Πανδημία και περιοριστικά μέτρα (Μέρος II): Οι αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να εξυπηρετούν καταρχάς έναν θεμιτό σκοπό και να είναι κατάλληλοι (πρόσφοροι), αναγκαίοι και αναλογικοί υπό στενή έννοια για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ο σκοπός αυτός θα πρέπει να εξυπηρετεί είτε την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων άλλων προσώπων στο πλαίσιο επίλυσης μίας σύγκρουσης δικαιωμάτων είτε άλλα έννομα αγαθά υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

Εισαγωγή

Στο πρώτο μέρος της μελέτης μας εξετάσαμε την καταρχήν ένταξη των περιοριστικών μέτρων για την προστασία του πληθυσμού από την πανδημία του κορωνοϊού στο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το γνωρίζει το Σύνταγμά μας αλλά και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και η ΕΣΔΑ με ιδιαίτερη έμφαση στο πρώτο. Εν συνεχεία έγινε έλεγχος της συνταγματικότητας των επιβληθέντων νομοθετικών και διοικητικών περιορισμών στην άσκηση των σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων με βάση την δικαιοκρατική αρχή της επιφύλαξης του νόμου. Στο παρόν δεύτερο μέρος θα εξεταστεί ο έλεγχος αυτός με βάση τις έτερες δύο δικαιοκρατικές αρχές που περιορίζουν την περιοριστική δράση του νομοθέτη στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και στις οποίες έγινε λόγος στο πρώτο μέρος, της αρχής της αναλογικότητας και της απαγόρευσης προσβολής του πυρήνα του δικαιώματος[1].

Η αρχή της αναλογικότητας ως πολιτισμική αξία

Καταρχάς θα ήθελα εισαγωγικά να τονίσω ότι η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας έχει καταστεί πλέον ένα σημαντικό στοιχείο όχι μόνο του σύγχρονου νομικού μας πολιτισμού σε ευρωπαϊκό και ευρύτερα διεθνές επίπεδο αλλά και αυτού του ίδιου του πολιτισμού μας εν γένει. Αποτελεί σταθερή πολιτισμική αξία, η οποία και θα πρέπει να καθοδηγεί την εν γένει συμπεριφορά μας όχι μόνο στην δημόσια αλλά και την ιδιωτική σφαίρα πλέον.

Η δημοκρατική νομιμοποίηση του νομοθέτη στην λήψη περιοριστικών μέτρων

Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της συνταγματικής νομιμότητας των περιορισμών στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν στο πρώτο μέρος αυτός καθίσταται αυστηρότερος και πιο περίπλοκος σε ό,τι αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας απ’ ό,τι αυτός που αφορά την τήρηση της αρχής της επιφύλαξης του νόμου καθότι έχει να κάνει με πλήθος παραγόντων που εκφεύγουν της νομικής επιστήμης, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, υγειονομικών, ψυχολογικών, θεολογικών κ.α. που αποτελούν αντικείμενο εξέτασης άλλων επιστημών και που η νομική επιστήμη και δη αυτή του Συνταγματικού Δικαίου, είτε κατά την ερμηνεία στην θεωρία είτε κατά την θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των κανόνων δικαίου από τις τρεις εξουσίες θα πρέπει να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη. Υπό αυτή την έννοια αναγνωρίζεται καταρχήν, αν και κλιμακωτά, ένα ευρύ πεδίο δράσης στον νομοθέτη, ο οποίος όχι μόνο είναι ο καταρχήν αρμόδιος για την λήψη των περιοριστικών μέτρων με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών κατ’ άρθρο 26 παρ. 1 Σ και την αρχή της επιφύλαξης του νόμου, όπως εκτέθηκε στο πρώτο μέρος, αλλά έχει και την δημοκρατική νομιμοποίηση προς τούτο με βάση την δημοκρατική αρχή του άρθρου 1 Σ σε συνδυασμό με τα άρθρα 51 παρ. 3 και 73 επ. Σ.

Η επιλογή του προστατευτέου αγαθού ως «προνόμιο» του νομοθέτη για την επιβολή των περιοριστικών μέτρων

Με βάση την αρχή της αναλογικότητας οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην άσκηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος πρέπει να εξυπηρετούν καταρχάς έναν θεμιτό σκοπό και να είναι κατάλληλοι (πρόσφοροι), αναγκαίοι και αναλογικοί υπό στενή έννοια για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Η επιλογή του σκοπού αυτού ανήκει επίσης κατά τα ανωτέρω στην πολιτική ευχέρεια του νομοθέτη, με βάση την πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα στην Κυβέρνηση η οποία έχει κατά κανόνα και την νομοθετική πρωτοβουλία κατ’ άρθρο 73 παρ. 1 Σ και η οποία τυγχάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής κατ’ άρθρο 84 Σ. Ο σκοπός αυτός θα πρέπει να εξυπηρετεί είτε την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων άλλων προσώπων στο πλαίσιο επίλυσης μίας σύγκρουσης δικαιωμάτων είτε άλλα έννομα αγαθά υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.

Εν προκειμένω τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την προστασία από την πανδημία αφορούν σε δραστικούς περιορισμούς στην ελευθερία κινήσεως, η οποία έχει περιορισθεί πλήρως με ορισμένες απαραίτητες εξαιρέσεις, την οικονομική ελευθερία ως επαγγελματική και επιχειρηματική ελευθερία των περισσοτέρων επιχειρήσεων, ελεύθερων επαγγελματιών και εργαζομένων, την απόλαυση δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας και άθλησης κατά τον ελεύθερο χρόνο, την περιουσία με μείωση των εισοδημάτων των αντίστοιχων εμπόρων, ελευθέρων επαγγελματιών και εργαζομένων, την θρησκευτική λατρεία και την ικανοποίηση του θρησκευτικού αισθήματος μέσω της εξωτερίκευσής του (forum externum), τα προσωπικά δεδομένα, ακόμη και ευαίσθητα, όπως αυτό της υγείας, την ελευθερία του συνέρχεσθαι με την πλήρη απαγόρευση διαδηλώσεων και συγκεντρώσεων ακόμη και σε κλειστούς χώρους, την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενώ προσφάτως ανέκυψε και η συνδικαλιστική ελευθερία. Γίνεται σαφές ότι μέτρα που θίγουν μία σειρά ζωτικών για την οικονομική και κοινωνική ζωή δικαιωμάτων πρέπει να εξυπηρετούν και να προστατεύουν καταφανώς υπέρτερα αγαθά τα οποία όχι απλά πρέπει να αφορούν την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων αλλά και να συνδέονται άμεσα με το δημόσιο συμφέρον.

Τα αγαθά αυτά, όπως προαναφέρθηκε είναι τα θεμελιώδη δικαιώματα στην ζωή και την υγεία και η δημόσια υγεία ως συλλογικό έννομο αγαθό αλλά και τα Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ως βασικός κοινωνικοοικονομικός θεσμός του Κράτους που εξυπηρετεί την υλοποίηση του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία (πρβλ. άρθρο 21 παρ. 3 Σ) στο πλαίσιο της αρχής του κοινωνικού κράτους (πρβλ. άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α΄ Σ). Το γεγονός ότι ο νομοθέτης προκρίνει την εξυπηρέτηση αυτών των αγαθών αποτελεί την πρώτης μορφής στάθμιση που κάνει in concreto και η οποία ενέχει το στοιχείο της πολιτικής σκοπιμότητας που είναι καταρχήν δικαστικά ανέλεγκτη με εξαίρεση επιλογές καταφανώς παράλογες, αντίθετες στα διδάγματα της επιστήμης, της κοινής πείρας και λογικής ή αθέμιτες που αντιβαίνουν προδήλως σε συνταγματικά αγαθά. Τέτοια περίπτωση εν προκειμένω δεν υφίσταται. Κατά συνέπεια εφόσον ο νομοθέτης προκρίνει την εξυπηρέτηση αυτών των αγαθών έναντι των προαναφερθεισών και με αυτά συγκρουόμενων η επιλογή του πρέπει να γίνει καταρχήν σεβαστή.

Το κρατικό καθήκον προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων

Στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα υφίσταται κατά την γνώμη μου και συνταγματική υποχρέωση του νομοθέτη να προστατέψει τα αγαθά αυτά και να προκρίνει την προστασία αυτών έναντι των άλλων. Η υποχρέωση αυτή πηγάζει όχι μόνο από το άρθρο 21 παρ. 3 Σ που ορίζει expressis verbis ότι το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών αλλά και από το γενικότερο καθήκον προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως κανόνων αντικειμενικού δικαίου[2], η οποία στο Σύνταγμά μας βρίσκει κατοχύρωση στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄ και 2 Σ αλλά και στο άρθρο 2 παρ. 1 Σ.

Το καθήκον αυτό ενεργοποιείται όταν η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων παραβιάζεται ή ακόμη και διακινδυνεύεται από τρίτους (κατά κανόνα ιδιώτες), όπου ως «τρίτος» μπορεί να είναι και ένα φυσικό γεγονός (σεισμός, πλημμύρα, θεομηνία, πυρκαγιά κ.τ.ό.) ή όπως στην προκειμένη περίπτωση μία επιδημία ή ακόμα χειρότερα μία πανδημία. Σε μία σύγκρουση θεμελιωδών δικαιωμάτων η αναγνώριση από τον νομοθέτη αυτού ή αυτών από το ζεύγος των συγκρουομένων δικαιωμάτων που χρήζουν προστασίας εκ μέρους του έγκειται στην εκτίμηση του ποιο ή ποια είναι τα ευάλωτα από την άσκηση του άλλου ή άλλων δικαιωμάτων του ζεύγους.

Η εκπλήρωση του καθήκοντος αυτού προστασίας των διακινδυνευομένων/ευάλωτων δικαιωμάτων μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την in concreto επίλυση της σύγκρουσης από τον νομοθέτη[3]. Βέβαια σε περίπτωση διακινδύνευσης του προστατευτέου έννομου αγαθού ο βαθμός προστασίας του και η αντίστοιχη νομιμοποίηση του περιορισμού των αντιτιθεμένων σε αυτό θεμελιωδών δικαιωμάτων εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες όπως ο βαθμός της πιθανότητας προσβολής του σε περίπτωση υλοποίησης του κινδύνου, η σημασία της αξίας του διακινδυνευόμενου έννομου αγαθού στο σύστημα αξιών της έννομης τάξης, καθώς και οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες από την προστασία του διακινδυνευομένου αγαθού και τον αντίστοιχο περιορισμό των συγκρουομένων με αυτό θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και πάλι την εκτίμηση κάνει καταρχήν ο νομοθέτης.

Στο υπό εξέταση ζήτημα ο νομοθέτης μέσω ΠΝΠ, δηλ. στην πραγματικότητα η διά αυτού του τρόπου νομοθετούσα Κυβέρνηση[4], ευρισκόμενος ενώπιον της ανωτέρω σύγκρουσης συνταγματικών δικαιωμάτων επέλεξε να προτάξει μετά από στάθμιση των συγκρουομένων αγαθών την ζωή και την υγεία ως ανώτερα αγαθά στο σύστημα αξιών της έννομης τάξης. Η υπεροχή αυτή δεν νοείται βέβαια με την τυπική έννοια της υπέρτερης τυπικής ισχύος τους, η οποία βέβαια με βάση την αρχή της ενότητας του Συντάγματος δεν γίνεται αποδεκτή, αλλά της ανώτερης κοινωνικής και ηθικοπολιτικής σημασίας που έχουν, όπως και για το σύνολο της έννομης τάξης την οποία διαπερνούν, η οποία (αξία) οπωσδήποτε βαρύνει κατά την διαδικασία στάθμισης.

Περαιτέρω, ακολουθώντας τα διδάγματα της επιστήμης αναγνωρίζει βάσιμα ότι ο κίνδυνος για την προσβολή αυτών των αγαθών από την πανδημία, δεδομένου του τρόπου μετάδοσης του ιού και των συνεπειών του, είναι ιδιαίτερα πιθανός έως βέβαιος για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες και από ένα σημείο και μετά δυνάμει για όλους. Οι δε κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις από την εξάπλωση της πανδημίας είναι ανυπολόγιστες, εάν σκεφθεί κάποιος μόνο την κατάρρευση του ΕΣΥ από την εξάπλωση της πανδημίας και την εν γένει αδυναμία περιθάλψεως ασθενών. Κατά συνέπεια η επιλογή του νομοθέτη να προτάξει κατά την στάθμιση τα αγαθά της ζωής και της υγείας ως υποκειμενικά δικαιώματα αλλά και της δημόσιας υγείας ως συλλογικού έννομου αγαθού κρίνεται όχι μόνο πολιτικά εύλογη και συνταγματικά επιτρεπτή αλλά και κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη θεωρείται και συνταγματικά επιβεβλημένη.

Αντισυνταγματική η αποδοχή της «θεωρίας της αγέλης»

Υπό αυτή την έννοια η αποδοχή εκ μέρους του Κράτους της θεωρίας «της ανοσίας της αγέλης» σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να αφεθεί να μολυνθεί ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας από τον κορωνοϊό, με σκοπό να αναρρώσει και να αναπτύξει έτσι αντιστάσεις στις επαναμολύνσεις, όπως εφαρμόστηκε αρχικά στις Η.Π.Α. και στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα ήταν αντίθετο στο παραπάνω συνταγματικό καθήκον προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ζωής και της υγείας, καθότι σύμφωνα με την θεωρία αυτή οι συνέπειες θα ήταν ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός νεκρών και νοσούντων με ό,τι αυτό ευλόγως και ευνοήτως συνεπάγεται, ενώ θα ήταν αβέβαιος τόσο ο αριθμός των θεραπευθέντων ατόμων όσο και το εάν αυτοί δεν θα επαναπροσβάλονταν από τον ιό.

Η εφαρμογή της αρχής της καταλληλότητας των μέτρων

Η εφαρμογή των υπολοίπων παραμέτρων της αρχής της αναλογικότητας είναι εν προκειμένω ο καθοριστικός παράγοντας για την συνταγματική δικαιολόγηση των μέτρων ή όχι. Για την μεν καταλληλότητα του περιοριστικού μέτρου πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφίεται ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης στον νομοθέτη και κατ’ εξουσιοδότηση αυτού στην Διοίκηση, κυρίως στο πλαίσιο της άσκησης διακριτικής ευχέρειας της τελευταίας, ο δε δικαστικός της έλεγχος είναι χαλαρός και πάντα στο πλαίσιο του προδήλως εσφαλμένου ή παράλογου. Η καταλληλότητα των περιοριστικών μέτρων εν προκειμένω θα κριθεί στην πράξη, η συνταγματική τους δικαιολόγηση προς το παρόν κρίνεται καταφατικά δεδομένου ότι δεν αντιβαίνουν στα διδάγματα της επιστήμης ή της κοινής πείρας και λογικής, τουναντίον επιβάλλονται με βάση τα διδάγματα της επιστήμης.

Η αρχή της αναγκαιότητας

Αντίθετα πιο δυσχερής και πάντως σαφώς περισσότερο έκθετη σε βαθύ δικαστικό έλεγχο είναι η τήρηση της αρχής της αναγκαιότητας υπό την έννοια ότι το επιλεγέν περιοριστικό μέτρο πρέπει να είναι το λιγότερο επαχθές από όλα τα υπόλοιπα υπό επιλογή μέτρα. Το ευρύ πεδίο δράσης και η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη, ο οποίος και φέρει το βάρος αποδείξεως ότι το επιλεγέν περιοριστικό μέτρο είναι το λιγότερο δυνατό επαχθές, υποχωρούν. Εν προκειμένω, όμως, τα επιλεγέντα μέτρα της προφύλαξης από την πανδημία, αν και ιδιαίτερα επαχθή και δραστικά πρέπει να θεωρηθούν τα λιγότερο επαχθή, τηρουμένων των κανόνων και συστάσεων της επιστήμης και της πείρας από άλλες χώρες, όπου η μη λήψη (π.χ. Σουηδία) ή η μη έγκαιρη λήψη (π.χ. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Η.Π.Α., Ηνωμένο Βασίλειο) ανάλογων μέτρων οδήγησε σε έξαρση της μετάδοσης του κορωνοϊού με χιλιάδες ίσως και δεκάδες χιλιάδες θύματα, νεκρούς και ασθενείς με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την λειτουργία του ΕΣΥ πέραν της μείζονος ηθικής διάστασης του θέματος της απώλειας τόσων ψυχών και της σοβαρής ασθένειας πολύ περισσοτέρων. Άλλωστε η συγκριτική επισκόπηση δεικνύει ότι ανάλογα επαχθή μέτρα ελήφθησαν σε όλες λίγο πολύ τις χώρες (τις περισσότερες του πλανήτη) που έχουν το ίδιο πρόβλημα.. Ο χώρος δεν επαρκεί για να αναλύσουμε ένα προς ένα μέτρα και την συμβατότητά τους με την αρχή της αναγκαιότητας.

Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας υπό στενή έννοια

Ομοίως θα πρέπει να γίνει δεκτό τηρουμένων των αναλογιών όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια. Η εφαρμογή της επιμέρους αυτής αρχής της αρχής της αναλογικότητας υπό ευρεία έννοια οδηγεί σε μία δεύτερη φάση στάθμισης, αυτή την φορά μεταξύ κόστους οφέλους από την επιλογή του περιοριστικού μέτρου. Κόστος και όφελος πρέπει να βρίσκονται σε μία εύλογη αναλογία, ούτως ώστε το τελευταίο να μην υπολείπεται των συνεπειών από το πρώτο. Κι εδώ η κατά το δυνατόν διάσωση ζωών και η αποφυγή νοσηλείας ατόμων που θα έπληττε το δημόσιο αγαθό της υγείας και θα έθετε εκποδών το Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτελεί σημαντικό όφελος, τηρουμένων των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω για την σημασία των εν λόγω αγαθών, σε σχέση με το επιγενόμενο κόστος το οποίο είναι βεβαίως ιδιαίτερα σημαίνον όχι μόνο για τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων του πληθυσμού αλλά και για την εθνική οικονομία. Όμως και εδώ η κρατική εξουσία προτάσσει την ζωή και την υγεία ως θεμελιώδη δικαιώματα και την δημόσια υγεία ως συλλογικό έννομο αγαθό, δεδομένης και της εκπλήρωσης του καθήκοντός του να τα προστατέψει αλλά και το ότι ο χαρακτήρας αυτών των περιορισμών είναι προσωρινός και με την προοπτική ότι η οικονομία θα ανακάμψει μόλις παρέλθει αυτή η κρίση.

Η απαγόρευση της παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος

Όσον αφορά την τήρηση της απαγόρευσης της παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος λεκτέο είναι ότι εκεί που προβλέπονται εξαιρέσεις από τους περιορισμούς π.χ. στην ελευθερία της κίνησης, στην θρησκευτική λατρεία (επιτρεπτή η άσκηση της ατομικής λατρείας, εξαίρεση που επιβάλλεται και από την αρχή της αναγκαιότητας) ή προβλέπονται εξισορροπητικά οικονομικά μέτρα ανακουφιστικού χαρακτήρα έναντι των περιορισμών (π.χ. φοροαπαλλαγές και εισφοροαπαλλαγές, χορήγηση επιδομάτων, απαγόρευση απολύσεων για εργαζόμενους κ.τ.ό.) ή οι περιορισμοί δεν έχουν καθολικό χαρακτήρα (π.χ. για τα προσωπικά δεδομένα μόνο όσον αφορά την σύνδεσή τους με την κίνηση και σε πλήρη αιτιώδη συνάφεια με αυτή) οι περιορισμοί για τους λόγους αυτούς δεν θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων. Πιο περίπλοκα είναι τα πράγματα ως προς τα δικαιώματα που πρακτικά δεν μπορούν να ασκηθούν υπό το καθεστώς των περιορισμών όπως η ελευθερία του συνέρχεσθαι, η συνδικαλιστική ελευθερία και εκφάνσεις της άθλησης και της ψυχαγωγίας. Ο προσωρινός χαρακτήρας των μέτρων σε συνδυασμό με τις περιστάσεις που δεν επιτρέπουν την άσκησή τους αποτρέπουν την παραβίαση του πυρήνα του δικαιώματος ή υπό άλλη εκδοχή αίρουν νομίμως την όποια παραβίαση του πυρήνα του δικαιώματος έχει συντελεστεί.

Η εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης

Τέλος μία συνταγματική δικαιολογητική βάση των περιορισμών μπορεί να αναζητηθεί και στην διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 Σ, την οποία  η νομολογία έχει «ανακαλύψει» τα τελευταία χρόνια, που κατοχυρώνει την αξίωση εκ μέρους του Κράτους έναντι των πολιτών (σ.σ. ορθότερα των φορέων των δικαιωμάτων) κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. Η διάταξη αυτή που εντάσσεται στο πλαίσιο του καθόλου άρθρου 25 Σ αποτελεί την κατακλείδα του ανθρωποκεντρικού Συντάγματός μας σε αντιδιαστολή προς ένα ατομοκεντρικό Σύνταγμα, το οποίο είναι ξένο προς το ισχύον.

Κατά συνέπεια τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να ασκούνται και αντίστοιχα να περιορίζονται κατά τρόπο που συνάδει με την εκπλήρωση του παραπάνω χρέους. Ένα τέτοιο χρέος αξιώνει με την επιβολή και πάνω απ’ όλα με την τήρηση των μέτρων αυτών από τους φορείς των δικαιωμάτων η Πολιτεία και όλοι εμείς ως φορείς αυτών των δικαιωμάτων και αποδέκτες των περιορισμών τους πρέπει να ανταποκριθούμε. Η ζωή και η υγεία είναι τα ύψιστα αγαθά και αποτελούν την βιοτική βάση και προϋπόθεση για την άσκηση των υπολοίπων.


Υποσημειώσεις;

[1] Για τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας κατά τον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων πρβλ. μεταξύ άλλων Χ. Τσιλιώτης, Η αρχή της αναλογικότητας στο γερμανικό Συνταγματικό Δίκαιο με έμφαση στη νομολογία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σελ. 159 επ., σε: Κράτος Δικαίου και Αρχή της Αναλογικότητας, Δεύτερο Μέρος, ΔτΑ ΤεΣ ΙV 2006,

[2] Πρβλ. R. Alexy, Die Grundrechte als subjektive Rechte und objektive Normen, in: Der Staat 1990, σελ. 49 επ. Τα θεμελιώδη δικαιώματα ως κανόνες αντικειμενικού δικαίου που ιδρύουν υποχρέωση του Κράτους για προστασία με θετικές ενέργειες αντιπαραβάλλονται αλλά και συμπληρώνουν την υποκειμενική τους διάσταση ως αγώγιμων αξιώσεων έναντι του Κράτους για αποχή.

[3] Πρβλ. Χ. Τσιλιώτης, Η επίλυση της σύγκρουσης, των θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω του κρατικού καθήκοντος προστασίας τους, ΔτΑ 67/2016, σελ. 61 επ.

[4] Για το συνταγματικά επιτρεπτό της νομοθέτησης μέσω ΠΝΠ βάσει του άρθρου 44 παρ. 1 Σ και της διά αυτόν τον τρόπο τήρησης της αρχής της επιφύλαξης του νόμου βλ. το πρώτο μέρος της μελέτης εδώ.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Υπερασπίζοντας την αναλογικότητα: Πανδημία και η χρήση μάσκας στα σχολεία

Τα μέτρα της Πολιτείας δεν μπορεί να θεωρούνται από ορισμένους «βασιλικότερους του βασιλέως» ανέλεγκτα, ακριβώς επειδή σε μια δημοκρατική κοινωνία οποιοσδήποτε περιορισμός των δικαιωμάτων παραμένει επώδυνος, ακόμη και σε καιρούς πανδημίας.

Περισσότερα

Οργανωμένες ή και αυθόρμητες συναθροίσεις;

Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις». Στον πυρήνα της νέας ρύθμισης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων βρίσκεται η θέσπιση της υποχρέωσης γνωστοποίησης των συναθροίσεων προς τις αρμόδιες αστυνομικές ή λιμενικές αρχές.

Περισσότερα