Ποινικό Κώδικα, ΠοινΧρον 2009, σ. 3 επ.

[3] Για την προβληματική βλ. Κ. Βαθιώτη, Βασανιστήρια για την αποτροπή τρομοκρατικής επίθεσης: Απολύτως απαγορευμένα ή κατ’ εξαίρεσιν επιτρεπτά;, ΝοΒ 2014, σ. 1759 επ.

[4] Βλ. χαρακτηριστικά την υπόθεση της ΑΠ 1091/1992, Υπερ 1993, σελ. 268 με παρατηρήσεις Α. Παπαδαμάκη (αλυσόδεση στρατιώτη από αξιωματικό υπηρεσίας).

[5] Φ. Σπυρόπουλος, εις Φ. Σπυρόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Χ. Ανθόπουλου/Γ. Γεραπετρίτη (επιμ.), Σύνταγμα (ερμηνεία), άρθρο 7, αρ. περ. 1, 33.

[6] Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα, 3η έκδ. 2006, σελ. 243

[7] Ι. Μανωλεδάκης, εις Γ. Κασιμάτη/Κ. Μαυριά, Ερμηνεία του Συντάγματος, 1999, άρθρο 7, παρ. 59, 61.

[8] Βλ. σχετικά Σπυρόπουλο, ό.π., αρ. περ. 37· Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 244.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η συνταγματική προστασία της εργασίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών

Αν τελικά ψηφιστεί ως έχει το άρθρο 10 του νομοσχεδίου για την ιδιωτική εκπαίδευση, ώστε να πραγματοποιηθεί στον τομέα της ιδιωτικής εκπαίδευσης η αρχή «Easy fire, easy hire», δεν θα έχει μείνει τίποτε από τον προστατευτικό πυρήνα του άρθρου 16 παρ. 8 Συντ.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.