Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (ΙΙ)

Στο β' μέρος του άρθρου του για το, υπό κοινοβουλευτική συζήτηση, νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης εξετάζει τη συνταγματικότητα των διατάξεων περί φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων από την ΕΛΑΣ, αλλά και την πιθανή αποτελεσματικότητα του εν λόγω μέτρου.

Το ζήτημα (αντι)συνταγματικότητας διατάξεων του σχεδίου νόμου

Οι επίμαχες, κατά τη γνώμη μου, διατάξεις που μπορούν να αμφισβητηθούν ως προς την συνταγματικότητά τους, είναι οι διατάξεις των άρθρων 13[1] και 14 του σχεδίου νόμου, το οποίο τροποποιεί την παρ. 4 του άρθρου 9 Ν. 2734/1999 (Α΄161), προσθέτοντας τελευταίο εδάφιο σε αυτήν[2]. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται η αστυνόμευση των πανεπιστημιακών χώρων – οι οποίοι με παλαιότερες νομοθετικές διατάξεις θεωρούνταν άσυλο – από ειδικό σώμα αστυνομικών υπαλλήλων που θα ανήκουν στην Ελληνική Αστυνομία και δεν θα υπάγονται στην διοίκηση ή τον έλεγχο των οργάνων διοικήσεως των ΑΕΙ. Οι διατάξεις των άρθρων 8-12 του σχεδίου για την πολιτική ασφάλειας και προστασίας των ΑΕΙ που εντάσσονται στο Κεφάλαιο Α΄ του Β΄ Μέρους αυτού, δεν παρουσιάζουν προβλήματα αντισυνταγματικότητας. Η πολιτική διαφωνία ως προς την σκοπιμότητά τους ή ενδεχόμενες νομοτεχνικές ατέλειες εκφεύγουν του παρόντος άρθρου.

Μέτρο κρίσης συνταγματικότητας των ως άνω διατάξεων είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία και το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 16 παρ. 1 και 5 Σ καθώς και γενικές αρχές της θεωρίας και δογματικής της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η αρχή της αναλογικότητας και το κρατικό καθήκον προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων όταν η άσκησή τους διακινδυνεύεται, παρεμποδίζεται ή ακόμα και παραβιάζεται από παρεμβάσεις τρίτων κυρίως ιδιωτών.

Έννοια, νομική φύση και περιεχόμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας κατά το άρθρο 16 παρ. 1 Σ

Η ακαδημαϊκή ελευθερία αποτελεί την ειδικότερη έκφανση των επιμέρους θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας της έρευνας, της επιστήμης και της διδασκαλίας, που κατοχυρώνονται στο άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α΄ Σ, στα ΑΕΙ[3]. Ρητή μνεία της γίνεται στο εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 16 Σ, όπου και τίθεται ως ενδογενές όριό της το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα. Η γραμματική αναφορά της ακαδημαϊκής ελευθερίας μαζί με την ελευθερία της διδασκαλίας στο εδ. β΄ της διάταξης αυτής υπονοεί αντιδιαστολή των δύο, υπό την έννοια ότι είναι διαφορετικά αγαθά, ορθότερη, όμως, είναι η άποψη ότι η δεύτερη μαζί με τις άλλες επιμέρους ελευθερίες που μνημονεύονται στο εδ. α΄ αποτελεί μέρος της πρώτης εντός των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Οι ελευθερίες αυτές κατοχυρώνονται μεν ανεπιφύλακτα, δηλ. χωρίς την υπαγωγή τους στη (γενική ή ειδική) επιφύλαξη του νόμου, ορθότερο πάντως είναι να θεωρηθεί ότι, όπως και με όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται ανεπιφύλακτα ή με ειδική επιφύλαξη του νόμου, η άσκησή τους ενόψει και της αρχής της ενότητας του Συντάγματος[4] και της ισότιμης τυπικής ισχύος των συνταγματικών διατάξεων[5] και αυτών που προστατεύουν θεμελιώδη δικαιώματα[6], μπορεί να περιοριστεί με νόμο, τυπικό ή κατ’ εξουσιοδότηση αυτού σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 43 παρ. 2 Σ με κανονιστικό διάταγμα ή απόφαση, για την προστασία συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων ή άλλων συνταγματικών αγαθών όταν αυτά συγκρούονται με τις ελευθερίες του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α ΄ Σ και την ακαδημαϊκή ελευθερία του εδ. β΄ της αυτής διάταξης[7]. Άλλωστε, μπορεί να υπάρχουν θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται ανεπιφύλακτα (πρβλ. και άρθρο 24 παρ. 1 Σ), κανένα, όμως, με βάση τα ανωτέρω δεν προστατεύεται απεριόριστα.

Έννοια, νομική φύση και περιεχόμενο αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ κατά το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ

Επανερχόμαστε τώρα στο αρχικό ερώτημα: Εντάσσεται η αστυνόμευση και η φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων στην έννοια της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ υπό τους ορισμούς της ως άνω συνταγματικής διάταξης; Θίγονται με μία τέτοια πρόβλεψη τόσο το αυτοδιοίκητο όσο και η ακαδημαϊκή ελευθερία ως συνταγματικά αγαθά; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να εξετάσουμε τη νομική φύση και το πεδίο προστασίας της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ και της σχέσης της με την ακαδημαϊκή ελευθερία της παρ. 1 του ιδίου άρθρου.

Το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων κατοχυρώνεται ρητά στην παρ. 5 εδ. α΄ του άρθρου 16 Σ, το οποίο αφενός ορίζει την συγκρότηση των ΑΕΙ υπό την μορφή ΝΠΔΔ αφετέρου επιτάσσει την αυτοδιοίκησή τους και μάλιστα υπό πλήρη μορφή όπως αναφέρει[8]. Η νομική φύση του αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ είναι διφυής[9] και έγκειται στο ότι αφενός μεν αποτελεί εγγύηση θεσμού (Institutsgarantie) ή θεσμική εγγύηση (institutionelle Garantie) και μάλιστα παρέχοντας υποχρεωτικά στα ΑΕΙ νομική προσωπικότητα του Δημοσίου Δικαίου, αλλά και, κατ’ εξαίρεση για ΝΠΔΔ, την κατοχύρωση ενός θεμελιώδους υποκειμενικού δικαιώματος[10], το οποίο αποσκοπεί στην πληρέστερη εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας[11]. Πάντως αυτοδιοίκητο δεν σημαίνει αυτονομία, δηλ. την αυτοδύναμη θέσπιση κανόνων δικαίου, πλην της εξαιρέσεως της κανονιστικής δράσης της διοικήσεως κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ Σ και στο μέτρο της εξουσιοδότησης που παρέχει ο τυπικός νομοθέτης, ενώ τα ΑΕΙ σύμφωνα με το εδ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 16 Σ τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, η οποία σε ό,τι αφορά το αυτοδιοίκητο περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων του πανεπιστημιακών οργάνων από τον αρμόδιο Υπουργό[12].

Γίνεται ειδικότερα δεκτό ότι με τις πιο πάνω παρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις, κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια, που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοικήσεως αλλά και του κοινού νομοθέτη κατά την από αυτόν ρύθμιση των σχετικών θεμάτων[13].

Εξάλλου, η αρχή της πλήρους αυτοδιοικήσεως των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους με δικά τους αποκλειστικά όργανα (ατομικά ή συλλογικά) οριζόμενα μεν από τον κοινό νομοθέτη, απαρτιζόμενα όμως, οπωσδήποτε, από πρόσωπα, τα οποία είναι επιφορτισμένα ή μετέχουν, κατά τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, στην πραγματοποίηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής αποστολής τους, της κρατικής εποπτείας περιοριζόμενης μόνο σε έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των οργάνων αυτών[14]. Επίσης, στην έννοια του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ εμπίπτει και η εξουσία επιλογής δια των ιδίων τους οργάνων του διδακτικού – κύριου και βοηθητικού – και του διοικητικού προσωπικού τους[15], η οικονομική αυτοτέλεια, δηλ. η ικανότητα διοίκησης και διαχείρισης της ίδιας περιουσίας με ίδια μέσα και η ικανότητα σύνταξης ιδίου προϋπολογισμού και η κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών[16].

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι κατά το ΣτΕ οι ίδιες υποθέσεις που εντάσσονται στο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο σχετίζονται με θέματα επιστήμης, έρευνας, διδασκαλίας, οικονομικής διαχείρισης και διοικητικού προσωπικού, θέματα δηλ. αμιγώς ακαδημαϊκά, οικονομικά και διοικητικά, ενώ δεν εμπίπτει κάθε θέμα των ΑΕΙ που δεν σχετίζεται με τα παραπάνω στο αυτοδιοίκητο[17].

Ανήκει στο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο το πανεπιστημιακό άσυλο και η αρμοδιότητα φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων;

Στα παραπάνω κατά μία άποψη εντάσσεται και το πανεπιστημιακό άσυλο έναντι της αστυνομικής εξουσίας, δηλ. η απαγόρευση εισόδου και παρέμβασης στους πανεπιστημιακούς χώρους των οργάνων της αστυνομικής διοίκησης, χωρίς την έγκριση των οργάνων διοίκησης του πανεπιστημίου, ούτως ώστε αυτό στο πλαίσιο του πανεπιστημιακού αυτοδιοίκητου, ακόμα και μέσω της ακαδημαϊκής ελευθερίας, να αποκτά συνταγματική προστασία[18]. Η άποψη αυτή κατά την γνώμη μου είναι μη πειστική συνταγματικά για τους κάτωθι λόγους:

Πρώτον, αντίκειται στην ιστορική ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 5 Σ, εφόσον πρόταση Βουλευτών της Αντιπολίτευσης στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή να κατοχυρωθεί συνταγματικά το πανεπιστημιακό άσυλο στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ απορρίφθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία διά του τότε Υπουργού Παιδείας Καθηγητή Νομικής και μετέπειτα Ακαδημαϊκού, Παναγιώτη Ζέπου[19].

Δεύτερον, η ίδια άποψη προβλέπει εξαιρέσεις αυτεπάγγελτης παρέμβασης για ορισμένα ποινικά αδικήματα, δεν ομονοούν όμως αυτοί που την υποστηρίζουν για ποια από αυτά. Κατά μία άποψη το άσυλο δεν ισχύει για αυτόφωρα κακουργήματα, κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας[20]. Κατά άλλη άποψη πιο διευρυμένη και υπό το βάρος των εν τω μεταξύ νομοθετικών παρεμβάσεων που άμβλυναν το άσυλο, το τελευταίο δεν ισχύει για όλα τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα[21]. Ποιος καθορίζει όμως τις εξαιρέσεις; Μπορεί το Σύνταγμα να καθορίζει τις εξαιρέσεις του πανεπιστημιακού ασύλου, εάν το κατοχυρώνει, ή το θέμα αυτό το αφήνει στον κοινό νομοθέτη ή την θεωρία ή τον εφαρμοστή του Δικαίου δικαστή; Κι αν όντως είναι δουλειά του κοινού νομοθέτη, της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου ή του εφαρμοστή του Δικαίου δικαστή να το πράξει με ποια κριτήρια περιορίζει το βεληνεκές των εγκλημάτων, η διάπραξη των οποίων επιτρέπει στην Αστυνομία την αυτεπάγγελτη παρέμβαση; Γιατί όμως μόνο για τα παραπάνω κακουργήματα; Γιατί όχι και γι αυτά που στρέφονται κατά της πολιτειακής εξουσίας, της περιουσίας ή της γενετήσιας αξιοπρέπειας ή που προβλέπονται στον νόμο περί ναρκωτικών και για σειρά άλλων κακουργημάτων που προστατεύουν συνταγματικά αγαθά, όπως η προσωπικότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια; Γιατί μόνο για κακουργήματα και όχι για πλημμελήματα; Δεν υπάρχουν διατάξεις που καθιστούν εγκληματικές πράξεις πλημμελήματα με σκοπό την προστασία συνταγματικών αγαθών, όπως η σωματική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η προστασία της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας; Με την λογική αυτή, οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 Ν. 4009/2011 και 64 παρ. 3 4623/2019, που τροποποίησε το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4485/2017,  που επιτρέπουν την παρέμβαση της Αστυνομίας και χωρίς την έγκριση των πανεπιστημιακών οργάνων για κάθε ποινικό αδίκημα θα πρέπει να θεωρηθούν αντισυνταγματικές. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις απόψεις ορισμένων που υπερθεματίζουν υπέρ της συνταγματικότητας και λειτουργικότητας του Ν. 4009/2011 αλλά θεωρούν ότι το άρθρο 13 του σχεδίου νόμου παραβιάζει το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων ως παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου. Δυοίν θάτερον, ή το άρθρο 16 παρ. 5 Σ και το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ που αυτό κατοχυρώνει περιέχει το πανεπιστημιακό άσυλο, οπότε και ο Ν. 4009/2011 είναι αντισυνταγματικός, ή ο Ν. 4009/2011 που καταργεί το άσυλο έναντι της Αστυνομίας όταν συντελούνται ποινικά αδικήματα είναι συνταγματικός, οπότε στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ δεν περιλαμβάνεται και το πανεπιστημιακό άσυλο, κατά συνέπεια και η νέα ρύθμιση είναι συνταγματική, ανεξάρτητα του εάν είναι πολιτικά σκόπιμη ή δόκιμη ή έχει νομοτεχνικές ατέλειες.

Τρίτον, η συνταγματική κατοχύρωση του πανεπιστημιακού ασύλου δεν περιέχεται στον ορισμό του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ, όπως αυτός προκύπτει από την νομολογία του ΣτΕ. Ναι μεν το ΣτΕ δεν είχε την ευκαιρία να κρίνει ad hoc το θέμα αυτό, όμως από τον ευρύ πλην όμως περιοριστικό ορισμό, που έχει δώσει, θα μπορούσε να εντάξει και το θέμα της αστυνόμευσης ή φύλαξης των ΑΕΙ για την αποτροπή ή τον κολασμό εγκληματικών πράξεων. Όμως είναι σαφές όχι μόνο κάτι τέτοιο το απέφυγε και νομίζω όχι τυχαία ή ασυνείδητα, αλλά τόνισε πως υπάρχουν ζητήματα που αφορούν μεν την λειτουργία των ΑΕΙ αλλά δεν εντάσσονται στο αυτοδιοίκητο[22].

Τέταρτον, και πέρα από την νομολογία του ΣτΕ, που επαναλαμβάνω δεν είναι τυχαία, ex natura rei δεν μπορεί να αποτελεί αρμοδιότητα των οργάνων διοίκησης του Πανεπιστημίου ή του «ρωμαλέου φοιτητικού κινήματος» η αποτροπή εγκληματικών πράξεων εκ μέρους μειοψηφικών πλην, όμως, οργανωμένων και βίαιων ομάδων πανεπιστημιακών ή/και (κυρίως) εξωπανεπιστημιακών και η άσκηση αρμοδιοτήτων που από τον νόμο και ιδιαίτερα τον ΚΠΔ είναι ανατεθειμένες στην αστυνομική και εισαγγελική αρχή. Η αρμοδιότητα αυτή και το καθήκον ανήκει αφενός στην Ελληνική Αστυνομία ως κατά νόμον αρμόδια υπηρεσία στο πλαίσιο του κρατικού μονοπωλίου του καταναγκασμού, τηρουμένων των δικαιοκρατικών αρχών της νομιμότητας και αναλογικότητας και αφετέρου στην εισαγγελική αρχή ως κατά νόμον αρμόδια για την εντολή διεξαγωγής προανάκρισης ή άσκησης ποινικής δίωξης[23]. Και βέβαια δεν είναι ευχάριστος ο κρατικός καταναγκασμός στα Πανεπιστήμια και δεν αποτελεί το όνειρο κανενός, αλλά είναι πολύ πιο δυσάρεστη η χρήση ή απειλή χρήσης βίας και η διάπραξη συρροής εγκληματικών πράξεων και μάλιστα για μερικά εξ αυτών κακουργηματικού χαρακτήρα εκ μέρους των ως άνω στα θλιβερά έως αποτρόπαια φαινόμενα που περιγράφηκαν στο πρώτο μέρος του άρθρου, τα οποία δεν χρειάζεται να επαναληφθούν εδώ, καθιστώντας αναγκαία την κρατική παρέμβαση για την αποκατάσταση της νομιμότητας.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στο πεδίο προστασίας του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ κατά το άρθρο 16 παρ. 5 Σ δεν περιλαμβάνονται και οι αρμοδιότητες φύλαξής των, κατά συνέπεια η σύσταση των ΟΠΠΙ από άνδρες της ΕΛΑΣ, που δεν θα υπάγονται στα όργανα διοίκησης των Πανεπιστημίων αλλά στην ιεραρχία της ΕΛΑΣ και σύμφωνα με τους κανονισμούς και τις διαταγές της δεν παραβιάζει το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 παρ. 5 Σ, με την προϋπόθεση ότι σκοπός και αποστολή τους αποτελεί αυστηρά η αποτροπή ή πάταξη εγκληματικών πράξεων και όχι πράξεων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας που αποτελούν απλά πειθαρχικά αδικήματα ή η παρέμβασή της σε θέματα ακαδημαϊκής ελευθερίας και αυτοδιοίκητου του Πανεπιστημίου, όπως αυτό καθορίσθηκε ερμηνευτικά κατωτέρω. Υπ’ αυτή την έννοια δεν θίγεται και η ακαδημαϊκή ελευθερία του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. β΄ Σ, εφόσον οι ΟΠΠΙ δεν έχουν αρμοδιότητα και δεν θα παρεμβαίνουν σε θέματα επιστήμης, έρευνας ή διδασκαλίας, κάτι που a priori δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αρμοδιότητα ή καθήκον τους. Άλλωστε καθ’ όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν εθίγη ούτε κινδύνευσε από την παράνομη ή αχρείαστη παρέμβαση της αστυνομικής δύναμης, τουναντίον παραβιάσθηκε κατ’ επανάληψη κατά τα προαναφερθέντα φαινόμενα βίας, ανομίας και παραβατικότητας από τρίτους (ιδιώτες) και η, για νομικούς ή πολιτικούς λόγους, αδυναμία της αστυνομικής δύναμης να παρέμβει, δεν απέτρεψε τα φαινόμενα παραβίασής της[24].

Επικουρική άποψη: Μπορεί να περιοριστεί το αυτοδιοίκητο νομοθετικά, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι σε αυτό ανήκει και η φύλαξη των πανεπιστημίων;

Οφείλει κάποιος να παραδεχθεί ότι και η αντίθετη άποψη όσον αφορά το αυτοδιοίκητο έχει επιχειρήματα υπέρ της, αν και, κατά την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, ασθενή. Είτε γιατί θα θεωρηθεί ότι στο αυτοδιοίκητο εντάσσεται και το πανεπιστημιακό άσυλο, σε αντίθεση προς την ιστορική ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 5 Σ, είτε γιατί και η αστυνόμευση και αποτροπή εγκληματικών πράξεων εντός των πανεπιστημιακών χώρων θεωρηθεί ότι αποτελεί διοικητική αρμοδιότητα ανήκουσα στις ίδιες υποθέσεις των ΑΕΙ και κατά συνέπεια στο αυτοδιοίκητο όπως το καθορίζει το Σύνταγμα.

Έγινε λόγος ανωτέρω ότι το πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο εκτός από θεσμική εγγύηση αποτελεί και υποκειμενικό θεμελιώδες δικαίωμα κατά το άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ. Το δικαίωμα αυτό είναι καταρχάς αμυντικό δικαίωμα, που ιδρύει αγώγιμη αξίωση των ΑΕΙ, λειτουργούντων υπό την οργανωτική μορφή ΝΠΔΔ, έναντι του Κράτους, πρωτίστως του νομοθέτη αλλά και των οργάνων των λοιπών εξουσιών. Ο συνταγματικός νομοθέτης σχετικοποιεί, όμως, τόσο το δικαίωμα όσο και την θεσμική εγγύηση, υπάγοντας το αυτοδιοίκητο στην εποπτεία του Κράτους και την λειτουργία τους σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους, οι οποίοι όμως με την σειρά τους πρέπει να μην θίγουν το αυτοδιοίκητο κατά τα ανωτέρω. Από την ερμηνεία που έχει δώσει το ΣτΕ στο πλέγμα των ορισμών του άρθρου 16 παρ. 5 Σ συνάγεται ότι υπάρχει μία καταρχήν αλληλεπίδραση (Wechselwirkung) μεταξύ αυτοδιοίκητου και εποπτείας του Κράτους υπό το καθεστώς μίας ιδιότυπης ειδικής (και πολύ περιορισμένης) επιφύλαξης του νόμου. Το ζήτημα είναι εάν η παρουσία της αστυνομίας στα ΑΕΙ για λόγους καθαρά αστυνόμευσης και αποτροπής ή κολασμού εγκληματικών πράξεων εντάσσεται στην εποπτεία του Κράτους επί του αυτοδιοίκητου. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Η εποπτεία αποτελεί έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των πανεπιστημιακών οργάνων. Μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου να αποτελεί έλεγχο νομιμότητας των παραλείψεών τους να αποτρέψουν ή και να συμβάλουν στον κολασμό εγκληματικών πράξεων ως οφείλουν; Δεν αρκεί η ποινική και πειθαρχική τους ευθύνη και η ευθύνη τους ως δημοσίων υπολόγων; Βέβαια ουδέποτε προέκυψε ποινική ή πειθαρχική ευθύνη διοικούντων τα ΑΕΙ, ούτε επιβλήθηκε δημοσιονομικός καταλογισμός εις βάρος τους γιατί δεν επέτρεψαν ή δεν προκάλεσαν την είσοδο της αστυνομίας προς αποτροπή ή κολασμό εγκληματικών ενεργειών ή πράξεων που συνιστούσαν παραβίαση της αρχής της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την πρόκληση ζημιών εις βάρος της περιουσίας του ΑΕΙ, ενώ όσοι ελάχιστοι το έκαναν λοιδορήθηκαν[25]. Πάρα πολλοί δε, που αποφεύγουν να πράξουν το υπηρεσιακό τους καθήκον και να προστατέψουν ακαδημαϊκά αγαθά, ή και αγαθά της κοινής έννομης τάξης, όπως η σωματική ακεραιότητα, η προσωπική ελευθερία, η δημόσια περιουσία, η προσωπικότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, φοβούνται ότι εάν το κάνουν ή θα λοιδορηθούν και προπηλακιστούν (στην καλύτερη περίπτωση), ή θα κινδυνεύσει η ζωή ή η σωματική τους ακεραιότητα, η προσωπική τους ελευθερία και η αξιοπρέπειά τους (στην χειρότερη περίπτωση). Παρ’ όλα αυτά πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παρουσία της αστυνομικής δύναμης εντός των ΑΕΙ διά των ΟΠΠΙ υπερβαίνει την απλή εποπτεία του Κράτους επί του αυτοδιοικήτου, εάν βέβαια θεωρηθεί ότι η αστυνόμευση των Πανεπιστημίων εντάσσεται στο αυτοδιοίκητο, όπως μία άποψη θεωρεί[26].

Η παρέμβαση του νομοθέτη στο αυτοδιοίκητο σε αυτή την περίπτωση μπορεί να δικαιολογηθεί εξ άλλης επόψεως και δη του κρατικού καθήκοντος να προστατέψει τα θεμελιώδη δικαιώματα όταν η άσκησή τους παρεμποδίζεται, διακινδυνεύεται ή παραβιάζεται εκ μέρους τρίτων. Όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχουν θεμελιώδη δικαιώματα απεριόριστα, ακόμα κι αν προστατεύονται ανεπιφύλακτα ή με ειδική επιφύλαξη του νόμου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι περιορισμοί εν γένει ή κατά το μέτρο που αυτοί υπερβαίνουν το πεδίο εφαρμογής της ειδικής επιφύλαξης του νόμου δικαιολογούνται για την προστασία άλλων συνταγματικών αγαθών, κυρίως δε θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων[27], τοσούτω μάλλον όταν τα τελευταία διακινδυνεύονται κλπ.. Στην περίπτωση αυτή, η παρέμβαση του νομοθέτη δεν είναι μόνο συνταγματικά επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη[28]. Άλλωστε, με την ανάπτυξη της θεωρίας της λεγόμενης «τριτενέργειας» δηλ. της ισχύος ή επίδρασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, την οποία υιοθέτησε και το Σύνταγμά μας expressis verbis με την αναθεώρηση του 2001 στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ΄ Σ, γίνεται δεκτό ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν κινδυνεύουν μόνο από το κράτος ή τους βραχίονές του, οι οποίοι παρεμβαίνουν στην άσκησή τους, αλλά και από ιδιωτικούς φορείς[29], όχι απαραίτητα φορείς ιδιωτικής εξουσίας, οπότε και απευθύνονται έναντι των ιδιωτών. Στην περίπτωση αυτή, που ο κοινός νομοθέτης και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικώς δρώσα διοίκηση σε μία σύγκρουση θεμελιωδών δικαιωμάτων υλοποιούν το καθήκον προστασίας των δικαιωμάτων, θα πρέπει να τηρούν τόσο την αρχή της αναλογικότητας ως απαγόρευση υπερβολικής δράσης της κρατικής εξουσίας (Übermassverbot) στην άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος που περιορίζεται, όσο και την αντίστροφη αναλογικότητα, ως απαγόρευση μειωμένης προστασίας του διακινδυνευομένου από παρεμβάσεις τρίτων (ιδιωτών) συνταγματικού αγαθού (Untermassverbot), που χρήζει προστασίας. Στην τελευταία περίπτωση, το κρατικό όργανο έχει υποχρέωση να προβεί σε θετική πράξη (status positivus), όχι υπό την έννοια κοινωνικού δικαιώματος που ικανοποιείται με υλική παροχή (όπως π.χ. στην περίπτωση της δωρεάν παροχής εκπαίδευσης κατ’ άρθρο 16 παρ. 4 Σ), αλλά πράξη (νομική ή υλική) που θα συνιστά παρέμβαση στην άσκηση του με το προστατευόμενο συνταγματικό αγαθό συγκρουομένου θεμελιώδους δικαιώματος, το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ εν προκειμένω. Την ισορροπία μεταξύ των δύο πρέπει να διασφαλίσει ο νομοθέτης[30].

Η πράξη έδειξε ότι τα τελευταία τουλάχιστον 40 χρόνια ενώ ο νομοθέτης φρόντισε να εξασφαλίσει το αυτοδιοίκητο από παρεμβάσεις της αστυνομικής εξουσίας μέχρι βαθμού υπερβολής, δεν φρόντισε ή δεν φρόντισε επαρκώς να εξασφαλίσει την προστασία των προαναφερθέντων συνταγματικών αγαθών πρωτίστως της ακαδημαϊκής ελευθερίας διδασκόντων και διδασκομένων από εξωθεσμικές και εγκληματικές ενέργειες τρίτων. Κι όταν το έπραξε με τρεις νόμους, τους Ν. 3549/2007, 4009/2011 και Ν. 4623/2019 με εισηγήτριες (κατά σύμπτωση;) τρεις γυναίκες Υπουργούς Παιδείας και Θρησκευμάτων (Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Κεραμέως αντίστοιχα), οι εφαρμοστές αυτών των νόμων, τα όργανα διοίκησης ορισμένων ΑΕΙ, τα οποία ως όργανα ΝΠΔΔ δεσμεύονται επίσης από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (πρβλ. άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ Σ)[31] και πρώτα απ’ όλα της ακαδημαϊκής ελευθερίας διδασκόντων και διδασκομένων ως εκ του νόμου και όχι μόνο εκ του Συντάγματος υπόχρεοι, είτε από ιδεοληψία, είτε από απροθυμία, είτε από αβελτηρία είτε (κυρίως) από φόβο δεν τους εφάρμοσαν, όταν βέβαια οι συνθήκες το επέβαλαν. Κατά συνέπεια νομοθέτης και όργανα διοίκησης ορισμένων ΑΕΙ παραβίασαν το εκ του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ καθήκον τους να προστατέψουν τα δικαιώματα αυτά που συνιστούν συνταγματικά αγαθά και αγαθά προστατευόμενα από την ΕΣΔΑ.

Αυτή ακριβώς η εκ μέρους των πανεπιστημιακών αρχών και για δεκαετίες αδυναμία για οποιονδήποτε λόγο, ή κίνητρο προστασίας των ως άνω συνταγματικών αγαθών και κυρίως της ακαδημαϊκής ελευθερίας από αποκρουστικά και αποτρόπαια φαινόμενα παραβίασής των, δικαιολογεί εξ επόψεως της αρχής της αναλογικότητας ως αρχής της καταλληλότητας, αναγκαιότητας και αναλογικότητας εν στενή εννοία μεταξύ επιδιωκομένου σκοπού και χρησιμοποιουμένου μέσου, τον περιορισμό στο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ με το άρθρο 13 του σχεδίου νόμου, εάν ήθελε βέβαια γίνει δεκτό, κατ’ αντίθεση προς την εδώ κύρια υποστηριζόμενη άποψη, ότι στο αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου εμπίπτει και η φύλαξη των χώρων του. Η καλόπιστα προταθείσα από πολλούς, κυρίως μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, που αναγνωρίζουν το πρόβλημα της βίας στα Πανεπιστήμια, λύση της ανάθεσης της πανεπιστημιακής φύλαξης σε ιδιωτική εταιρία φύλαξης υπό την διοίκηση των πανεπιστημιακών οργάνων αλλά φυσικά με δαπάνη από τον κρατικό προϋπολογισμό[32] κρίνεται κατά τη γνώμη μου ανεπαρκής και εν τέλει αναποτελεσματική και μη συνάδουσα με την αρχή της αντίστροφης αναλογικότητας όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, καθότι και το ίδιο δαπανηρή θα είναι με την εισηγούμενη από την Κυβέρνηση λύση των άρθρων 13 και 14 του σχεδίου αλλά κυρίως θα περιπέσει στον ίδιο φαύλο κύκλο αδράνειας των πανεπιστημιακών αρχών όπως εδώ και δεκαετίες. Εύλογα ανακύπτουν μερικά ερωτήματα από την πρόταση αυτή: Πρώτον, θα βρει το θάρρος ή θα μεταβάλει τις πεποιθήσεις του περί αστυνομικής παρέμβασης ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Α, τα υπόγεια του οποίου έχουν μετατραπεί σε γιάφκες οπλισμού, πυρομαχικών ή ναρκωτικών ή που ομάδες βίαιων ατόμων, κυρίως εξωπανεπιστημιακών, εισέρχονται κατά την συνεδρίαση ενός οργάνου διοίκησης του Πανεπιστημίου, διαλύουν τη συνεδρίαση και κρατούν ομήρους τα μέλη του, προβαίνοντας παράλληλα σε βανδαλισμούς κατά πραγμάτων και προπηλακισμούς προσώπων, να καλέσει την ιδιωτική υπηρεσία φύλαξης του Πανεπιστημίου, το οποίο δεν βρήκε επί 40 χρόνια, για να αποτρέψει αντίστοιχα φαινόμενα; Δεύτερον, γιατί, αφού ήταν τόσο απλή και σύμφωνη με το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ η λύση αυτή, δεν την πρότειναν τόσα χρόνια και άφηναν τη βία και την ανομία να κυριεύει ορισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα;  

Τελικές σκέψεις

Το ζήτημα της φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων ούτως ώστε να ασκείται χωρίς βία, περιορισμούς και οιουδήποτε είδους προσκόμματα έξωθεν ή και έσωθεν του Πανεπιστημίου για τα αγαθά από τα οποία συντίθεται η ακαδημαϊκή ελευθερία και όπως περιγράφονται στο άρθρο 16 παρ. 1 εδ. α΄ Σ είναι ένα κρίσιμο θέμα. Κανένας δεν θέλει την Αστυνομία στα πόδια του και μάλιστα σε καθημερινή βάση και σίγουρα δεν είναι ευχάριστη η συζήτηση για το κατά πόσο είναι συνταγματικά επιτρεπτή ή απαραίτητη η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την Αστυνομία. Είναι πραγματικά λυπηρό που έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο.

Ο θεσμός του πανεπιστημιακού ασύλου, όμως, θεσμός σωστός ως προς την σύλληψή του και αχρείαστος σε ευνομούμενες χώρες όπου υπάρχει σεβασμός σε βαθμό ιερότητας στο Πανεπιστήμιο ως χώρο και στις ιδέες και αξίες που αυτό εκφράζει, εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο στην χώρα μας υπό το βάρος των πρακτικών της διδακτορίας και των γεγονότων του Πολυτεχνείου. Πρέπει επιτέλους να πάψουμε να λειτουργούμε υπό τα ιστορικά σύνδρομα που ανήκουν σε άλλες εποχές που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν κινδυνεύει από την αστυνομική αρχή[33] που υπόκειται στις εντολές της πολιτικής της ηγεσίας, της Κυβέρνησης που ασκεί την γενική πολιτική της χώρας κατά το άρθρο 82 παρ. 1 Σ και που σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής κατά το άρθρο 84 Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1 Σ, η οποία με την σειρά της εκλέγεται σε ελεύθερες εκλογές με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία κατά το άρθρο 53 παρ. 1 Σ, σε πραγμάτωση της δημοκρατικής αρχής κατά το άρθρο 1 παρ. 1 Σ και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας κατά το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 Σ και έχει την εξουσία του νομοθετείν κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Σ. Κυβέρνηση και αστυνομική διοίκηση δεσμεύονται από το Σύνταγμα, το νόμο και την ΕΣΔΑ και είναι υπόλογοι στο Κοινοβούλιο και εν τέλει στον Λαό. Το να ξορκίζουμε την αστυνομική δράση, η οποία και μόνο καλείται να διαφυλάξει την τάξη, την ειρήνη και να αποτρέψει εγκληματικές πράξεις ή να παραπέμψει τους δράστες τους στην αρμόδια εισαγγελική αρχή για τα περαιτέρω, δεν βοηθάμε ούτε το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου ούτε την ακαδημαϊκή ελευθερία που τόσο έχουν υποφέρει, κυρίως η τελευταία, από την εγκληματική συμπεριφορά των οργανωμένων και βίαιων μειοψηφιών.

Το επιχείρημα ότι μία τέτοια κατάσταση θα είναι η μοναδική τουλάχιστον στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική, εάν όχι στον κόσμο, είναι μεν σωστό (τουλάχιστον για Ευρώπη και Β. Αμερική), όπως σωστό είναι και το επιχείρημα ότι η μέχρι τώρα κατάσταση σε ορισμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, όπως αυτή περιγράφηκε ανωτέρω, είναι επίσης μοναδική. Θα ήταν πραγματικά ευχής έργον η χώρα μας να ακολουθούσε στις παραπάνω αξίες τις υπόλοιπες χώρες, ίσως όλου του κόσμου και η φύλαξη των πανεπιστημιακών χώρων να ήταν αποκλειστικά θέμα των πανεπιστημιακών αρχών. Η χώρα μας, όμως, βρίσκεται σε μία μελαγχολική για να μην πω καταθλιπτική μοναξιά σε φαινόμενα βίας, εγκληματικότητας, προσβολής έννομων και συνταγματικών αγαθών και ακαλαισθησίας σε ορισμένα ΑΕΙ σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες. Γι’ αυτό θα πρέπει με εξίσου μελαγχολικά μοναδικό τρόπο να αντιμετωπίσει με τα όπλα του Κράτους Δικαίου και ιδία τις αρχές της νομιμότητας και αναλογικότητας τα αρνητικά φαινόμενα που ως πολιτικό σύστημα και ακαδημαϊκή κοινότητα δημιούργησε και ως κοινωνία ανέχθηκε. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ως μεγάλο ερωτηματικό το κατά πόσο θα μπορέσει η προτεινόμενη λύση, εάν τελικά καταστεί νόμος να επιβληθεί στην πράξη. Καίριος θα είναι ο ρόλος της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και της κοινωνίας, η οποία αποτελείται μεταξύ άλλων και από γονείς παιδιών που σπουδάζουν σε ΑΕΙ και φορολογούμενους πολίτες που καλούνται διά της ισότιμης συνεισφοράς τους στα δημόσια βάρη (πρβλ. άρθρο 4 παρ. 5 Σ) να πληρώνουν κάθε φορά τα «σπασμένα» της «ακτιβιστικής» δράσης των ταραχοποιών και βανδάλων.

Και επειδή γίνεται συχνά τον τελευταίο καιρό επίκληση του μεγάλου μας δασκάλου Καθηγητή και Ακαδημαϊκού, Αριστόβουλου Μάνεση[34] , θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου να τον επικαλεστώ όταν ανέφερε ότι η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας «… θα λειτουργήσει στο μέτρο ιδίως που οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι στα ΑΕΙ θα έχουν την θέληση και τη δύναμη να την περιφρουρήσουν και την αξιοποιήσουν»[35]. Αυτό που πίστευε ρομαντικά ο Μάνεσης το 1977 όταν έγραφε αυτές τις γραμμές, δυστυχώς σε ορισμένα ΑΕΙ και επί σειρά δεκαετιών δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν διδάσκοντες και διδασκόμενοι να κάνουν με την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας από παράνομες και εγκληματικές παρεμβάσεις τρίτων. Τελικά, το θέμα του σεβασμού των πανεπιστημιακών χώρων δεν είναι μόνο πολιτικό και κοινωνικό, είναι πρωτίστως πολιτισμικό. Ας προσπαθήσουμε όλοι να καλύψουμε αυτό το πολιτισμικό έλλειμμα που κυριαρχεί στα ΑΕΙ της χώρας μας τις τελευταίες δεκαετίες. Δυστυχώς, φοβάμαι ότι η αστυνόμευση των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή κατέστη το ultimum refugium γι αυτό. Μένει να αποδειχθεί εάν και κατά πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


Υποσημειώσεις:

[1] Το περιεχόμενο αυτής της διάταξης περιέχεται στην υποσημ. 1 του από 2.2.2021 άρθρου μου στην εδώ ιστοσελίδα.

[2] Το τελευταίο εδάφιο της εν λόγω διάταξης ορίζει: «Στους ειδικούς φρουρούς που στελεχώνουν τις Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων (Ο.Π.Π.Ι.), επιτρέπεται η άσκηση προανακριτικών καθηκόντων για το διάστημα που υπηρετούν σε αυτές και για υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».

[3] Βλ. Α. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, Ανάτυπο «Ο Πολίτης», Αθήνα 1977, σελ. 5-6.

[4] Πρβλ. K. Hesse, Grundzüge des Verfassungsrechts der Bundesrepublik Deutschland, 20. Aufl., Heidelberg 1995, αρ. περ. 71,. Για την αποδοχή αυτής της θεωρίας από την συνταγματική νομολογία πρβλ. μεταξύ άλλων την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου BVerfGE τόμ. 28, σελ. 243 επ., 261 (Dienstpflichtverweigerung). Πρβλ. επίσης από την ελληνική θεωρία Τ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Γενική θεωρία θεμελιωδών δικαιωμάτων, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 51, Φ. Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2η Έκδοση 2020, § 6, αρ. περ. 65-66.

[5] Πρβλ. ΑΕΔ 11/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ Ολ 1304/2019 ΕφΔΔ 2019, σελ. 305,  ΣτΕ Ολ 4308/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Πρβλ. επίσης από την γερμανική θεωρία K. Stern, Das Staatsrecht der Bundesrepublik DeutschlandAllgemeine Lehren der Grundrechte,  Band III/2, München 1994, § 84, σελ. 614. Πρβλ. επίσης Φ. Σπυρόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 4), αρ. περ. 67-68.

[6] Πρβλ. Α. Μάνεσης, Συνταγματικά Δικαιώματα α΄ Ατομικές Ελευθερίες δ΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη 1982,, σελ. 65.

[7] Πρβλ. και κατωτέρω υποσημ. 29.

[8] Βλ. ΣτΕ Ολ 2786/1984 ΝοΒ 1984, σελ. 1430.

[9] Βλ. Π. Μαντζούφας, Η ακαδημαϊκή ελευθερία, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σελ. 147 επ., Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά Δικαιώματα, Τέταρτη Έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, αρ. περ. 941, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 4η Έκδοση, Αθήνα 2017, σελ. 383.

[10] Ο κανόνας στην γενική θεωρία προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι ότι το νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, τα λοιπά ΝΠΔΔ αλλά και ΝΠΙΔ του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν είναι υποκείμενα (φορείς) των θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά αποδέκτες τους. Συνεπώς δεν μπορεί στο ίδιο πρόσωπο να συνυπάρχουν οι ιδιότητες του υποκειμένου και του αποδέκτη ενός θεμελιώδους δικαιώματος. Μία από τις εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα αποτελεί η ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ τα οποία μπορούν να επικαλεστούν τα δικαιώματα αυτά έναντι των λοιπών κρατικών εξουσιών και κυρίως έναντι του νομοθέτη. Πρβλ. από την συνταγματική νομολογία στην Γερμανία BVerfGE τόμ. 15, σελ. 256 επ., 262 (Universitäre Selbstverwaltung) όπου το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δέχεται πολύ εύστοχα ότι «In der Regel können zwar weder der Staat noch seine Einrichtungen Grundrechte als subjektive öffentliche Rechte in Anspruch nehmen, insofern sie nicht gleichzeitig Träger und Adressat von Grundrechten sein können. Dieser Grundsatz gilt jedoch dann nicht, wenn Einrichtungen des Staates Grundrechte in einem Bereich verteidigen, in dem sie vom Staat unabhängig sind. Das ist insbesondere bei den deutschen Universitäten der Fall, die zwar in der Regel vom Staat gegründet sind und auch von ihm unterhalten werden, aber in Wissenschaft, Forschung und Lehre frei sind.. (σε μετάφραση: «Κατά κανόνα δεν μπορούν όύτε το Κράτος ούτε οι βραχίονές του να επικαλούνται τα θεμελιώδη δικαιώματα ως υποκειμενικά δημόσια δικαιώματα, εφόσον δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα φορείς και αποδέκτες των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτή η αρχή, όμως, δεν ισχύει, όταν κρατικά ιδρύματα υπερασπίζονται θεμελιώδη δικαιώματα σε μία περιοχή στην οποία είναι ανεξάρτητα από το Κράτος. Αυτή είναι η περίπτωση ιδιαίτερα με τα γερμανικά Πανεπιστήμια, τα οποία ναι μεν κατά κανόνα έχουν ιδρυθεί και χρηματοδοτούνται από το Κράτος, αλλά σε ό,τι αφορά την επιστήμη, την έρευνα και την διδασκαλία είναι ελεύθερα» (σ.σ. από αυτό). Πρβλ. επίσης, στην ελληνική συνταγματική τάξη για την κατ’ εξαίρεση θεμελιοδικαιική ικανότητα των ΑΕΙ ως ΝΠΔΔ όσον αφορά το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ ως θεμελιώδες υποκειμενικό δικαίωμα Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 9), αρ. περ. 146, 941.

[11] Πρβλ. και ΣτΕ Ολ. 1817/1983, ΣτΕ Ολ 1245/1984, ΣτΕ 1803/2019.

[12] Βλ. ΣτΕ Ολ 2784/1984, ΝοΒ 1984, σελ. 1430.

[13] Ibidem.

[14] Ibidem.

[15] Βλ. ΣτΕ 3010/2000, ΣτΕ 1431/2005, ΣτΕ 1803/2019.

[16] Βλ. Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 9), αρ. περ. 949 επ., Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 9), σελ. 385-386 με περαιτέρω παραπομπές και από τη νομολογία του ΣτΕ.

[17] Έτσι έγινε δεκτό ότι η πρόσληψη δικηγόρου ΑΕΙ με πάγια αντιμισθία για την στελέχωση της νομικής του υπηρεσίας, ο οποίος δεν ανήκει στο διοικητικό προσωπικό δεν ανήκει στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 εδ. α΄ Σ και κατά συνέπεια η εφαρμογή του άρθρου 11  Ν. 1649/1986 που προβλέπει την πρόσληψη με ειδική διοικητική διαδικασία πρόσληψης από πενταμελές όργανο στο οποίο συμμετέχει μόνο ένα μέλος προερχόμενο από το ΑΕΙ δεν παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο πανεπιστημιακό αυτοδιοίκητο – πρβλ. ΣτΕ 1803/2019.

[18] Έτσι Α. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπ. παρ. (υποσημ. 3), σελ. 41, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 9), σελ. 387. Πρβλ. επίσης Δ. Χριστόπουλος, Δεν είναι δουλειά της Ελληνικής Αστυνομίας η φύλαξη των πανεπιστημίων, σε LiFO 17.12.2020, διαθέσιμο σε: Δεν είναι δουλειά της Ελληνικής Αστυνομίας η φύλαξη των πανεπιστημίων | LiFO, Ξ. Κοντιάδης, Η αυτοπροστασία των Πανεπιστημίων, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 18.12.2020, διαθέσιμο σε: Η αυτοπροστασία των πανεπιστημίων – Ειδήσεις – νέα – Το Βήμα Online (tovima.gr).

[19] Βλ. Α. Μάνεσης, ibidem, υποσημ. 62 (εκεί).

[20] Έτσι Α. Μάνεσης, ibidem, σελ. 41, Κ. Χρυσόγονος/Σ. Βλαχόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 9), σελ. 387.

[21] Πρβλ. σχετικά Δ. Χριστόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 18).

[22] Βλ. υποσημ. 17.

[23] Πρβλ. και Ε. Βενιζέλος, Ραδιοφωνική συνέντευξη στον ραδιοφωνικό σταθμό SKAΪ 103,4 FM και στον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, 15.1.2021, διαθέσιμο σε: Συνέντευξη Ευάγγελου Βενιζέλου στο ραδιόφωνο του Σκαι και στον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα (evenizelos.gr).

[24] Πρβλ. και τις εύστοχες αναφορές του Ε. Βενιζέλου, ibidem.

[25] Βλ. το από 2.2.2021 άρθρο μου στην εδώ ιστοσελίδα με το περιστατικό με τον τότε Πρύτανη του ΕΚΠΑ Καθηγητή και Ακαδημαϊκό Μιχάλη Σταθόπουλο.

[26] Βλ. τις αναφορές στην υποσημ. 18.

[27] Η άποψη αυτή γίνεται αποδεκτή από  μέρος της ελληνικής θεωρίας – πρβλ. και Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 9), αρ. περ. 275, Θ. Αντωνίου, Η έννοια των εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, σε: Το Δημόσιο Δίκαιο σε εξέλιξη. Σύμμεικτα Πέτρου Παραρά, Αθήνα-Κομοτηνή 2012, σελ. 88, Σ. Βλαχόπουλος. Τέχνη και θρησκεία. Η αμοιβαία ανεκτικότητα ως τρόπος επίλυσης συνταγματικών συγκρούσεων, ΔτΑ 2016, σελ. 45 επ., Α. Ράικος, Συνταγματικό Δίκαιο Θεμελιώδη Δικαιώματα, 5η Έκδοση, Αθήνα 2018,  σελ. 181, Τ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, όπ. παρ. (υποσημ. 4), σελ. 63, Χ. Τσιλιώτης, Τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19 στο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ΔτΑ 2020, σελ. 454. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει kollidierendes Verfassungsrecht. Η σύγκρουση εν προκειμένω επιλύεται με στάθμιση ίσης τυπικής (συνταγματικής) ισχύος εννόμων αγαθών. Πρβλ. από την γερμανική συνταγματική νομολογία BVerfGE 28, 243, 260-261 (Dienstpflichtverweigerung), BVerfGE 69, 1, 21 (Kriegsdienstverwweigerung), BVerfGE 83, 130, 139 (Josefine Mutzenbacher), BVerfGE 93, 1, 21 (Kruzifix), BVerfGE 107, 104, 118 (Anwesenheit im JGG-Verfahren) και από την θεωρία μεταξύ άλλων K. Stern, όπ. παρ. (υποσημ. 5), σελ. 689 (με περαιτέρω παραπομπές), M. Sachs Grundrechtsbegrenzungen außerhalb der Gesetzesvorbehalte, in: JuS 1995, σελ. 884 επ.

[28] Πρβλ. και Δ. Χριστόπουλος, όπ. παρ. (υποσημ. 18) για την περίπτωση των Πανεπιστημίων.

[29] Πρβλ. σε επίπεδο Συγκριτικού Συνταγματικού Δικαίου την νομολογία του ΓΟΣΔ ΒVerfGE 34, 269, 282 (Soraya), BVerfGE 35, 202, 221 (Lebach), BVerfGE 39, 1, 41 (Abtreibung I), BVerfGE 46, 160, 164 (Schleyer), BVerfGE 88, 203, 260 (Abtreibung II, BVerfGE 92, 26, 46 (Zweitregister), BVerfG, απόφαση της 22.2.2020, σκ. 223-224 (Sterbehilfe) και από πλευράς ΕΣΔΑ ΕΔΔΑ, απόφαση της 21.61988, αρ. προσφ. 10126/82, Series A 139, σελ. 12, § 32 (Platform «Ärtzte für das Leben» ./. Αυστρίας), ΕΔΔΑ, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1996, αριθμ. προσφ. συνεκδ. υποθέσεων 36-37/1995/542-543/628-629 Συλλογή 1996-IV, σελ. 1505, παρ. 61-62 (Stubbings και λοιποί. ./. Ηνωµένου Βασιλείου), ΕΔΔΑ απόφαση της 24.6.2004, αρ. Προσφυγής 59320/00, Συλλογή 2004-VI, παρ. 57  (von Hannover ./. Γερμανίας), ΕΔΔΑ, απόφαση της 25.8.2009, αρ. προσφ. 23458/02 (Giuliani and Gaggio ./. Ιταλιας). Πρβλ. επίσης και την πολύ πρόσφατη απόφαση ελληνικού ενδιαφέροντος, σχετιζόμενη με το συζητούμενο θέμα, ΕΔΔΑ, απόφαση της 3.12.2020, αρ. προσφ. 12929/18 (Παπαχελά και ΑΜΑΖΟΝ ΑΕ ./. Ελλάδας), όπου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υφίσταται ένα κρατικό καθήκον από το άρθρο 1 παρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ να προστατέψει με θετικά μέτρα την περιουσία όταν αυτή προσβάλλεται από κατάληψη από παράνομους μετανάστες και αλληλέγγυους. Το Δικαστήριο φαίνεται να θέτει όρια στην ακτιβιστική δράση ορισμένων ομάδων όταν με αυτήν προσβάλλονται θεμελιώδη δικαιώματα άλλων και παράλληλα συνάγει εκ του άρθρου 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ όχι μόνο υποχρέωση προς αποχή αλλά και προς δράση με θετικά μέτρα για την προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος.

Πρβλ. από την ελληνική θεωρία μεταξύ άλλων Χ. Τσιλιώτης, Η επίλυση της σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων μέσω της επίλυσης του καθήκοντος προστασίας τους, σε: ΔτΑ 2016, σελ. 55 επ. (με πλήθος παραπομπών στην υποσημ. 59 – εκεί – από την ελληνική θεωρία και νομολογία).

[30] Βλ. Χ. Τσιλιώτης, ibidem, σελ. 61 επ.

[31] Το εδ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 25 Σ μιλά για όλα τα όργανα του Κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των ΝΠΔΔ, ακόμα και των αυτοδιοικουμένων – πρβλ. Π. Δαγτόγλου, όπ. παρ. (υποσημ. 9), αρ. περ. 171.

[32] Πρβλ. μεταξύ άλλων Ξ. Κοντιάδης, όπ. παρ. (υποσημ. 18).

[33] Αυτό ναι μεν το αναγνωρίζει και ο Ξ. Κοντιάδης, όπ. παρ. (υποσημ. 18), αλλά προτείνει την παραπάνω λύση, προφανώς από λόγους αρχής,

[34] Πρβλ. μεταξύ άλλων Ξ. Κοντιάδης, όπ. παρ. (υποσημ. 18) με επίκληση του Α. Μάνεση, όπ. παρ. (υποσημ. 3), σελ. 41 ότι σύμφωνα «με παλιά ευρωπαϊκή παράδοση η τήρηση της τάξης και ασφάλειας στους πανεπιστημιακός χώρους «ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη των αρχών που διοικούν το Ιδρυμα». Όμως, όπως προελέχθη η ευρωπαϊκή και όχι μόνο παράδοση στα Πανεπιστήμια έχει και συνέχεια ότι αυτά είναι χώροι ιεροί και δεν επιτρέπεται όχι μόνο να μην λαμβάνουν χώρα σε αυτά πράξεις βίας, ανομίας, βανδαλισμών και αυθαιρεσίας αλλά ούτε καν να βρωμίζονται ή να ασχημονούνται.

[35] Βλ. Α. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας όπ. παρ. (υποσημ. 3), σελ. 55.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πανεπιστημιακή αστυνομία και συνταγματική αλλαγή

Πώς μπορεί ένα συνταγματικό επιχείρημα να σταματήσει να θεωρείται αδιανόητο;
Η Αλκμήνη Φωτιάδου καταγράφει ορισμένες σκέψεις για μια θεωρία του Jack Balkin, την άτυπη συνταγματική μεταβολή και τη συζήτηση για την πανεπιστημιακή αστυνομία.

Περισσότερα

Όριο στις σελίδες των δικογράφων που κατατίθενται στο ΣτΕ προβλέπει σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ο Χάρης Κονδύλης σχολιάζει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο θέτει περιορισμούς στην έκταση των δικογράφων και τις αγορεύσεις συνηγόρων στο ΣτΕ.

Περισσότερα

Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (Ι)

Στο α’ μέρος του άρθρου του για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί στα ΑΕΙ της χώρας και επιβάλλει, κατά τη γνώμη του, αλλαγή στρατηγικής σχετικά με τη φύλαξη των πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων.

Περισσότερα