Οι ΟΠΠΙ, η ακαδημαϊκή ελευθερία και το πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο: Παρατηρήσεις στη ΣτΕ Ολ. 2046/2022

Ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης σχολιάζει την απόφαση Ολομέλειας ΣτΕ, υπ. αριθμόν 2046/2022, σχετικά με τη σύσταση Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ).

Α. Εισαγωγή

Η απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ υπ’ αριθμ. 2046/2022 κρίνει τυπικά κατόπιν υποβολής αιτήσεως ακυρώσεως τη νομιμότητα της υπ’ αριθμ. 6000/2/6785-πε΄/31-5-2021 απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛΑΣ) με την οποία προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πρόσληψη ιδιωτών στην ΕΛΑΣ ως Ειδικών Φρουρών για τη συγκρότηση Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (ΟΠΠΙ), οι οποίες συνεστήθησαν με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του N. 4777/2021. Ωστόσο, το προκαταρκτικό αλλά κατ’ ουσίαν κυριότερο αντικείμενο της δίκης ήταν ο κατ’ άρθρο 93 παρ. 4 Σ παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας των άρθρων 18-20 του ιδίου νόμου. Τα βασικά θέματα Συνταγματικού Δικαίου που αντιμετώπισε το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση και με τα οποία θα ασχοληθούμε στην παρούσα μελέτη ήταν το κατά πόσο θίγεται η ακαδημαϊκή ελευθερία ως ατομικό θεμελιώδες δικαίωμα και το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων ως αρχή αλλά και ως θεμελιώδες δικαίωμα όπως θα εξετασθεί κατωτέρω κατ’ άρθρο 16 παρ. 1 και 5 Σ με την εγκατάσταση των ως άνω Ομάδων εντός των χώρων ορισμένων Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων με σκοπό και αντικείμενο τη φύλαξή τους από έκνομες ενέργειες μερίδας φοιτητών ή/και κυρίως εξωπανεπιστημιακών στοιχείων.

Το θέμα ήταν πρόσφορο για την διερεύνηση ενδιαφερόντων ζητημάτων που αφορούν τη δογματική της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το Δικαστήριο επιχείρησε την αντιμετώπιση αυτή, βασιζόμενο και σε παλαιότερη νομολογία του επί των ζητημάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ, είχε όμως να αντιμετωπίσει ένα καινοφανές ζήτημα, το κατά πόσο η φύλαξη των ΑΕΙ από Ομάδες Προστασίας που δεν θα ανήκουν σε αυτά ούτε θα υπάγονται στην εποπτεία τους αλλά στην Ελληνική Αστυνομία εντάσσεται στο συνταγματικά κατοχυρωμένο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο. Παράλληλα η Ολομέλεια του ΣτΕ καλούνταν να εξετάσει και ένα άλλο ζήτημα που δεν είχε απασχολήσει μέχρι τώρα νομολογία και θεωρία, εάν το πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο υπόκειται σε περιορισμούς από τον νομοθέτη ή ισχύει απεριόριστα. Ας εξετάσουμε, εάν, πώς και κατά πόσο το ΣτΕ εξέτασε τα παραπάνω ζητήματα και τι απαντήσεις έδωσε, αφού παρατεθεί το συνταγματικό πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο αναζήτησε την λύση στα ως άνω ζητήματα. Σημειωτέον ότι για τα εδώ εξεταζόμενα ζητήματα υπήρξε μειοψηφία 6 δικαστών, η οποία θα εξεταστεί ξεχωριστά.

Β. Το εν γένει συνταγματικό πλαίσιο

Ι. Η συνταγματική έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας

Σύμφωνα με το Δικαστήριο οι βασικές αρχές που διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης αλλά και του κοινού νομοθέτη είναι αφενός η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και αφετέρου η αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης[1].

Η ακαδημαϊκή ελευθερία ως θεμελιώδες ατομικό (αμυντικό)[2] δικαίωμα του ερευνητή ή πανεπιστημιακού δασκάλου[3] αλλά και του διδασκόμενου (φοιτητή)[4] αποτελεί την ειδικότερη έκφανση των επιμέρους θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας της έρευνας, της επιστήμης και της διδασκαλίας, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α’ Σ, εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων[5]. Ρητή μνεία της γίνεται στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 16 Σ, όπου και τίθεται ως ενδογενές όριό της το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. Η γραμματική αναφορά της ακαδημαϊκής ελευθερίας μαζί με την ελευθερία της διδασκαλίας στο εδ. β΄ της διάταξης αυτής υπονοεί αντιδιαστολή των δύο, υπό την έννοια ότι είναι διαφορετικά αγαθά, ορθότερη, όμως, και κρατούσα είναι η άποψη ότι η δεύτερη μαζί με τις άλλες επιμέρους ελευθερίες που μνημονεύονται στο εδ. α΄ αποτελεί μέρος της πρώτης εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων[6].

Η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία και νοείται όχι μόνο ως ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού δασκάλου ή ερευνητή αλλά και αντικειμενικά (θεσμική εγγύηση) ως οργανωμένη δραστηριότητα, αναπτυσσόμενη σύμφωνα με κανόνες που θεσπίζει και οικονομικά μέσα που παρέχει το Κράτος[7]. Από τη θεσμική της φύση προκύπτει και θετική αξίωση των φορέων της για παροχή εκ μέρους του Κράτους των αναγκαίων μέσων για την εξασφάλιση των εν γένει προϋποθέσεων για ελεύθερη επιστημονική έρευνα και διδασκαλία ή αντίστοιχα υποχρέωση των οργάνων του Κράτους για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων αυτών[8], είτε με την μορφή υλικής παροχής είτε με τη μορφή λήψης θετικών μέτρων για την προστασία του δικαιώματος, όταν αυτό διακινδυνεύεται ή παραβιάζεται από τρίτους (πρβλ. και expressis verbis άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α΄ Σ ότι η ανάπτυξη και προαγωγή των δικαιωμάτων αυτής της διάταξης αποτελεί υποχρέωση του Κράτους)[9]. Αποτελεί ειδικότερη έκφραση της εν γένει πνευματικής ελευθερίας και της ανεμπόδιστης διακίνησης των ιδεών. Στο πλαίσιο της ελευθερίας ακαδημαϊκής έρευνας και διδασκαλίας εντάσσεται και η αξίωση ακώλυτης διεξαγωγής της έρευνας και της διδασκαλίας[10], ειδικότερα να μην επεμβαίνει και περιοριστικά (με προληπτικά ή κατασταλτικά μέσα) στην διαδικασία κτήσης και μετάδοσης των επιστημονικών γνώσεων[11]. Η αξίωση αυτή ισχύει όχι μόνο έναντι του Κράτους αλλά και έναντι τρίτων ιδιωτών κατά τη θεωρία της «τριτενέργειας»[12] η οποία έχει υιοθετηθεί από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄ Σ, όπως αυτό εισήχθη με την αναθεώρηση του 2001. Υπ’ αυτή την έννοια, ορθά έχει επισημανθεί ότι η ελευθερία μαθήσεως του φοιτητή (ελευθερία του διδάσκεσθαι), ως στοιχείο της ακαδημαϊκής ελευθερίας κατά τα ανωτέρω, δεν περιλαμβάνει την ελευθερία παρακωλύσεως των παραδόσεων[13] ή άλλων επιστημονικών εκδηλώσεων ή διοικητικών δραστηριοτήτων του Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (π.χ. βίαιη διακοπή πανεπιστημιακής παράδοσης, κατάληψη πανεπιστημιακής αίθουσας με σκοπό τη ματαίωση πανεπιστημιακής διάλεξης ή άλλης επιστημονικής ή πολιτικής δράσης που νομίμως διεξάγεται, διακοπή συνεδρίασης οργάνου διοίκησης, κατάληψη πανεπιστημιακών χώρων που προορίζονται για διάφορες μορφές δράσης των φορέων της πανεπιστημιακής κοινότητας με σκοπούς μη ακαδημαϊκούς, και μάλιστα που συνιστούν εγκληματικές πράξεις κ.α.). Τοσούτω έλασσον υφίσταται μία τέτοια αξίωση από εξωπανεπιστημιακούς παράγοντες.

Η ακαδημαϊκή ελευθερία προστατεύεται ανεπιφύλακτα, μη υπαγόμενη τόσο στο εδ. α΄ όσο και στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 16 Σ σε επιφύλαξη του νόμου. Ορίζει όμως το εδ. β΄ ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από την υποχρέωση υπακοής στο Σύνταγμα. Οι φορείς δηλ. της ακαδημαϊκής ελευθερίας υπόκεινται στον ενδογενή περιορισμό της υπακοής στο Σύνταγμα[14]. H Ολομέλεια του ΣτΕ ακολουθώντας προγενέστερη νομολογία του[15], θεωρεί ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι, ως προς το περιεχόμενο και τη μέθοδο της διδασκαλίας και της έρευνας, απόλυτη και ισχύει έναντι πάντων, μη επιδεχόμενη άλλους περιορισμούς πέραν εκείνων που απορρέουν από την υποχρέωση σεβασμού, εκ μέρους του πανεπιστημιακού διδασκάλου ή ερευνητή, των λοιπών διατάξεων του Συντάγματος»[16].

ΙΙ. Έννοια, νομική φύση και περιεχόμενο του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ κατά το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ

Το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων κατοχυρώνεται ρητά στην παρ. 5 εδ. α΄ του άρθρου 16 Σ, το οποίο αφενός ορίζει την συγκρότηση των ΑΕΙ υπό την μορφή ΝΠΔΔ αφετέρου επιτάσσει την αυτοδιοίκησή τους και μάλιστα υπό πλήρη μορφή όπως αναφέρει[17]. Αυτοδιοίκηση του Πανεπιστημίου σημαίνει ότι τα ΑΕΙ διαχειρίζονται με αυτοτέλεια έναντι του Κράτους τις υποθέσεις τους στο πλαίσιο που θεσπίζουν οι νόμοι. Σημείο αναφοράς της αυτοτέλειας αυτής είναι συνεπώς η διαχείριση των ιδίων υποθέσεων, δηλ. των σχετικών με την επιστήμη υποθέσεων[18]. Γίνεται δεκτό ότι υπάρχουν δύο όψεις της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης: η οργανωτική συγκρότηση των επιστημονικών κοινοτήτων και η προστασία απέναντι στις οιεσδήποτε παρεμβάσεις στην επιστημονική διαδικασία[19].

Η νομική φύση του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ είναι διφυής[20] και έγκειται στο ότι αφενός μεν αποτελεί εγγύηση θεσμού (Institutsgarantie) ή θεσμική εγγύηση (institutionelle Garantie) και μάλιστα παρέχοντας υποχρεωτικά στα ΑΕΙ νομική προσωπικότητα του Δημοσίου Δικαίου[21], αλλά και, κατ’ εξαίρεση για ΝΠΔΔ, την κατοχύρωση ενός θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος[22], το οποίο αποσκοπεί στην πληρέστερη εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας[23]. Πάντως αυτοδιοίκητο δεν σημαίνει αυτονομία, δηλ. την αυτοδύναμη θέσπιση κανόνων δικαίου[24], πλην της εξαιρέσεως της κανονιστικής δράσης της διοικήσεως κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ Σ και στο μέτρο της εξουσιοδότησης που παρέχει ο τυπικός νομοθέτης, ενώ τα ΑΕΙ σύμφωνα με το εδ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 16 Σ τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, η οποία σε ό,τι αφορά το αυτοδιοίκητο περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των πανεπιστημιακών οργάνων από τον αρμόδιο Υπουργό[25]. Την κρατική εποπτεία υπό την ως άνω μορφή το ΣτΕ θεωρεί ως τον μοναδικό και αναγκαίο περιορισμό του συνταγματικού αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων[26].

Γίνεται ειδικότερα δεκτό ότι με τις πιο πάνω παρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις, κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια, που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοικήσεως αλλά και του κοινού νομοθέτη κατά την από αυτόν ρύθμιση των σχετικών θεμάτων[27].

Εξάλλου, η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους με δικά τους αποκλειστικά όργανα (ατομικά ή συλλογικά) οριζόμενα μεν από τον κοινό νομοθέτη, απαρτιζόμενα όμως, οπωσδήποτε, από πρόσωπα, τα οποία είναι επιφορτισμένα ή μετέχουν, κατά τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, στην πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους, της κρατικής εποπτείας περιοριζόμενης μόνο σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των οργάνων αυτών[28]. Επίσης, στην έννοια του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ εμπίπτει και η εξουσία επιλογής δια των ιδίων τους οργάνων του διδακτικού – κύριου και βοηθητικού – και του διοικητικού προσωπικού τους[29], η οικονομική αυτοτέλεια, δηλ. η ικανότητα διοίκησης και διαχείρισης της ίδιας περιουσίας με ίδια μέσα και η ικανότητα σύνταξης ιδίου προϋπολογισμού και η κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών[30].

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι κατά το ΣτΕ οι ίδιες υποθέσεις που εντάσσονται στο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο σχετίζονται με θέματα επιστήμης, έρευνας, διδασκαλίας, οικονομικής διαχείρισης και διοικητικού προσωπικού, θέματα δηλ. αμιγώς ακαδημαϊκά, οικονομικά και διοικητικά[31], ενώ δεν εμπίπτει κάθε θέμα των ΑΕΙ που δεν σχετίζεται με τα παραπάνω στο αυτοδιοίκητο[32]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τη σαφή τοποθέτηση της θεωρίας[33] και τη δική του θέση[34] όσον αφορά την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, το ΣτΕ δεν χαρακτηρίζει ρητά την αρχή της αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων ως ατομικό δικαίωμα αυτών, δεν το αποκλείει, όμως, αν και φαίνεται να το αντιμετωπίζει περισσότερο ως θεσμική εγγύηση.

Γ. Η έννοια της δημόσιας τάξης και της δημόσιας ασφάλειας

Το Δικαστήριο συνδέει το ζήτημα της φύλαξης των Πανεπιστημίων σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021 και με τις έννοιες της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Σύμφωνα με τον παραδοσιακό ορισμό, ως δημόσια τάξη νοείται το σύνολο των κανόνων δικαίου αναφορικά με τη συμπεριφορά του πολίτη μέσα στο κοινωνικό σύνολο, η τήρηση των οποίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση μιας ομαλής κοινωνικής συμβίωσης των πολιτών μιας χώρας[35]. Το περιεχόμενο της έννοιας της τάξης επιτελεί ρυθμιστική λειτουργία, εφόσον σκοπός της τάξης είναι η κανονικότητα των ανθρώπινων σχέσεων[36].

Η έννοια της δημόσιας ασφάλειας καλύπτει τη διατήρηση της ακεραιότητας της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας, της τιμής και της περιουσίας του ατόμου καθώς και την διαφύλαξη της υπόστασης και της λειτουργίας του κράτους και των υπηρεσιών του[37].

Τα έννομα αυτά αγαθά καθ’ εαυτά δεν αποτελούν συνταγματικά αγαθά ούτε τα καθιστά ως συνταγματικά το γεγονός ότι αποτελούν λόγους περιορισμών συγκεκριμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων με βάση ειδική επιφύλαξη του νόμου (πρβλ. άρθρα 5Α παρ. 2, 11 παρ. 2 εδ. β, 13 παρ. 2 εδ. β΄, 19 παρ. 1 εδ. β΄) ή λόγους κήρυξης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας (πρβλ. άρθρο 48 παρ. 1 Σ), καθότι δεν ενδείκνυται η μεταφορά της ειδικής επιφύλαξης του νόμου για την προστασία ενός θεμελιώδους δικαιώματος σε ένα άλλο[38], εκτός εάν και στο μέτρο που σε αυτά περιέχονται συνταγματικά αγαθά, όπως π.χ. η ζωή, η υγεία ή η περιουσία, η προστασία των οποίων επιβάλλει τον περιορισμό άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων.

Αρμόδιο για την προστασία αυτών των εννόμων αγαθών είναι το Κράτος μέσω της αστυνομικής αρχής και δη της Ελληνικής Αστυνομίας (πρβλ. Ν. 1481/1984, Ν. 2800/2000)[39]. Την αρμοδιότητα αυτή μπορεί ο νομοθέτης να μεταβιβάσει σε άλλα ΝΠΔΔ, δεν είναι, όμως, υποχρεωμένος[40].

Δ. Ζητήματα συνταγματικότητας της φύλαξης των Πανεπιστημίων από τις ΟΠΠΙ – Οι απαντήσεις της ΣτΕ Ολ 2046/2022

Ερχόμαστε τώρα στις απαντήσεις που έδωσε η απόφαση στο προκείμενο ζήτημα, της υπαγωγής δηλ. των κρίσιμων διατάξεων των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021 στις παραπάνω συνταγματικές αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β΄ και 5 Σ, ούτως ώστε να προβεί στον έλεγχο συνταγματικότητας των διατάξεων αυτών με βάση τις ως άνω συνταγματικές αρχές.

Το Δικαστήριο αφού προβαίνει στην μείζονα πρόταση εν πολλοίς στις παραπάνω παραδοχές όσον αφορά την νομική φύση και τη συνταγματική σημασία των αρχών της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου, όπως και της δημόσιας τάξης και κρατικής ασφάλειας, εν συνεχεία παίρνει θέση κατά την υπαγωγή στο κατά πόσο η σύσταση και λειτουργία των ΟΠΠΙ εντός των πανεπιστημιακών χώρων με αποστολή την φύλαξή τους συνάδει ή όχι με τις παραπάνω αρχές.

Με τις επισημάνσεις που κάνει στις σκέψεις 21 και 22 της απόφασης, η Ολομέλεια του ΣτΕ φαίνεται ότι αντιμετωπίζει τις συνταγματικές αρχές του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β΄ και 5 Σ αφενός και τη δημόσια τάξη και ασφάλεια αφετέρου, ως αντίρροπα έννομα αγαθά, τα οποία υπόκεινται σε στάθμιση, στην οποία προβαίνει τόσο στη σκέψη 22 καταρχήν όσο και στις παρακάτω σκέψεις αναλυτικότερα.

Ι. Προσβάλλει η φύλαξη από τις ΟΠΠΙ την ακαδημαϊκή ελευθερία;

1. Η θέση της πλειοψηφίας                                                          

Στο συγκεκριμένο ερώτημα η πλειοψηφία του Δικαστηρίου προβαίνει καταρχάς στην εξής παραδοχή, χρησιμοποιώντας μία πολύπλοκη και δυσνόητη διατύπωση ότι «όταν ο κοινός νομοθέτης εκτιμά ότι το δημόσιο συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας αλλά και στην ίδια τη διασφάλιση της ακώλυτης άσκησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας, επιβάλλει την αστυνόμευση στους χώρους των ΑΕΙ σε συνέχεια, μάλιστα, σειράς προϊσχυσάντων ηπιότερων μέτρων ασφάλειας και προστασίας του προσωπικού και της περιουσίας των ΑΕΙ, τα οποία κρίνονται από τον νομοθέτη απρόσφορα να υπηρετήσουν τους σκοπούς αυτούς, δεν απορρέει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος, στις οποίες δεν κατοχυρώνεται αυτοτελώς «άσυλο»[41], υποχρέωση του νομοθέτη να αναθέτει, ύστερα από απόσπασή τους από την παρέχουσα, λόγω της αποστολής της, μείζονες εγγυήσεις ασφάλειας ΕΛΑΣ, τις αρμοδιότητες της πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος στους χώρους των ΑΕΙ στα όργανα αυτών ούτε να προβλέπει συμμετοχή τους στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων»[42].

Από την παραπάνω σκέψη προκύπτουν prima facie τουλάχιστον τρεις σημαντικές παραδοχές: α) Ότι βάσει ιστορικής ερμηνείας του Συντάγματος δεν κατοχυρώνεται από τις συνταγματικές αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου το λεγόμενο πανεπιστημιακό «άσυλο», υπό την έννοια της απαγόρευσης αστυνομικής παρέμβασης στους χώρους των πανεπιστημίων, ακόμα και για την επιβολή ή την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης όταν τελούνται ποινικά αδικήματα[43], β) ότι το δημόσιο συμφέρον, το οποίο εξειδικεύεται εν προκειμένω στην δημόσια τάξη και ασφάλεια αλλά και στην ακώλυτη άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, μπορεί να επιβάλει την παρουσία της αστυνομίας στους χώρους των ΑΕΙ με σκοπό την αστυνόμευση, όπου ως αστυνόμευση νοείται τόσο η πρόληψη όσο και η καταστολή και γ) ότι τα παραπάνω ισχύουν υπό την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, όταν ηπιότερα μέτρα έχουν καταστεί απρόσφορα για την προστασία των ως άνω έννομων αγαθών του δημοσίου συμφέροντος (επιμέρους αρχές της καταλληλότητας ή προσφορότητας και της αναγκαιότητας).

Επιπλέον, από την αποκωδικοποίηση της παραπάνω σκέψης σε συνδυασμό με όσα εκτίθενται στην παρακάτω σκέψη 24 μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πλειοψηφία καταλήγει στην κρίση ότι η αστυνόμευση στους πανεπιστημιακούς χώρους, έτσι όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021, δεν θίγει καν την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά τουναντίον διασφαλίζει την ακώλυτη άσκησή της ως ένα είδος υλοποίησης κρατικού καθήκοντος προστασίας της, χρησιμοποιώντας τους όρους «διαφύλαξη και ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας» ως σκοπό της δράσης των ΟΠΠΙ. Ως συμπέρασμα δε της σκέψης της, η πλειοψηφία κρίνει ότι «με την ένδικη ρύθμιση όχι μόνο δεν πλήττεται αλλά θάλπεται η συνταγματική τάξη»[44].

Περαιτέρω, η απόφαση δέχεται ότι «από καμία διάταξη του ν. 4777/2011 δεν προκύπτει ότι η σύσταση των ΟΠΠΙ θέτει σε κίνδυνο την ακώλυτη άσκηση του έργου τους (σ.σ. των ΑΕΙ) και την ακαδημαϊκή ελευθερία ούτε τις λοιπές ελευθερίες ή την αξία του ανθρώπου, τις οποίες, κατά τα προαναφερόμενα, επικαλούνται οι αιτούντες. Ειδικότερα, οι ΟΠΠΙ δεν έχουν αρμοδιότητα ούτε, συνεπώς, δυνατότητα επέμβασης επί θεμάτων επιστήμης, έρευνας, διδασκαλίας, λειτουργίας των ΑΕΙ, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τελευταίων∙ αντίθετα έχουν ως αποστολή και αρμοδιότητα την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων προς διαφύλαξη και ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι αξιόποινων πράξεων κατά της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και κατά των εγκαταστάσεων και της περιουσίας των ΑΕΙ κατ’ εφαρμογή των αρχών της νομιμότητας και αναλογικότητας ιδίως όσον αφορά την παρουσία και δράση τους στους χώρους όπου ασκούνται δραστηριότητες έρευνας και διδασκαλίας. Συνεπώς, με την ένδικη ρύθμιση όχι μόνο δεν πλήττεται αλλά θάλπεται η συνταγματική τάξη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αβασίμως προβάλλεται ότι τα άρθρα 18-20 του ν. 4777/2021 πλήττουν τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ∙ ούτε τίθεται συνεπώς κατ’ αρχήν ζήτημα παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας από την εν γένει πρόβλεψη σύστασης και λειτουργίας ΟΠΠΙ στα ΑΕΙ ως περιορισμού της ακαδημαϊκής ελευθερίας».

«Παράλληλα, η δράση των ΟΠΠΙ, η οποία ελέγχεται πειθαρχικά και ποινικά και είναι δυνατόν να θεμελιώσει αστική ευθύνη του Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, (πρβλ. ΣτΕ 877/2013, 950/2014, 3292/2017, 1972/2021), διέπεται από το Σύνταγμα και τις κείμενες διατάξεις, εν γένει δε από τις αρχές της νομιμότητας και αναλογικότητας…. Η τελευταία, ειδικά όσον αφορά την αστυνόμευση στους χώρους των ΑΕΙ, δεν επιτρέπει την επέμβαση της αστυνομικής δύναμης στις περιπτώσεις μη σοβαρής διατάραξης της ευταξίας εντός των χώρων των ΑΕΙ, περιπτώσεις για τις οποίες προβλέφθηκαν κατά τα προαναφερθέντα τα μέτρα ασφαλείας που λαμβάνουν τα ίδια τα ΑΕΙ. Επιπρόσθετα, με τις διατάξεις των άρθρων 18-20 του ν. 4777/2021 λαμβάνεται ειδική μέριμνα για την εγκαθίδρυση κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και των ΟΠΠΙ. Προς τον σκοπό αυτόν οι τελευταίες, όπως προαναφέρεται, συγκροτούνται (και) από ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι προσλαμβάνονται ειδικώς προς τούτο, λαμβάνουν ομοίως ειδική εκπαίδευση προσανατολισμένη στην καλλιέργεια φιλοσοφίας προσαρμοσμένης στις ιδιαιτερότητες των ΑΕΙ (βλ. τοποθετήσεις στη Διαρκή Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής της Υπουργού Παιδείας και της Εισηγήτριας της πλειοψηφίας στις 2-2-2021), δεν φέρουν πυροβόλο όπλο και υποχρεούνται να συνεργάζονται με τις πανεπιστημιακές αρχές και όργανα σύμφωνα με όσα ειδικότερα προβλέπονται στα άρθρα 18-20 ν. 4777/2021. Εξάλλου, διάθεση των ΟΠΠΙ σε ΑΕΙ λαμβάνει χώρα, κατά τον νόμο, μόνον εφόσον και στο μέτρο που διαπιστώνεται ανάγκη προς τούτο, προφανώς με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, υπό το πρίσμα της οποίας υπόκειται αυτοτελώς σε δικαστικό έλεγχο η σχετική απόφαση για διάθεση ΟΠΠΙ σε ΑΕΙ»[45].

Σε συνέχεια των παραδοχών που προέβη στη σκέψη 23, η πλειοψηφία παραθέτει το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο τόσο ο νομοθέτης στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4777/2021 όσο προφανώς και η πλειοψηφία της απόφασης κρίνουν ανεπαρκές και αναποτελεσματικό για να αποτρέψουν εγκληματικές ενέργειες και εν γένει ενέργειες που συνιστούν ανωμαλία στην Ανώτατη Εκπαίδευση και παρακώλυση έως παραβίαση της ακαδημαϊκής ελευθερίας διδασκόντων και διδασκομένων ή σοβαρή διατάραξη της διοικητικής λειτουργίας των ΑΕΙ[46], και τονίζει το ότι η δράση των ΟΠΠΙ δεν εκτείνεται στην συμμετοχή στα όργανα διοίκησης των Πανεπιστημίων ούτε σε παρέμβαση σε θέματα εκπαιδευτικά-ακαδημαϊκά,. Για τον λόγο αυτόν, υπογραμμίζει την δραστηριότητά των με αυστηρή τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, την οποία μάλιστα κρίνει ότι υπόκειται σε σταθερό και διαρκή δικαστικό έλεγχο, στο μέτρο δηλ. που η παρέμβασή των είναι κατάλληλη, αναγκαία και αναλογική υπό στενή έννοια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού της διατήρησης και εάν χρειαστεί της επιβολής της δημόσιας τάξης στα Πανεπιστήμια. Πάντως, αποφεύγει να αναφερθεί ρητά σε προγενέστερα περιστατικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες, που συνιστούσαν όχι απλά παραβίαση της ακαδημαϊκής ελευθερίας παραγόντων της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και άλλων έννομων και δη συνταγματικών αγαθών[47] των πληττομένων από έκνομες ενέργειες και που δικαιολογούν την παρουσία των ΟΠΠΙ στα Πανεπιστήμια, περιοριζόμενη να παραθέσει τους ισχυρισμούς του νομοθέτη του Ν. 4777/2021 στην αιτιολογική έκθεση του νόμου και τους ισχυρισμούς και τα στοιχεία της Διοικήσεως στις απόψεις και στο υπόμνημα ενώπιον του Δικαστηρίου[48], ενώ ως τέτοιο δικαιολογητικό επιχείρημα για την παρουσία των ΟΠΠΙ στα Πανεπιστήμια χρησιμοποιεί την εξυπακουόμενη ποινική και πειθαρχική ευθύνη των μελών των ΟΠΠΙ καθώς και την αστική ευθύνη του Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ σε περίπτωση παράνομης δράσης τους[49].

2. Η θέση της μειοψηφίας

Η μειοψηφία των 6 συμβούλων, αφού αναφέρεται στον ιστορικό περίγυρο της συνταγματικής της κατοχύρωσης της ακαδημαϊκής ελευθερίας στο άρθρο 16 Σ 1975 λόγω των τραυματικών εμπειριών της επταετούς δικτατορίας και των αντιφιλελεύθερων και αντιδημοκρατικών δράσεών της στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, όσον αφορά την συνταγματική και εν γένει νομικοπολιτική φύση της ακαδημαϊκής ελευθερίας προβαίνει στις κάτωθι παραδοχές: «Η ακαδημαϊκή ελευθερία, που αποτελεί ειδικότερη πτυχή της πνευματικής ελευθερίας και ανεμπόδιστης διακίνησης των ιδεών (καρπών του διαφωτισμού), έχει ως περιεχόμενο την αξίωση για την αποχή των κρατικών οργάνων από επεμβάσεις, έστω και έμμεσες, στο περιεχόμενο, στη μέθοδο και στη διαδικασία της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας που διενεργείται στα ΑΕΙ…. Εξ άλλου ο κοινός νομοθέτης κατά την ευχέρειά του να θεσπίζει κανόνες για την οργάνωση και λειτουργία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να θεσπίζει ρυθμίσεις που θίγουν ή παρακωλύουν ουσιαστικά, έστω και έμμεσα, τη συνταγματικά κατοχυρωμένη πλήρη αυτοδιοίκησή τους και ακαδημαϊκή ελευθερία (ΣτΕ 2786/1984 Ολομέλεια). Επέμβαση διοικητικού οργάνου εντός των AEI για την τήρηση της αστυνομικής υφής δημόσιας τάξεως πρέπει να διενεργείται με την προϋπόθεση της διασφάλισης της ελευθερίας διδασκαλίας, έρευνας και διακίνησης των ιδεών στο πλαίσιο της πλήρους αυτοδιοίκησης των εν λόγω ιδρυμάτων. Ναι μεν ο θεσμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν είναι legibus solutus, ωστόσο οι νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν τα ΑΕΙ δεν επιτρέπεται να παρέχουν εξουσία σε κρατικά όργανα που μπορεί να παρακωλύσει ή να δυσχεράνει δυσανάλογα την ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας στα ιδρύματα αυτά, υπό την πλήρη αυτοδιοίκησή τους. Και τούτο διότι για την πρακτική – ουσιαστική αξία των ατομικών δικαιωμάτων καθώς και των θεσμικών εγγυήσεων του Συντάγματος δεν αρκεί η κατοχύρωσή τους από αυτό, αλλά αναγκαίο στοιχείο αποτελεί η κατάλληλη νομοθετική και διοικητική ρύθμισή τους, ώστε να υλοποιούνται αποτελεσματικά. Από τα προηγηθέντα συνάγεται ότι η διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας στα ΑΕΙ είναι αναγκαία στο κράτος δικαίου, προκειμένου, ειδικότερα, να μπορέσουν τα ιδρύματα αυτά να επιτελέσουν ακωλύτως τη λειτουργία τους με την ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης. Όταν προβλέπεται η άσκηση εξουσίας κρατικών οργάνων, στα οποία έχουν ανατεθεί αστυνομικά καθήκοντα, στον χώρο των ΑΕΙ, τα όργανα των ιδρυμάτων αυτών είναι εκ του Συντάγματος αρμόδια, σε επίπεδο διοίκησης, να διασφαλίσουν ότι κατά την άσκηση αστυνομικής εξουσίας στους χώρους τους δεν διαταράσσεται ή δεν δυσχεραίνεται δυσανάλογα η ομαλή λειτουργία τους και η αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής τους με την άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Αφού δε, η μειοψηφία παραθέτει τις διατάξεις του Ν. 4777/02021 όσον αφορά την αποστολή και τα μέσα των ΟΠΠΙ εντός των πανεπιστημιακών χώρων καταλήγει κατά την υπαγωγή: «Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ανάθεση της προστασίας και ασφάλειας των προσώπων που βρίσκονται στους χώρους των ΑΕΙ και των υποδομών τους και ιδίως της πρόληψης και καταστολής των αξιόποινων πράξεων, στους χώρους τους (που εντάσσονται στην διασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας) στο συνιστώμενο με τις αναφερθείσες διατάξεις του ν. 4777/2021 ειδικό αστυνομικό σώμα που υπάγεται στην Ελληνική Αστυνομία, δηλαδή στο κράτος, και το οποίο μπορεί να εγκατασταθεί στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, να δρα στους χώρους τους, στους οποίους καλλιεργείται ελεύθερα η επιστήμη με τη θεσμική εγγύηση της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων αυτών (αρμοδίων κατά το Σύνταγμα για την διοικητική ρύθμιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας), προς πρόληψη των αξιοποίνων πράξεων (με μέσα, όπως η παρουσία και περιπολία του προσωπικού των Ομάδων στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η ηλεκτρονική επιτήρηση και συγκέντρωση πληροφοριών) και καταστολή τους (με τη δυνατότητα χρήσεως μέσων αποκατάστασης της τάξης και επιβολής του νόμου, πλην των πυροβόλων όπλων), προσκρούει στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις (σ.σ. της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ)….».

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η μειοψηφία της απόφασης εξετάζει άρρηκτα συνδεδεμένα και αναπόσπαστα τις δύο κρίσιμες συνταγματικές αρχές του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β΄ και 5 Σ, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ, και θεωρεί ότι με τις επίδικες ρυθμίσεις του Ν. 4777/2021 παραβιάζονται και οι δύο. Ο τρόπος που χειρίζεται τις δύο συνταγματικές αρχές δεικνύει ότι φρονεί πως ό,τι θίγει την μία αντίστοιχα αντανακλά και στην άλλη, κάτι που κρίνεται συνταγματικά προβληματικό. Επίσης, δεν εξηγεί η μειοψηφία κατά ποίο τρόπο η ανάθεση της φύλαξης των ΑΕΙ σε ειδικές ομάδες προστασίας υπαγόμενες στην ΕΛΑΣ μπορεί να παρακωλύσει ή να δυσχεράνει δυσανάλογα την ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας στα ιδρύματα αυτά, υπό την πλήρη αυτοδιοίκησή τους.

ΙΙ. Προσβάλλει η φύλαξη από τις ΟΠΠΙ το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων;

Το ερώτημα αυτό ήταν κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη το πιο κρίσιμο και πλέον δυσχερές που καλείτο να απαντήσει η Ολομέλεια του ΣτΕ, η απάντηση που έδωσε δε, προκαλεί περαιτέρω ερωτήματα για το τι ακριβώς θέλησε να πει η πλειοψηφία της απόφασης.

1. Η θέση της πλειοψηφίας

Παρά το ότι η πλειοψηφία της απόφασης ορθά δεν προβαίνει στον χειρισμό των δύο συνταγματικών αρχών του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β΄ και 5 Σ κατά τρόπο που να τις συνδέει άρρηκτα μεταξύ τους, όπως πράττει η μειοψηφία, δεν τις εξετάζει, όμως, και αποκομμένες. Τις συσχετίζει υπό την έννοια ότι ενδεχόμενη απόκλιση από τη μία (αρχή του αυτοδιοίκητου) επιτρέπεται για την προστασία («διαφύλαξη και ενίσχυση» κατά την ορολογία της πλειοψηφίας) της άλλης (αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας)[50]. Άλλωστε, η πανεπιστημιακή αυτοδιοίκηση θεωρείται η φυσική προέκταση[51] και η οργανωτική διασφάλιση[52] της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Αποτελεί την ενδυνάμωση του ατομικού δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ως ένα περαιτέρω επίπεδο για την διασφάλιση αυτοτέλειας και συνεπώς εξυπηρετεί την ελευθερία της επιστημονικής επικοινωνίας και δράσης σε συνθήκες οργανωμένης επιστήμης[53].

Στο θέμα του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ η πλειοψηφία εκθέτει ότι «…όπως γίνεται παγίως δεκτό[54]…, η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ειδικότερες εκφάνσεις των οποίων αποτελούν η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, ως κατ’ εξοχήν δημόσιες εξουσίες και εκφράσεις κυριαρχίας, αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτόν, η άσκηση των επιμέρους αρμοδιοτήτων που συγκροτούν την αποστολή των ενόπλων σωμάτων ασφαλείας, κλάδο των οποίων αποτελεί η Ελληνική Αστυνομία, μη δυνάμενη κατ’ αρχήν να παραχωρηθεί σε ιδιώτες ασκείται μέσω της αστυνομικής αρχής μόνο από το Κράτος και από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που είναι κι αυτά αποκεντρωμένες καθ’ ύλην δημόσιες υπηρεσίες. Και είναι μεν δυνατή η, ύστερα από τμηματική και περιστασιακή απόσπαση από την ΕΛΑΣ, ανάθεση σε άλλα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης ορισμένων από τις αρμοδιότητες αυτής με πράξη του κοινού νομοθέτη (ΣτΕ Ολομ. 16/2015)∙ ωστόσο, όταν ο κοινός νομοθέτης εκτιμά ότι το δημόσιο συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας αλλά και στην ίδια τη διασφάλιση της ακώλυτης άσκησης της ακαδημαϊκής ελευθερίας, επιβάλλει την αστυνόμευση στους χώρους των ΑΕΙ σε συνέχεια, μάλιστα, σειράς προϊσχυσάντων ηπιότερων μέτρων ασφάλειας και προστασίας του προσωπικού και της περιουσίας των ΑΕΙ, τα οποία κρίνονται από τον νομοθέτη απρόσφορα να υπηρετήσουν τους σκοπούς αυτούς, δεν απορρέει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος, …., υποχρέωση του νομοθέτη να αναθέτει, ύστερα από απόσπασή τους από την παρέχουσα, λόγω της αποστολής της, μείζονες εγγυήσεις ασφάλειας ΕΛΑΣ, τις αρμοδιότητες της πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος στους χώρους των ΑΕΙ στα όργανα αυτών ούτε να προβλέπει συμμετοχή τους στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων…»[55].

Από την περίπλοκη αυτή διατύπωση, η οποία κατά την εδώ εκτίμηση πρέπει να αποτελεί ενδεχομένως συναίρεση επιμέρους αντιτιθέμενων απόψεων εντός της πλειοψηφίας, συνάγεται ότι η πλειοψηφία του Δικαστηρίου κρίνει στη σχολιαζόμενη απόφαση σε συνδυασμό και με όσα αναφέρει στην παρακάτω σκέψη 23 ότι καταρχήν η αρμοδιότητα της φύλαξης των Πανεπιστημίων όσον αφορά την πρόληψη και καταστολή εγκληματικών ενεργειών είναι αρμοδιότητα της αστυνομικής αρχής. Δέχεται όμως δύο εξαιρέσεις από τον ως άνω κανόνα με απόφαση του νομοθέτη: πρώτον, η ανάθεση μίας τέτοιας αρμοδιότητας και σε άλλα ΝΠΔΔ, τα οποία όμως θα πρέπει να είναι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, και δεύτερον η ανάθεση αυτή και σε άλλα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης, μόνον ύστερα από τμηματική και περιστασιακή απόσπαση από την ΕΛΑΣ, και μόνον ορισμένων από τις αρμοδιότητες αυτής. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτό όμως δεν αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του νομοθέτη και επ’ ουδενί υφίσταται υποχρέωση του νομοθέτη εκ του άρθρου 16 Σ και ιδίως της αρχής του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ κατά την παρ. 5 του άρθρου αυτού να αναθέτει μία τέτοια αποστολή στο όργανα διοίκησης των Πανεπιστημίων. Αυτό δε, ισχύει τοσούτω μάλλον όταν τα έννομα αγαθά της δημόσιας τάξης και της δημόσιας (κρατικής) ασφάλειας, τα οποία εξειδικεύουν την αόριστη νομική έννοια του δημοσίου συμφέροντος, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας δεν δικαιολογούν την ανάθεση των αρμοδιοτήτων της πρόληψης και της καταστολής εγκληματικών πράξεων στους χώρους των πανεπιστημίων στα όργανα διοικήσεως αυτών. Από e contrario όμως ερμηνεία της παραπάνω σκέψης του Δικαστηρίου μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αφίεται στην διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να αναθέσει την αρμοδιότητα αυτή στα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ, το ότι δεν το πράττει όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί από πλευράς Συνταγματικού Δικαίου να του προσαφθεί αντισυνταγματική συμπεριφορά.

Με τις παραδοχές αυτές καθώς και με αυτές στην παρακάτω σκέψη το Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η αρμοδιότητα φύλαξης των Πανεπιστημίων ανήκει στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ[56].

Περαιτέρω, κατά την υπαγωγή των ενδίκων νομοθετικών διατάξεων στην μείζονα πρόταση η πλειοψηφία της απόφασης εκθέτει: «Υπό τα ως άνω δεδομένα[57], οι αμφισβητούμενες ρυθμίσεις των άρθρων 18-20 του ν. 4777/2021 κινούνται εντός των πλαισίων της αρχής της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ και δεν θίγουν το δικαίωμα των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν επί των υποθέσεών τους με δικά τους όργανα για τους ακόλουθους λόγους: α) Αφενός και αναφορικά με ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας και τάξης, ήτοι με ζητήματα κοινής ακαδημαϊκής ευταξίας, κοινής φύλαξης και ασφάλειας των πανεπιστημιακών χώρων και ελέγχου της πρόσβασης σε αυτούς, προβλέπεται σειρά μέτρων ασφάλειας και προστασίας προσώπων και υποδομών στα ΑΕΙ, αρμοδιότητας των ιδίων αυτών οργάνων, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 12-17 ν. 4777/2021 και εκτίθενται αναλυτικότερα στη σκέψη 12. β) Αφετέρου, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις περιστάσεις και ιδίως ότι η προηγουμένως προκριθείσα λύση της ανάθεσης στα ΑΕΙ συμμετοχής τους (δια της δυνατότητας να επιτρέπουν ή μη την επέμβαση δημόσιας δύναμης) στη, βαίνουσα πέραν των ως άνω ζητημάτων εσωτερικής λειτουργίας και τάξης, αντιμετώπιση ζητημάτων φύλαξης και προστασίας των χώρων των ΑΕΙ και των δραστηριοποιούμενων σε αυτούς έναντι αξιόποινων πράξεων ώστε να διασφαλίζεται ότι κατά την εν λόγω επέμβαση δεν θα διαταράσσεται ή δεν θα δυσχεραίνεται δυσανάλογα η ομαλή λειτουργία τους και η αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής τους με την άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας «εφαρμόζεται δεκαετίες ολόκληρες […] έχει, όμως, αποτύχει»…. γ) Δεν προβλέπεται συμμετοχή των ΟΠΠΙ σε διοικητικό όργανο των ΑΕΙ. Συγκεκριμένα: ι) όπως προαναφέρεται (σκέψη 12), η Μονάδα Ασφάλειας και Προστασίας στελεχώνεται από προσωπικό, τακτικό ή προσλαμβανόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, των ΑΕΙ, ο δε Προϊστάμενός της, ο οποίος μετέχει στην ΕΑΠ (άρθρο 15 παρ. 3 περ. γ ν. 4777/2021), είναι μόνιμος υπάλληλος κατηγορίας ή κλάδου ΠΕ ή ΤΕ σύμφωνα με τα άρθρα 84-87 του ν. 3528/2007 (άρθρο 14 παρ. 1 ν. 4777/2021), ιι) στην ΕΑΠ ο επικεφαλής ΟΠΠΙ μπορεί να καλείται στις συνεδριάσεις και να συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου (άρθρο 15 παρ. 3 εδ. τελ.), άρα δεν μετέχει στην κατά τον νόμο συγκρότηση του οργάνου ούτε συμπράττει στη λήψη της απόφασης αυτού αλλά προφανώς εκφέρει απλή γνώμη για τη διαφώτιση των αρμοδίων μελών του οργάνου, ενώ, τέλος, ιιι) η λειτουργία και υποστήριξη των Κέντρων Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων των ΟΠΠΙ παράλληλα με την αρμοδιότητα των ΑΕΙ (ειδικότερα της Μονάδας Ασφάλειας και Προστασίας ή ιδιωτών ύστερα από σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών) να λειτουργούν τα εν λόγω Κέντρα Ελέγχου και Λήψης Σημάτων και Εικόνων, τα οποία εγκαθίστανται στα ΑΕΙ ανεξάρτητα από το εάν σε αυτά διατίθενται ή όχι ΟΠΠΙ (κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 12 παρ. 3, 14 παρ. 2 περ. δ, 14 παρ. 3 εδ. τελ.), δεν συνιστά ανάθεση άσκησης αρμοδιότητας των ΑΕΙ στις ΟΠΠΙ…. Ειδικότερα, οι ΟΠΠΙ δεν έχουν αρμοδιότητα ούτε, συνεπώς, δυνατότητα επέμβασης επί θεμάτων επιστήμης, έρευνας, διδασκαλίας, λειτουργίας των ΑΕΙ, τα οποία εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των τελευταίων∙ αντίθετα έχουν ως αποστολή και αρμοδιότητα την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων προς διαφύλαξη και ενίσχυση της ακαδημαϊκής ελευθερίας έναντι αξιόποινων πράξεων κατά της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και κατά των εγκαταστάσεων και της περιουσίας των ΑΕΙ κατ’ εφαρμογή των αρχών της νομιμότητας και αναλογικότητας ιδίως όσον αφορά την παρουσία και δράση τους στους χώρους όπου ασκούνται δραστηριότητες έρευνας και διδασκαλίας. Συνεπώς, με την ένδικη ρύθμιση όχι μόνο δεν πλήττεται αλλά θάλπεται η συνταγματική τάξη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αβασίμως προβάλλεται ότι τα άρθρα 18-20 του ν. 4777/2021 πλήττουν τις αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ…»[58].

Κατά την πλειοψηφία, η αρχή του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 παρ. 5 Σ, δεν παραβιάζεται από τις κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021 για τρεις περαιτέρω λόγους: α) Τα ζητήματα κοινής ακαδημαϊκής ευταξίας, κοινής φύλαξης και ασφάλειας των πανεπιστημιακών χώρων και ελέγχου της πρόσβασης σε αυτούς ανατίθενται στα πανεπιστημιακά όργανα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12-17 Ν. 4777/2021, β) η άσκηση των αρμοδιοτήτων για τα πέραν των ανωτέρω ζητημάτων εσωτερικής (ακαδημαϊκής) λειτουργίας και τάξης, ζητήματα φύλαξης και προστασίας των χώρων των ΑΕΙ και των δραστηριοποιούμενων σε αυτούς έναντι αξιόποινων πράξεων στα όργανα διοικήσεως των ΑΕΙ, διά του συστήματος της αυτορρύθμισης από τα ίδια όργανα αυτών, αποδείχθηκε επί δεκαετίες αναποτελεσματική και γ) Τα όργανα των ΟΠΠΙ δεν συμμετέχουν στα όργανα διοικήσεως των Πανεπιστημίων.

Με τις παραπάνω παραδοχές συνάγεται ότι η πλειοψηφία προβαίνει σε μία λεπτή διάκριση μεταξύ κοινής ακαδημαϊκής ευταξίας, κοινής φύλαξης και ασφάλειας των πανεπιστημιακών χώρων και ελέγχου της πρόσβασης σε αυτούς αφενός, που υπονοεί ότι εντάσσονται στο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο, και φύλαξης των Πανεπιστημίων με σκοπό την αποτροπή ή καταστολή τέλεσης ποινικών αδικημάτων τα οποία, όχι μόνο αφηρημένα[59] αλλά και συγκεκριμένα με βάση τις διατάξεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021[60] δεν εμπίπτουν στο συνταγματικά κατοχυρωμένο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι διατάξεις αυτές που αναθέτουν την δημόσια αυτή λειτουργία στις ΟΠΠΙ κρίνονται συνταγματικές.

2. Η θέση της μειοψηφίας

Η θέση της μειοψηφίας στο ζήτημα του εάν οι ΟΠΠΙ προσβάλλουν το πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο, εκτίθενται ανωτέρω[61]. Επ’ αυτού δεν υφίσταται κάτι επιπλέον σε όσα προαναφέρθηκαν, δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε η μειοψηφία συνδέει αναπόσπαστα ακαδημαϊκή ελευθερία και πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο, οπότε η παραβίαση της πρώτης με τις διατάξεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021 συνεπάγεται και την παραβίαση της δεύτερης.

Ε. Επίλογος

Η σχολιαζόμενη 2046/2022 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ είναι από τις σημαντικότερες αποφάσεις του Δικαστηρίου σε θέματα λειτουργίας των ΑΕΙ και την ερμηνεία των συνταγματικών αρχών – θεμελιωδών δικαιωμάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας και του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ. Κλήθηκε να επιλύσει ένα δύσκολο νομικά ζήτημα, το οποίο προκάλεσε έντονες πολιτικοϊδεολογικές και επιστημονικές αντιδράσεις κατά μίας νομοθετικής επιλογής. Οι παραδοχές της πλειοψηφίας εκκινούν από ορθή αφετηρία, δεν αποκλίνουν από όσα έχουν γίνει δεκτά από την ίδια την νομολογία του ΣτΕ και την κρατούσα άποψη στη θεωρία, όσον αφορά την ερμηνεία των κρίσιμων συνταγματικών αρχών σε παλαιότερα ζητήματα και άγονται καταρχήν σε σωστή κατάληξη, δημιουργούν, όμως, ενδιάμεσα προβληματισμούς και αφήνουν κάποια σημεία θολά. Ενώ ορθά δέχεται η πλειοψηφία ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις των άρθρων 18-20 Ν. 4777/2021 δεν θίγουν καν την ακαδημαϊκή ελευθερία, δεν παίρνει θέση ρητά και άμεσα για το κατά πόσο η φύλαξη των πανεπιστημίων εντάσσεται στο πεδίο προστασίας του αυτοδιοίκητου και εάν το τελευταίο μπορεί παρ’ όλα αυτά να περιορισθεί. Αυτό συνάγεται έμμεσα και από μία περίπλοκη κατασκευή που άγει στο συμπέρασμα ότι τελικά η φύλαξη είναι αρμοδιότητα της ΕΛΑΣ και μόνο εάν θέλει ο νομοθέτης μπορεί να την αναθέσει σε άλλα ΝΠΔΔ, που εν προκειμένω δεν συντρέχει για τα ΑΕΙ.

Το εάν ο θεσμός των ΟΠΠΙ επιτύχει, κάτι που δεν συνάγεται από τη μέχρι τώρα πραγματικότητα, είναι ανεξάρτητο από τη συνταγματικότητα της νομοθετικής καθιέρωσής του. Το Δικαστήριο όφειλε να ελέγξει μόνο το τελευταίο ζήτημα και έκρινε υπέρ της συνταγματικότητας. Πέραν, όμως, της συνταγματικότητας της όποιας ρύθμισης, ζητούμενο είναι να δούμε μία άλλη κατάσταση σε ορισμένα ΑΕΙ, στα οποία συμβαίνουν περιστατικά που δεν δικαιολογούν τον χαρακτήρα και την αποστολή τους.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


Υποσημειώσεις:

[1] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430, ΣτΕ Ολ 982/2012, σκ. 15, ΣτΕ Ολ 41/2013, σκ. 9 ΔιΔικ 2013, σελ. 659, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21, ΣτΕ (Γ΄ Τμήμα-επταμ.) 411/2008, σκ. 9.

[2] Ως κλασσικό αμυντικό δικαίωμα ιδρύει αξίωση έναντι του Κράτους για αποχή – πρβλ. συναφώς Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα/Ρεγκάκου, Δίκαιο της Παιδείας, Γ΄ Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 12, 27.

[3] Βλ. ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21.

[4] Ως ελευθερία του διδάσκεσθαι η οποία αντιπαραβάλλεται στην ελευθερία του διδάσκειν που ισχύει για τους πανεπιστημιακούς δασκάλους. Η ελευθερία των φοιτητών βέβαια είναι συγκριτικά με την αντίστοιχη των διδασκόντων συγκριτικά περιορισμένη – πρβλ. Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 34, Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο Ατομικά Δικαιώματα, Τέταρτη Έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή 2012, αρ. περ. 936, 965α,, 973.

[5] Βλ. Α. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Ανάτυπο «Ο Πολίτης», Αθήνα 1977, σελ. 5-6, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 4η Έκδοση, Αθήνα 2017, σελ. 371-372.

[6] Βλ. Α. Μάνεσης, ibidem, Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 941, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, ibidem, σελ. 371-372, Χ. Τσιλιώτης, Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή. Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (ΙΙ), σε: syntagmawathc.gr 3.2.2021, διαθέσιμο σε: Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (ΙΙ) – Syntagma Watch. Την άποψη αυτή υιοθετεί και το ΣτΕ – βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430, ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21.

[7] Βλ. ΣτΕ Ολ 982/2012, σκ. 15 ΝοΒ 2012, σελ. 736, στην οποία χρησιμοποιείται για πρώτη και τελευταία φορά μέχρι τώρα ρητά ο όρος «θεσμική εγγύηση». Προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης νομικής φύσης θεσμικής εγγυήσεως στην ακαδημαϊκή ελευθερία τείνουν όμως και οι ΣτΕ 4009/2000 (Τμήμα Γ΄-επταμ.), σκ. 6, ΣτΕ (Γ΄ Τμήμα-επταμ.) 411/2008, σκ. 9. Πρβλ. και Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ.), σελ. 14, 28, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 372.

[8] Πρβλ. Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 39.

[9] Πρβλ. συναφώς Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 7.

[10] Βλ. Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 965α.

[11] Βλ. Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 8, Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 12,13.

[12] Την «τριτενέργεια» της ελευθερίας της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας δέχονται και οι Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 374. Συνακόλουθα το αυτό πρέπει να γίνει δεκτό και για την ακαδημαϊκή ελευθερία. Ως αποδοχή της εφαρμογής της θεωρίας αυτής στην περίπτωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας θα πρέπει να θεωρηθεί η αποστροφή του Δικαστηρίου ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία «… ισχύει έναντι πάντων» – βλ. ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21 καθώς και ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14.

[13] Έτσι Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 965α.

[14] Κατά τον Π. Δαγτόγλου, ibidem, αρ. περ. 977, η άσκηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των γενικών νόμων, όπως και η ελευθερία της έκφρασης του άρθρου 14 παρ. 1 Σ. Μόνο που εκεί η επιφύλαξη αυτή ορίζεται ρητά, ενώ στο άρθρο 16 Σ παραλείπεται, όχι τυχαία. Πρβλ. συναφώς αλλά πιο στενά απ’ ό,τι ο Δαγτόγλου Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 10-12. Άλλωστε, τα παραδείγματα γενικών νόμων που αναφέρει ο Δαγτόγλου, αφορούν την προστασία συνταγματικών αγαθών, που εντάσσονται στην υπακοή στο Σύνταγμα κατά την έννοια αυτής της διάταξης. Πέραν δε τούτου, η ακαδημαϊκή ελευθερία ως ανεπιφύλακτο θεμελιώδες δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί με βάση την αρχή της ενότητας του Συντάγματος προς χάρη συνταγματικών δικαιωμάτων τρίτων και άλλων συνταγματικών αγαθών όταν η άσκησή της συγκρούεται με αυτά πάντοτε κατόπιν στάθμισης των αντικρουομένων συνταγματικών αγαθών και με τήρηση της αρχής της αναλογικότητας – έτσι Χ. Τσιλιώτης, όπ. παρ. (υποσημ. 6).

[15] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430, ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14.

[16] ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21.

[17] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430.

[18] Βλ. Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 46-47.

[19] Βλ. Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, ibidem, σελ. 47.

[20] Βλ. Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 7 επ., Κ. Χρυσόγονος, Το Σύνταγμα και ο Νόμος 4009/2011 για την δομή και λειτουργία των ΑΕΙ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011, σελ., 5, Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 941, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 383. Χ. Τσιλιώτης, όπ. παρ. (υποσημ. 6).

[21] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 982/2012, σκ. 15 ΝοΒ 2012, σελ. 736, ΣτΕ Ολ 41/2013, σκ. 9 ΔιΔικ 2013, σελ. 659, ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21, ΣτΕ 4009/2000 (Τμήμα Γ΄-επταμ.), σκ. 6. Πρβλ. και τις αναφορές στην νομολογία του ΣτΕ στην υποσημ. 7 και στην θεωρία στην υποσημ. 20.

[22] Ο κανόνας στην γενική θεωρία προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι ότι το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, τα λοιπά ΝΠΔΔ αλλά και ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν είναι υποκείμενα (φορείς) των θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά αποδέκτες τους – πρβλ. μεταξύ άλλων Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 144 επ., Τ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 113-114, Σ. Βλαχόπουλος, Γενική Θεωρία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, σε: του ιδίου, Θεμελιώδη Δικαιώματα, 2η Έκδοση, Αθήνα 2022, αρ. περ. 20. Συνεπώς δεν μπορεί στο ίδιο πρόσωπο να συνυπάρχουν οι ιδιότητες του υποκειμένου και του αποδέκτη ενός θεμελιώδους δικαιώματος. Μία από τις εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα αποτελεί η ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ τα οποία μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα αυτά έναντι των λοιπών κρατικών εξουσιών και κυρίως έναντι του νομοθέτη. Πρβλ. από την συνταγματική νομολογία στην Γερμανία BVerfGE τόμ. 15, σελ. 256 επ., 262 (Universitäre Selbstverwaltung) όπου το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δέχεται πολύ εύστοχα ότι «[i]n der Regel können zwar weder der Staat noch seine Einrichtungen Grundrechte als subjektive öffentliche Rechte in Anspruch nehmen, insofern sie nicht gleichzeitig Träger und Adressat von Grundrechten sein können. Dieser Grundsatz gilt jedoch dann nicht, wenn Einrichtungen des Staates Grundrechte in einem Bereich verteidigen, in dem sie vom Staat unabhängig sind. Das ist insbesondere bei den deutschen Universitäten der Fall, die zwar in der Regel vom Staat gegründet sind und auch von ihm unterhalten werden, aber in Wissenschaft, Forschung und Lehre frei sind.. (σε μετάφραση: «Κατά κανόνα δεν μπορούν όύτε το Κράτος ούτε οι βραχίονές του να επικαλούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα ως υποκειμενικά δημόσια δικαιώματα, εφόσον δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα φορείς και αποδέκτες των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτή η αρχή, όμως, δεν ισχύει, όταν κρατικά ιδρύματα υπερασπίζονται θεμελιώδη δικαιώματα σε μία περιοχή στην οποία είναι ανεξάρτητα από το Κράτος. Αυτή είναι η περίπτωση ιδιαίτερα με τα γερμανικά Πανεπιστήμια, τα οποία ναι μεν κατά κανόνα έχουν ιδρυθεί και χρηματοδοτούνται από το Κράτος, αλλά σε ό,τι αφορά την επιστήμη, την έρευνα και την διδασκαλία είναι ελεύθερα» (σ.σ. από αυτό). Πρβλ. επίσης, στην ελληνική συνταγματική τάξη για την κατ’ εξαίρεση θεμελιοδικαιική ικανότητα των ΑΕΙ ως ΝΠΔΔ όσον αφορά το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ ως θεμελιώδες υποκειμενικό δικαίωμα Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ., αρ. περ. 146, 941, Τ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, όπ. παρ., σελ. 114, Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. αρ. περ. 20, Χ. Τσιλιώτης, όπ. παρ. (υποσημ. 6).

[23] Πρβλ. και ΣτΕ Ολ. 1817/1983, ΣτΕ Ολ 1245/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430 ΣτΕ 1803/2019.

[24] Βλ. Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 36, Π. Μαντζούφας, Η ακαδημαϊκή ελευθερία, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σελ. 231, Κ. Χρυσόγονος, Το Σύνταγμα και ο Νόμος 4009/2011 για την δομή και λειτουργία των ΑΕΙ, όπ. παρ. (υποσημ. 20), σελ. 5.

[25] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984, ΝοΒ 1984, σελ. 1430, ΣτΕ Ολ 1013/2013, ΣτΕ Ολ 519/2025, σκ. 14, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21.

[26] Βλ. ΣτΕ Ολ 982/2012, σκ. 15 ΝοΒ ΝοΒ 2012, σελ. 736, ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14, ΣτΕ Ολ 2086/2022, σκ. 21.

[27] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984, ΝοΒ 1984, σελ. 1430.

[28] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984, ΝοΒ 1984, σελ. 1430, ΣτΕ Ολ 982/2012 σκ. 15 ΝοΒ 2012, σελ. 736, ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 21, ΣτΕ 32/1990 (Γ΄ Τμήμα), ΣτΕ 32/2009 (Γ΄ Τμήμα-7μελής).

[29] Βλ. ΣτΕ Ολ 519/2015, σκ. 14, ΣτΕ 2046/2022, σκ. 21, ΣτΕ 3010/2000 (Γ΄ Τμήμα), ΣτΕ 1431/2005 (Γ΄ Τμήμα), ΣτΕ 1803/2019 (Γ΄ Τμήμα).

[30] Βλ. Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 949 επ., Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 385-386 και από την νομολογία τις αναφορές στις αμέσως ανωτέρω υποσημειώσεις.

[31] Πρβλ. επίσης και από την θεωρία Π. Μαντζούφας, όπ. παρ. (υποσημ. 24), σελ. 231, Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 46 επ., Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ.

[32] Έτσι έγινε δεκτό ότι η πρόσληψη δικηγόρου ΑΕΙ με πάγια αντιμισθία για την στελέχωση της νομικής του υπηρεσίας, ο οποίος δεν ανήκει στο διοικητικό προσωπικό δεν ανήκει στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ και κατά συνέπεια η εφαρμογή του άρθρου 11 Ν. 1649/1986 που προβλέπει την πρόσληψη με ειδική διοικητική διαδικασία πρόσληψης από πενταμελές όργανο στο οποίο συμμετέχει μόνο ένα μέλος προερχόμενο από το ΑΕΙ δεν παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο – πρβλ. ΣτΕ 1803/2019. Πρβλ. περαιτέρω από την θεωρία εκτενώς Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 949 επ.

[33] Πρβλ. τις αναφορές στην υποσημ. 20.

[34] Πρβλ. τις αναφορές στην υποσημ. 6.

[35] Βλ. Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο, Β΄ Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 189 (με περαιτέρω παραπομπές στην υποσημ. 678 – εκεί).

[36] Βλ. Α. Τάχος, Δίκαιο της Δημόσιας Τάξης, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 16.

[37] Βλ. Ζ. Παπαϊωάννου, όπ. παρ. (υποσημ. 35), σελ. 259.

[38] Το αυτό ισχύει και για την τριάδα των περιορισμών του άρθρου 5 παρ. 1, ιδιαίτερα για τα χρηστά ήθη, καθότι Σύνταγμα και δικαιώματα των άλλων, στο μέτρο που αυτά είναι συνταγματικά δικαιώματα, αποτελούν λόγους περιορισμού κάθε θεμελιώδους δικαιώματος με βάση την αρχή της ενότητας του Συντάγματος και την θεωρία των ενδογενών περιορισμών όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Contra Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 39-40 ειδικότερα για τα δικαιώματα του άρθρου 16 παρ. 1 Σ και γενικά για όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα Π. Παραράς, Οικονομική Ελευθερία Άρθρο 5 παρ. 1 Σ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2019, σελ. 434.

[39] Πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 2194/2014, ΣτΕ Ολ 16/2015, ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 22, ΣτΕ 1879/2012 (Τμήμα Δ΄), ΣτΕ 701/2015 (Τμήμα Δ΄).

[40] ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 22 με περαιτέρω παραπομπές στην δική του νομολογία.

[41] Με παραπομπή στα πρακτικά συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975 της Ολομέλειας της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής και κυρίως τις τοποθετήσεις του Υπουργού Παιδείας Π. Ζέπου σελ. 505, 509 και του Κ. Τσάτσου σελ. 506.

[42] ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 22.

[43] Contra Α. Μάνεσης, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 41, με την παράθεση όμως του εκ της ιστορικής ερμηνείας αντίθετου επιχειρήματος στην υποσημ. 63 (εκεί), Ε. Βενιζέλος, Ο «νόμος-πλαίσιο» για τα Α.Ε.Ι. Ο κοινός νομοθέτης και το άρθρο 16 του Συντάγματος, σε: Μελέτες συνταγματικού δικαίου: 1980-1987, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 293 Δ. Τσάτσος, Το πανεπιστημιακό άσυλο, σε: Η ελληνική πολιτεία 1974-1997, Αθήνα 1998, σ. 460 επ., Κ. Χρυσόγονος, Το Σύνταγμα και ο Νόμος 4009/2011 για την δομή και λειτουργία των ΑΕΙ, όπ. παρ. (υποσημ. 20), σελ. 8 επ., Α. Μανιτάκης, Ερμηνεία του Συντάγματος και λειτουργία του πολιτεύματος, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σελ. 175-179 με τις επισημάνσεις ότι «[τ]ο πανεπιστημιακό άσυλο, αν και δεν είναι ρητά συνταγματικά κατοχυρωμένο, διαθέτει ωστόσο συνταγματική ισχύ ως άγραφος, αυτόνομος αν και παραπληρωματικός, κανόνας του πραγματικού Συντάγματος, που έχει προκύψει από μακροχρόνια πρακτική, ανταποκρίνεται σε μια συλλογική συνείδηση της πανεπιστημιακής κοινότητας και συναρτάται λειτουργικά με την προστασία συγκεκριμένης συνταγματικής ελευθερίας, χάριν της οποίας και έχει δημιουργηθεί». Πρβλ. επίσης, ο ίδιος, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σ. 368. Πρβλ., ωστόσο, διαφορετικά Ε. Βενιζέλος, Ακαδημαϊκή ελευθερία χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 7.3.2022, διαθέσιμο σε: Άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου στην «Κ»: Ακαδημαϊκή ελευθερία χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr), Α. Μανιτάκης, Οι ιερόσυλοι του ασύλου και οι μωροί υποστηρικτές τους, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8.3.2021, διαθέσιμο σε: Άρθρο του Αντώνη Μανιτάκη στην «Κ»: Οι ιερόσυλοι του ασύλου και οι μωροί υποστηρικτές τους | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (kathimerini.gr).

[44] ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 24. Ως συνταγματική τάξη εδώ δεν νοείται μόνο η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που θίγεται όταν διαπράττονται ποινικά αδικήματα στον χώρο των Πανεπιστημίων κατά μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και άλλα συνταγματικά αγαθά που προστατεύονται ως θεμελιώδη υποκειμενικά δικαιώματα όπως και το αντικειμενικού δικαίου καθήκον του Κράτους να τα προστατέψει με θετικές πράξεις – πρβλ. υποσημ. 47.

[45] Ibidem.

[46] Μερικά από αυτά περιγράφονται σε Χ. Τσιλιώτης, Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (Ι), σε: SyntagmaWatch.gr 2.2.2021, διαθέσιμο σε: Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (Ι) – Syntagma Watch. Το να αρνείται κάποιος ή να υποβαθμίζει την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών σημαίνει την άρνηση ή υποβάθμιση της ίδιας της πραγματικότητας διαχρονικά σε ορισμένα ΑΕΙ.

[47] Η πλειοψηφία μνημονεύει ρητά την ζωή και την σωματική ακεραιότητα των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας και την περιουσία των ΑΕΙ. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η προσωπική ελευθερία και η προσωπικότητα των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας ή και τρίτων, π.χ. όταν μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας λοιδορούνται, προπηλακίζονται, υβρίζονται ή κατακρατούνται παρανόμως στα γραφεία τους ή στις αίθουσες συνεδριάσεων των πανεπιστημιακών οργάνων ή όταν τα πανεπιστήμια χρησιμοποιούνται ως κατασκευαστήρια αυτοσχεδίων όπλων, παρακαταθήκες απαγορευμένων ουσιών (ναρκωτικών), ορμητήρια για την διάπραξη εγκληματικών ενεργειών ή προκαλύμματα για την εκτόξευση αντικειμένων που συνιστούν όπλα κατά το Ποινικό Δίκαιο (πρβλ. Ν. 2168/1993, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον Ν. 4678/2020), όπως πέτρες, τούβλα, μάρμαρα ή το χειρότερο βόμβες μολότωφ κατά προσώπων.

[48] Από την παράθεση αυτών των απόψεων και στοιχείων κατά την αιτιολογία της απόφασης, η πλειοψηφία φαίνεται να τα υιοθετεί.

[49] Η αποστροφή του διαρκούς δικαστικού ελέγχου της δράσης των ΟΠΠΙ με βάση την αρχή της αναλογικότητας πρέπει να αφορά, εκτός από την διάθεση των ΟΠΠΙ στα Πανεπιστήμια, όπως αναφέρει ρητά η πλειοψηφία – ibidem, σκ. 24 -, και τις περιπτώσεις ελέγχου από τα αρμόδια δικαστικά και διοικητικά όργανα (ποινικά δικαστήρια, πειθαρχικά όργανα, διοικητικά δικαστήρια ουσίας, το ίδιο το ΣτΕ κατά την αναιρετική και ακυρωτική του αρμοδιότητα), όταν εξετάζουν την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των μελών των ΟΠΠΙ ή την αστική ευθύνη του Δημοσίου από φερόμενη παράνομη και ζημιογόνα πράξη των οργάνων τους.

[50] ΣτΕ 2046/2022, σκ. 22.

[51] Βλ. Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 383.

[52] Βλ. Π. Μαντζούφας, όπ. παρ. (υποσημ. 24), σελ. 228 επ.

[53] Βλ. Β. Σκουρής/Ε. Κουτούπα-Ρεγκάκου, όπ. παρ. (υποσημ. 2), σελ. 47.

[54] Πρβλ. τις αναφορές σε προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου στην υποσημείωση 39.

[55] ΣτΕ Ολ 2046/2022, σκ. 22.

[56] Πρβλ. ήδη Ε. Βενιζέλος, Ακαδημαϊκή ελευθερία χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει, όπ. παρ. (υποσημ. 43), Χ. Τσιλιώτης, όπ. παρ. (υποσημ. 6).

[57] Όσα επικαλείται η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4777/2021 καθώς και οι ισχυρισμοί, απόψεις και στοιχεία που παρέθεσε η Διοίκηση στο Δικαστήριο και τα οποία φαίνεται το τελευταίο να υιοθετεί.

[58] ΣτΕ 2046/2022, σκ. 24.

[59] Όπως εκτίθεται στην σκ. 22.

[60] Όπως εκτίθεται στην σκ. 24.

[61] Βλ. ανωτέρω υπό Ι 2.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η άρνηση παραχώρησης αίθουσας από τον Πρόεδρο της Βουλής: Ανάγκη εναρμόνισης της συνεδρίασης Κ.Ο. και της Ολομέλειας ή πολιτική σκοπιμότητα;

Με αφορμή το ζήτημα που ανέκυψε με την παραχώρηση αίθουσας για συνεδρίαση στην Κ.Ο. του ΚΙΝΑΛ, οι Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας και Πάρης Τσούτσης εξετάζουν τον Κανονισμό της Βουλής, τον ρόλο του Προέδρου της, αλλά και τη σημασία του συμβιβασμού τύπου και ουσίας.

Περισσότερα

Παρουσίαση έρευνας κοινής γνώμης και συζήτηση: Στάσεις και αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας για το Σύνταγμα

Με ιδιαίτερη επιτυχία πραγματοποιήθηκε χθες, Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023, η ανοιχτή εκδήλωση παρουσίασης της πρώτης έρευνας κοινής γνώμης για το Σύνταγμα, που διοργάνωσαν το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, σε συνεργασία με το Syntagma Watch, στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.