Όριο στις σελίδες των δικογράφων που κατατίθενται στο ΣτΕ προβλέπει σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ο Χάρης Κονδύλης σχολιάζει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο θέτει περιορισμούς στην έκταση των δικογράφων και τις αγορεύσεις συνηγόρων στο ΣτΕ.

Πρόσφατα ετέθη σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Εφαρμογή διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 2017, ρυθμίσεις για τη λειτουργία των Δικαστηρίων, διάταξη για τα καταστήματα κράτησης ιδιοκτησίας ΤΑΧΔΙΚ ….κ.α.», σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλέπονται τροποποιήσεις στο π.δ. 18/1989(Α΄8) για τη διεξαγωγή δικών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 24 του σχεδίου νόμου προβλέπεται ότι τα δικόγραφα των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που κατατίθενται στο Δικαστήριο (ΣτΕ), όπως τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων και παρεμβάσεων, δεν πρέπει κατά κανόνα να υπερβαίνουν τις τριάντα (30) σελίδες. Τα δικόγραφα των υπομνημάτων δεν πρέπει, κατά κανόνα, να υπερβαίνουν τις είκοσι (20) σελίδες. Σε περίπτωση ουσιώδους υπέρβασης του αριθμού αυτού, η Γραμματεία δύναται, κατόπιν συνεννοήσεως με τον πρόεδρο του αρμόδιου σχηματισμού, να ζητήσει από τον πληρεξούσιο δικηγόρο να προσαρμόσει την έκταση του δικογράφου στα ανωτέρω δεδομένα, εντός προθεσμίας η οποία δεν υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα. Αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος δεν προσαρμοσθεί στην υπόδειξη αυτή, το Δικαστήριο με την απόφαση που εκδίδεται επί της υποθέσεως, μπορεί να επιβάλλει χρηματική κύρωση, το ύψος της οποίας δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο της δικαστικής δαπάνης, που προβλέπεται για τη σύνταξη του εισαγωγικού δικογράφου και το ποσό αυτό περιέρχεται στο ΤΑΧΔΙΚ.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου, η προτεινόμενη διάταξη υπαγορεύθηκε από την παρατήρηση ότι όλο και συχνότερα κατατίθενται στο Συμβούλιο της Επικρατείας δικόγραφα υπερβολικού μεγέθους, γεγονός που όχι μόνο δεν δικαιολογείται κατά κανένα τρόπο από τη φύση των υποθέσεων, αλλά κυρίως παρεμποδίζει την προσήκουσα και ταχεία εξέτασή τους.

Η ρύθμιση αυτή δε, έρχεται σε συνέχεια της πρόσφατης προτάσεως περί περιορισμού της αγόρευσης επί δεκαπεντάλεπτου (15λεπτου) ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αλλά και της εκτενούς φημολογίας περί περιορισμού της διάρκειας των αγορεύσεων ενώπιον των ποινικών ακροατηρίων.

Τέτοιου είδους περιορισμοί, όμως, στα δικόγραφα ή την έκταση αυτών ή στις αγορεύσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων κρίνονται μη σκόπιμοι και μάλιστα νομοθετικά, καθώς δεν συμβαδίζουν με την ευρωπαϊκή νομική μας παράδοση και το νομικό μας πολιτισμό ως προς τη δίκαιη δίκη και την παροχή αποτελεσματικής εννόμου προστασίας.

Συνιστά μια θεσμική υποβάθμιση του δικηγόρου, μιας και θίγουν στην ουσία το ρόλο του λειτουργού – νομικού παραστάτη, ο οποίος είναι συλλειτουργός στην απονομή της Δικαιοσύνης και αναπόσπαστο μέρος του δικαιϊκού μας συστήματος. Κάθε περιορισμός στην έκφρασή του – γραπτή ή προφορική – συνιστά κατά τούτο παραβίαση των δικαιωμάτων εννόμου προστασίας και δίκαιης δίκης των πολιτών – εντολέων του πρωτίστως αλλά και ταυτόχρονο περιορισμό του λειτουργήματός του, μέσω της ελευθερίας έκφρασης του ιδίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο όποιος περιορισμός στην έκταση του δικογράφου ή τη χρονική διάρκεια της αγόρευσης μπορεί κάλλιστα να κρίνεται ad hoc από το εκάστοτε Δικαστήριο, όπως ακριβώς πραγματοποιείται μέχρι και σήμερα με ποινή απαραδέκτου λόγω αοριστίας ή με συστάσεις από το Δικαστήριο για συντόμευση των αγορεύσεων όπου κριθεί σκόπιμο ή πλατειάζει ο πληρεξούσιος δικηγόρος, και δεν απαιτείται η νομοθετική πρόβλεψη καμίας τέτοιας διάταξης, η οποία κρίνεται μη προσήκουσα και ως προς την αρχή της αναλογικότητας. Ο παραπειστικός ισχυρισμός – δια της αιτιολογικής εκθέσεως – ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις υπαγορεύονται υπό το πρίσμα της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης δεν ευσταθεί, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι η καθυστέρηση στην απονομή της και η αδικαιολόγητη πολλές φορές ολιγωρία στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων (επί 12μηνο ή 20μηνο) δεν οφείλεται στον χρόνο αγόρευσης ή στην έκταση των δικογράφων των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων. Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο Δικαστής διαθέτει όλα τα μέσα προκειμένου να περιορίσει έναν πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος καταχράται του χρόνου, επαναλαμβάνεται ή πραγματοποιεί μη σχετικές και αφορώσες την υπόθεση ερωτήσεις, ή καταφεύγει στο δικόγραφο του σε αοριστολογίες και μη συναφή με το κρινόμενο θέμα επιχειρήματα – ισχυρισμούς. Όπως παραδέχεται, άλλωστε, ο ίδιος ο νομοθέτης, στην αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου, η αόριστη μνεία στα δικόγραφα κάθε προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει και το Δικαστήριο να ερευνήσει από την άποψη αυτή την υπόθεση.

Γενικότερα, στα πλαίσια της καλής νομοθέτησης και της ειλικρινούς διάθεσης από πλευράς της εκτελεστικής εξουσίας για την επίλυση του μείζονος προβλήματος της απονομής της Δικαιοσύνης, ο διάλογος που θα αναπτυχθεί δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται μέσω διαρροών στο τύπο – ηλεκτρονικό ή έντυπο – αποσπασματικών διατάξεων ή τροπολογιών μη σχετικών με το προωθούμενο νομοσχέδιο, αλλά θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο εξαντλητικής διαβούλευσης με τους φορείς της Δικαιοσύνης – δικηγόρους, δικαστές, δικαστικούς υπαλλήλους – ύστερα από κατάθεση απόψεων – προτάσεων από όλους τους ανωτέρω φορείς.

Εκ των ανωτέρω, εύλογα αναρωτιέται κανείς, εάν αυτός είναι όντως ο ορθότερος, σοφότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος επιτάχυνσης της Δικαιοσύνης.

Έχουν σχέση τα ανωτέρω, ή και πότε θα ασχοληθούμε σοβαρά και με την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης;

Δυστυχώς τέτοιου είδους ρυθμίσεις από την Κυβέρνηση και κατόπιν ανυπαρξίας οποιασδήποτε διαβούλευσης με τους αρμοδίους φορείς οδηγούν σε περαιτέρω απαξίωση του θεσμού, υποβάθμιση του ρόλου του δικηγόρου – νομικού παραστάτη και σε φαινόμενα αρνησιδικίας.

Χάρης Κονδύλης
Δικηγόρος – Π.Μ.Σ. Δημοσίου Δικαίου Δ.Π.Θ.
π. Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Δ.Σ.Α.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Τα Συνταγματικά ζητήματα της περασμένης εβδομάδας (27 Μαΐου – 2 Ιουνίου 2019)

Την εβδομάδα που πέρασε (μετά από τις Ευρωεκλογές και τον πρώτο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών) τέθηκαν αλληλένδετα συνταγματικά ζητήματα: το ερώτημα περί παραίτησης της κυβέρνησης ή διάλυσης της Βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα, ο διορισμός της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την παρούσα κυβέρνηση, η υπογραφή του κρίσιμου προεδρικού διατάγματος. Όποια και αν είναι η έκβαση του περίπλοκου συνταγματικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται, θα αφήσει το αποτύπωμά της στη συνταγματική πρακτική.

Περισσότερα

Μαξιμαλισμός στον δικαστικό έλεγχο των κανονιστικών πράξεων (με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 1992/2020)

Η Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Ευγενία Πρεβεδούρου, εξετάζει ενδελεχώς τα κομβικά σημεία της πρόσφατης απόφασης ΣτΕ 1992/2020, συμπεραίνοντας ότι πρόκειται για εκδήλωση μαξιμαλιστικού ελέγχου κανονιστικής πράξης.

Περισσότερα

Ο ρόλος του δικαστή στην πανδημία (video-podcast)

Το Syntagma Watch, ανταποκρινόμενο στην ανάγκη για εμπεριστατωμένη ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου στη δύσκολη αυτή περίοδο της πανδημίας του Κορωνοϊού, ξεκινάει μια σειρά από βίντεο με εξειδικευμένους επιστήμονες, τα οποία επικεντρώνονται σε βασικά θεσμικά και συνταγματικά ζητήματα που εγείρει στη δημόσια σφαίρα η κρίση της πανδημίας.

Περισσότερα