Ο συνταγματικός ρόλος του Μονάρχη στο Ηνωμένο Βασίλειο

Ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης γράφει για τον ιδιότυπο ρόλο του/ης μονάρχη στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αφορμή τον θάνατο της Βασίλισσας Ελισάβετ Β'.

Ι. Πρόλογος

Η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ απεβίωσε γαλήνια και πλήρης ημερών σε ηλικία 96 ετών, τερματίζοντας με τον θάνατό της μία Βασιλεία ακριβώς 70 ετών, τη μακροβιότερη στη βρετανική αλλά ίσως και στην παγκόσμια ιστορία, την οποία βίωσαν πάνω από δύο γενιές Βρετανών. Με αφορμή τον θάνατό της, υπάρχει έντονη συζήτηση στα ΜΜΕ και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) στη χώρα μας για τον τρόπο που άσκησε τις συνταγματικές της αρμοδιότητες στο πλαίσιο ενός πολιτεύματος κοινοβουλευτικής Μοναρχίας ή βασιλευομένης Δημοκρατίας και τον ρόλο της κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων Αγωνιστών την περίοδο 1955-1959 και τη μη απονομή χάρης στους καταδικασθέντες σε θάνατο Αγωνιστές. Πριν κάνουμε μία αποτίμηση του ιστορικού ρόλου της, χρήσιμο είναι να δούμε τις συνταγματικές αρμοδιότητες του Βασιλέα/Βασίλισσας (στο εξής Μονάρχης) στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ), ανεξάρτητα από το ποια άποψη έχει κάποιος για τη χρησιμότητα του θεσμού της Μοναρχίας τον 21ο αιώνα και βεβαίως εντελώς ανεξάρτητα από την ιστορία της Μοναρχίας στην χώρα μας.

ΙΙ. Οι αρμοδιότητες του Μονάρχη στο Βρετανικό Πολίτευμα[1]

1. Γενικά

Ο Μονάρχης είναι ο Αρχηγός του Κράτους του ΗΒ. Κατά ένα βρετανικό απόφθεγμα «βασιλεύει αλλά δεν κυβερνά»[2]. Οι αρμοδιότητές του καθορίζονται από το βρετανικό Σύνταγμα[3], το οποίο δεν είναι τυπικό και κωδικοποιημένο σε ένα ενιαίο κείμενο, όπως συμβαίνει στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Το Βρετανικό Συνταγματικό Δίκαιο είναι εν μέρει γραπτό και εν μέρει άγραφο και αποτελεί ένα μίγμα συνταγματικών νόμων[4], αρχών, γεγονότων, εθίμων, συμβάσεων, ακαδημαϊκών συγγραμμάτων και δικαστικών αποφάσεων, που αποτελούν και τις πηγές του[5].

Κεντρικό ρόλο στις πηγές αυτές έχουν το βασιλικό (σ.σ. εκτελεστικό πλέον) προνόμιο (royal prerogative) και η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας (principle of parliamentary sovereignty), άγραφες θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, οι οποίες βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους. Στο πλαίσιο αυτό οι αρμοδιότητες του Μονάρχη είναι εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές.

2. Το βασιλικό προνόμιο (royal prerogative)

Οι εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες του Μονάρχη απορρέουν από το βασιλικό προνόμιο το οποίο έλκει την καταγωγή του από τον πρώιμο Μεσαίωνα. Το προνόμιο αυτό περιορίστηκε ιστορικά αρχικά το 1215 με την θέσπιση της Magna Charta επί εποχής του Βασιλέα Ιωάννη του Ακτήμονα υπέρ των ευγενών και της αστικής τάξης και κυρίως τον 17ο αιώνα και με την ένδοξη επανάσταση του 1688/1689.

Τον ίδιο αιώνα αναπτύχθηκε νομολογιακά (common law)[6] με την υπόθεση Proclamations του 1611[7] και εν συνεχεία νομοθετικά με τον Bill of Rights του 1689 η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας ή κυριαρχίας του Κοινοβουλίου ή υπεροχής του Κοινοβουλίου (οι όροι χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι), βάσει της οποίας περιορίστηκαν έτι περαιτέρω οι αρμοδιότητες του Μονάρχη υπέρ του Κοινοβουλίου, που απαρτίζονταν επίσης από τους ευγενείς και τους αστούς. Η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας συμπυκνώνεται στα παρακάτω λόγια του πατέρα του Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου A. V. Dicey ότι «[η] αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από το ότι το Κοινοβούλιo έχει κατά το Αγγλικό Σύνταγμα, το δικαίωμα να θεσπίσει ή να αναιρέσει κάθε νόμο οποτεδήποτε και περαιτέρω ότι δεν αναγνωρίζεται κατά το Δίκαιο της Αγγλίας σε κανένα πρόσωπο ή όργανο το δικαίωμα να παρακάμψει ή να παραμερίσει την νομοθεσία του Κοινοβουλίου»[8]. Αυτό ισχύει και για τον Μονάρχη και ήδη για την Κυβέρνηση της Αυτού/ής Μεγαλειότητος.

Εκεί που δέχθηκε όμως την δραστικότερη, πολιτικά και όχι νομικά, μείωση των αρμοδιοτήτων του ο Βρετανός Μονάρχης ήταν με τις Συνθήκες του Πολιτεύματος (Constitutional Conventions)[9] και το λεγόμενο «πολιτικό Σύνταγμα» (political Constitution)[10], οι οποίες κατέστησαν την άσκηση του βασιλικού προνομίου στην πραγματικότητα προνόμιο της εκάστοτε Κυβέρνησης, η οποία και απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής των Κοινοτήτων. Με βάση λοιπόν τις Συνθήκες του Πολιτεύματος ο Μονάρχης δεν ελέγχει τη σκοπιμότητα ή ακόμα και τη νομιμότητα των πράξεων των Υπουργών του και ενεργεί δεσμευτικά κατόπιν των «συμβουλών» τους (Ministerial advises).

Για την έννοια και το περιεχόμενό του βασιλικού προνομίου υπάρχουν δύο κατά βάση θεωρίες: Η στενή θεωρία του Blackstone με βάση την οποία το βασιλικό προνόμιο περιλαμβάνει πράξεις που μόνο ο Βασιλιάς θα μπορούσε να κάνει και όχι ο κάθε άνθρωπος[11]. Αντίθετα, με βάση την ευρεία θεωρία του Disey, η οποία έχει επικρατήσει σε νομολογία και θεωρία, το βασιλικό προνόμιο περιέχει οτιδήποτε μπορεί να κάνει ο Μονάρχης, στην πραγματικότητα η Κυβέρνηση, χωρίς να προβλέπεται σε τυπικό νόμο.

Με βάση, λοιπόν, την κρατούσα θεωρία του Dicey υφίσταται καταρχήν τεκμήριο υπέρ του Στέμματος, το οποίο όμως μπορεί να ανατραπεί με νόμο. Κατά τη θεωρία αυτή, οι αρμοδιότητες που περιέχει το βασιλικό ή εκτελεστικό προνόμιο χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, στα συνταγματικά ή προσωπικά προνόμια (Sovereign’s Constitutional Prerogatives) και στα λοιπά εκτελεστικά προνόμια (Prerogative executive powers)[12]. Τα βασιλικά προσωπικά προνόμια υπό την έννοια αυτή, που ενδιαφέρει και την παρούσα μελέτη, διακρίνονται από τα προσωπικά προνόμια που αφορούν καθαρά το πρόσωπο του Βασιλέα/Βασίλισσας, όπως π.χ. η απαλλαγή από την απόκτηση άδειας οδήγησης ή η εξαίρεση από τη φορολογική υποχρέωση, την οποία πάντως δεν ασκεί. Περαιτέρω, τα συνταγματικά (προσωπικά) προνόμια διακρίνονται σε αυτά που ασκεί το Στέμμα χωρίς την πρόταση/«συμβουλή» (των Υπουργών ή του Πρωθυπουργού) και σε αυτά που ασκεί κατά δεσμία αρμοδιότητα, εάν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του Διοικητικού Δικαίου των ηπειρωτικών κρατών, σύμφωνα με την πρόταση/«συμβουλή» των Υπουργών. Συγκεκριμένα:

Α) Τα συνταγματικά (προσωπικά) προνόμια του Στέμματος, που ασκεί ο Μονάρχης χωρίς την πρόταση/«συμβουλή» των Υπουργών είναι πλέον ελάχιστα. Αφορούν την αρμοδιότητα του Βασιλέα να συμβουλεύει, ενθαρρύνει ή ακόμη και να προειδοποιεί τους Υπουργούς ή τον Πρωθυπουργό για τις συνέπειες των πράξεών τους (το κάνει πάντοτε διακριτικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας) και την απονομή των τίτλων τιμής. Ακόμη και η πράξη διορισμού του Πρωθυπουργού που δεν απαιτεί την συμβουλή του αρμοδίου Υπουργού, ασκείται κατά συνθήκη του πολιτεύματος κατά τρόπο ούτως ώστε να διορίζεται Πρωθυπουργός ο/η αρχηγός του απολύτως πλειοψηφούντος κόμματος στην Βουλή των Κοινοτήτων ή σε περίπτωση ελλείψεως απόλυτης πλειοψηφίας να ανατίθεται η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον/στην αρχηγό του κόμματος του οποίου η κυβέρνηση κατόπιν διαβουλεύσεων με τα άλλα κόμματα να έχει εξασφαλίσει την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο[13]. Ο Μονάρχης διατηρεί πάντως κατά κρατούσα άποψη κάποιες περαιτέρω έκτακτες αρμοδιότητες (reserved powers), τις οποίες ασκεί όμως σε πολύ εξαιρετικές περιστάσεις χωρίς την «συμβουλή» του Πρωθυπουργού ή των Υπουργών του[14].

Β) Τα συνταγματικά (προσωπικά) βασιλικά προνόμια που ασκούνται με πρόταση/«συμβουλή» και ευθύνη των υπουργών ή του Πρωθυπουργού αποτελούν κυρίως η κήρυξη πολέμου,

– η διεθνής εκπροσώπηση της χώρας, στο πλαίσιο αυτό η σύναψη και καταγγελία διεθνών συνθηκών[15],

– ο διορισμός των Υπουργών,

– η σύγκληση του Κοινοβουλίου (με τη λεγόμενη «Ομιλία του Θρόνου», όπου ανακοινώνει τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης για το επόμενο κοινοβουλευτικό έτος),

– η κήρυξη του πέρατος των εργασιών του (prorogation)

– και η διάλυση της Βουλής των Κοινοτήτων[16],

– η απονομή χάρης (Royal prerogative of Pardon)[17].

Τα εν λόγω προνόμια είναι στην πραγματικότητα πράξεις της κυβέρνησης που έχει και την πρωτοβουλία για την έκδοσή τους με πρόταση προς τον Μονάρχη και ασκούνται από τον τελευταίο, όπως προαναφέρθηκε με Συνθήκη του Πολιτεύματος κατά δεσμία αρμοδιότητα και όχι κατά διακριτική ευχέρεια.

Γ) Πέραν των ανωτέρω βασιλικών αρμοδιοτήτων, που όπως προαναφέρθηκε απαιτούν κατά συνθήκη του πολιτεύματος την πρόταση/«συμβουλή» του αρμοδίου Υπουργού ή του Πρωθυπουργού και στην πράξη αποτελούν κυβερνητικό προνόμιο, υπάρχουν περαιτέρω εκτελεστικές/διοικητικές αρμοδιότητες[18] που αφορούν την κυβερνητική πολιτική, όπως κυρίως

– η διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων και η αποστολή τους στο εξωτερικό,

– ο διορισμός των διπλωματών και η αποστολή τους σε διπλωματικές αποστολές του εξωτερικού απευθύνοντάς τους τις σχετικές οδηγίες,

– ο διορισμός των δικαστών και των δημοσίων υπαλλήλων, η διοίκηση των υπερπόντιων περιοχών,

– η εν γένει λήψη αποφάσεων κατά την άσκηση εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.

Αυτές τις αρμοδιότητες τις ασκούν οι Υπουργοί ή η Κυβέρνηση συλλογικά στο όνομα του Μονάρχη, ο τελευταίος όμως κατά συνθήκη του πολιτεύματος δεν έχει την παραμικρή ουσιαστική αρμοδιότητα.

Ορισμένες από τις παραπάνω αρμοδιότητες κυρίως αυτές που αφορούν την άσκηση της εξωτερικής ή αμυντικής πολιτικής δεν ασκούνται υπό τη μορφή γραπτού νομικού κειμένου αλλά με πολιτικές δράσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μονάρχης αποτελεί ως Αρχηγός του Κράτους και σε συμφωνία με διεθνή εθιμικό κανόνα διεθνή παραστάτη της χώρας, στην πραγματικότητα, όμως, την εξωτερική πολιτική ασκεί η υπεύθυνη έναντι του Κοινοβουλίου Κυβέρνηση, ο δε ρόλος του Μονάρχη είναι κι εδώ συμβολικός.

Στο πλαίσιο του βασιλικού προνομίου είναι κατά τα ανωτέρω και η αρμοδιότητα της απονομής χάρης, η μοναδική δικαστική αρμοδιότητα του Μονάρχη, την οποία ασκεί βάσει Συνθήκης του Πολιτεύματος κατόπιν «συμβουλής» του Υπουργού Δικαιοσύνης (Secretary of Justice) και δεσμευτικά από αυτήν.

3. Οι νομοθετικές αρμοδιότητες του Μονάρχη – Το σχήμα “The King/Queenin Parliament

Μετά την Ένδοξη Επανάσταση του 1688 και τον Bill of Rights του 1689, η νομοθετική εξουσία ασκείται βασισμένη σε τρεις άξονες: Τα δύο νομοθετικά σώματα, την Βουλή των Κοινοτήτων (House of Commons) και την Βουλή των Λόρδων (House of Lords), τα οποία απαρτίζουν το Westminster House που ψηφίζουν τους νόμους και τον Μονάρχη που δίνει την βασιλική έγκριση (royal consent). Το σχήμα αυτό ονομάζεται “The King/Queen – in – Parliament” υπό την έννοια της συμμετοχής του Μονάρχη στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας.

Έκτοτε, όμως, το σχήμα αυτό έχει υποστεί συνταγματικές αλλαγές. Η μεν Βουλή των Λόρδων έχει περιοριστεί σε μία αρμοδιότητα περιορισμένης αναβλητικής αρνησικυρίας[19], η δε βασιλική συναίνεση έχει καταστεί με Συνθήκες του Πολιτεύματος τυπική διαδικασία, ούτως ώστε ο Μονάρχης να αποδέχεται την έγκριση των νομοσχεδίων, χωρίς να έχει αρμοδιότητα να αντιταχθεί. Μάλιστα, η αποδυνάμωση του royal consent επέρχεται και έναντι της Κυβέρνησης, στις πολύ σπάνιες περιπτώσεις που ένας νόμος ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο κατ’ αντίθεση προς την κυβερνητική πολιτική. Είναι η μοναδική περίπτωση, πέραν των «reserved powers», που ο Μονάρχης δεν δεσμεύεται από την «συμβουλή» των Υπουργών του.

4. Η βασιλική περίοδος της Ελισάβετ Β΄ στο πλαίσιο του Βρετανικού Συντάγματος

Η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ άφησε τη σφραγίδα της στο βρετανικό πολίτευμα κατά αξιοσημείωτο τρόπο. Το παράδοξο στη βασιλεία της ήταν ότι άφησε το αποτύπωμα αυτό όχι με την δράση της, αλλά ακριβώς διά της απραξίας της και της μη επέμβασής της στην πολιτική της χώρας, τους κομματικούς ανταγωνισμούς και την εναλλαγή των κομμάτων και των αρχηγών τους στην εξουσία, σεβόμενη απόλυτα την αρχή της δεδηλωμένης. Άσκησε τα καθήκοντά της κατά τελετουργικό τρόπο, σεβόμενη απόλυτα τις Συνθήκες του Πολιτεύματος, όπως έχουν διαμορφωθεί από την Ένδοξη Επανάσταση του 1688 και μετέπειτα και τον περιορισμένο ρόλο του Μονάρχη όχι μόνο στα πολιτικά αλλά και στα συνταγματικά πράγματα της χώρας. Ουδέποτε διαφοροποιήθηκε από τη θέση της υπεύθυνης έναντι του Κοινοβουλίου Κυβέρνησης, κάνοντας χρήση του royal assent, το οποίο έμεινε στην πράξη κατ’ ουσίαν γράμμα κενό. Σε κάθε περίπτωση που υπήρξε αλλαγή Αρχηγού του κυβερνώντος κόμματος μεσούσης της κοινοβουλευτικής περιόδου[20], διόριζε ως Πρωθυπουργό αυτόν που εξέλεγε ως Αρχηγό το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, χωρίς να παρέμβει στις εσωκομματικές διαδικασίες. Ακόμα και το φθινόπωρο του 2019, όταν ο τότε Πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον αποφάσισε να αναστείλει για 5 εβδομάδες τη λειτουργία του Westminster, πράξη σφόδρα αμφισβητηθείσα όχι μόνο πολιτικά αλλά και νομικά, η οποία τελικά κρίθηκε ως πρωθυπουργική απόφαση για πρώτη φορά στην ιστορία αντισυνταγματική από το Ανώτατο Δικαστήριο[21], η Βασίλισσα δεν διαφοροποιήθηκε από την «συμβουλή» του Πρωθυπουργού της, παρά το ότι της ζητήθηκε να παρέμβει[22], γνωρίζοντας ότι στο τέλος μπορεί η απόφαση του Πρωθυπουργού της να την εκθέσει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εάν αυτό την έκρινε αντισυνταγματική, όπως και έγινε.
Όσον αφορά τον ρόλο της στο Κυπριακό, τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα την περίοδο 1955-1959 και την εκτέλεση των Κυπρίων αγωνιστών την ίδια περίοδο, ο οποίος συζητήθηκε έντονα στα ΜΚΔ στην χώρα μας αλλά και στην Κύπρο, αυτός ήταν κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα ασήμαντος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι αρμοδιότητες του Βρετανού Μονάρχη έχουν περιορισθεί με Συνθήκες του Πολιτεύματος. Το αυτό ισχύει και με το Royal Prerogative Mercy, το βασιλικό προνόμιο απονομής χάρης, το οποίο όπως και γενικά το βασιλικό προνόμιο, ασκεί ουσιαστικά η Κυβέρνηση, με την τυπική έγκριση του Μονάρχη. Κατά συνέπεια, με βάση την κοινοβουλευτική πρακτική και τις Συνθήκες του Πολιτεύματος που διαμορφώθηκαν στην Μεγάλη Βρετανία από τον 17ο αιώνα, την οποία η Ελισάβετ σεβάστηκε στο ακέραιο, δεν μπορούσε, και μάλιστα ως νεαρή τότε Μονάρχης, να διαφοροποιηθεί από την θέση της υπεύθυνης έναντι του Κοινοβουλίου κυβέρνησης, χωρίς να προκαλέσει συνταγματική και πολιτική κρίση άνευ προηγουμένου στην Βρετανία.

ΙΙΙ. Επίλογος

Εν κατακλείδι ένας θεσμός ή ένα πρόσωπο που ασκεί τις αρμοδιότητές του εντός του θεσμού πρέπει να κρίνεται ιστορικά στη χώρα που ο θεσμός αυτός υφίσταται και το πρόσωπο δρα. Αυτό ισχύει και με τον θεσμό της Μοναρχίας στο ΗΒ και τον ρόλο της αποθανούσης Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, το ίδιο ισχύει και για τον διάδοχό της στον Θρόνο Βασιλέα Κάρολο Γ΄. Ο θεσμός και τα πρόσωπα πρέπει να κριθούν με βάση την πολιτική και συνταγματική ιστορία και τα βιώματα του πολιτικού συστήματος και του Λαού στο ΗΒ και όχι με βάση τις τραυματικές εμπειρίες που είχε ο θεσμός και τα πρόσωπα που τον ενσάρκωσαν στην χώρα μας. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο θεσμός της Μοναρχίας είναι σε παγκόσμιο επίπεδο παρωχημένος, άποψη που εν πολλοίς συμμερίζομαι, στη Μεγάλη Βρετανία αποτελεί, για λόγους που γνωρίζουν καλύτερα από όλους μας οι Βρετανοί, θεσμό ταυτισμένο με την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση του Λαού και του Πολιτεύματος. Ίσως στην (ακόμα) αποδοχή έως και δημοφιλία του θεσμού στην χώρα αυτή να έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι σε αντίθεση με άλλες χώρες, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία κ.α., οι οποίες κυβερνούντο από απολυταρχικά ή δεσποτικά μοναρχικά καθεστώτα[23] και στις οποίες η Μοναρχία κατέρρευσε, οι Βρετανοί Μονάρχες δέχθηκαν τον περιορισμό της εξουσίας τους αρχικά υπέρ του Κοινοβουλίου με την αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας και εν συνεχεία υπέρ της Κυβέρνησης με τις Συνθήκες του Πολιτεύματος[24]. Αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει όταν αξιολογούμε συνταγματικά και πολιτικά την Μοναρχία στο ΗΒ και τους Μονάρχες του.

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος Επιτροπής Συνταγματικών Δικαιωμάτων ΔΣΑ, Δικηγόρος


Υποσημειώσεις:

[1] Πολλά από τα παρακάτω εκτίθενται στο βιβλίο μου Χ. Τσιλιώτης, Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (BREXIT) υπό το πρίσμα του Ενωσιακού και του Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα 2020, Εκδόσεις Π. Σάκκουλα.

[2] The King reigns but not rules.

[3] Ο όρος Σύνταγμα εν προκειμένω νοείται με την ουσιαστική του έννοια.

[4] Συνταγματικός είναι ένας νόμος που ρυθμίζει θέματα της ύλης του Συνταγματικού Δικαίου. Για τη διάκριση μεταξύ συνταγματικών (constitutional) και απλών (ordinary) νόμων πρβλ. D Feldman, The nature and significance of “constitutional” legislation, in: Law Quarterly Review (LQR) 2013, σελ. 343 επ. Χαρακτηριστικό του Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου είναι ότι οι συνταγματικοί νόμοι δεν έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων.

[5] Βλ. τις σχετικά πρόσφατες αποφάσεις του UK Supreme Court για το Brexit, R (on the application of Miller and another) (Respondents) v. Secretary of State for Exiting the European Union [2017] UKSC 5’, par. 40, γνωστή ως υπόθεση Miller (Νο 1), R (on the application of Miller) (Appellant) v The Prime Minister (Respondent) Cherry and others (Respondents) v Advocate General for Scotland (Appellant) (Scotland) [2019] UKSC 4 par. 39, γνωστή και ως απόφαση Cherry/Miller (No2), οι οποίες και αποτελούν, ιδίως η πρώτη, την επιτομή του Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου.

[6] Το common law είναι κατά βάση νομολογιακό δίκαιο που θεσπίζεται όπου υπάρχει κενό δικαίου και αναπτύσσεται στους υπάρχοντες νόμους από τους ίδιους τους δικαστές. Το δίκαιο αυτό πάντως δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με υπάρχοντες νόμους. Στο ΗΒ και σε όλες τις χώρες που έχουν ασπαστεί το common law η νομολογία σε αντίθεση με τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, αποτελεί πηγή δικαίου.

[7] Case of Proclamations (1611) 12 Co. Rep. 74 at 76 (Sir Edward Coke).

[8] Βλ. E. V. Dicey Introduction to the Study of the Law of the Constitution, 1st Ed., London 1885, σελ. 40. («Τhe principle of Parliamentary sovereignty means neither more nor less than this, namely, that “Parliament” has, under the English constitution, the right to make or unmake any law whatever; and further, that no person or body is recognised by the law of England as having a right to override or set aside the legislation of Parliament»).

[9] Για την έννοια και την σημασία των συνθηκών του πολιτεύματος (Constitutional Conventions) στο Βρετανικό Συνταγματικό Δίκαιο πρβλ. μεταξύ άλλων I. Loveland, Constitutional Law, Administrative Law and Human Rights, Seventh Edition, Oxford 2015, σελ. 266 επ., F. Ahmed/R. Albert/A. Perry, Enforcing constitutional conventions, International Journal of Constitutional Law (IJCL) 2019, σελ. 787 επ. Οι Συνθήκες του Πολιτεύματος είναι άγραφοι κανόνες και αρχές πολιτικής φύσης με μακροχρόνια και αδιάκοπη ισχύ που ρυθμίζουν μεν ζητήματα που εμπίπτουν κατά τα άλλα στην ύλη του Συνταγματικού Δικαίου, αλλά δεν έχουν νομική δεσμευτικότητα και ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν επισύρει νομικές κυρώσεις ούτε μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Μπορεί, όμως, η μη τήρησή τους να δημιουργήσει μείζον πολιτικό ζήτημα – πρβλ. R (on the application of Miller and another) (Respondents) v. Secretary of State for Exiting the European Union [2017] UKSC 5, par. 141-151, ιδιαίτερα την αποστροφή του ότι τα Δικαστήρια “are neither the parents nor the guardians of constitutional convention”, ibidem, par. 146.

[10] Για την έννοια του «πολιτικού Συντάγματος» στο ΗΒ πρβλ. μεταξύ άλλων A. Tomkins, What’s Left of the Political Constitution?, σε: German Law Journal 2013, σελ. 2275 επ.

[11] Βλ. W. Blackstone, Commentaries on the Laws of England, Oxford 1765-1769.

[12] Πρβλ. σχετικά G. Bartlett/M. Everett, The Royal Prerogative, House of Commons Library, Briefing Paper Number 03861, 17 August 2017σελ. 5.

[13] Πρβλ. G. Bartlett/M. Everett, ibidem, σελ. 10.

[14] Πρβλ. Χ. Τσιλιώτης, Μπορεί η Βασίλισσα Ελισάβετ να παύσει τον Πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον;, σε SyntagmaWatch.gr της 9.10.2019, διαθέσιμο σε: https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/borei-i-vasilissa-elisavet-na-pafsei-ton-prothypourgo-borris-tzonson/.

[15] Πρβλ. τις δικαστικές αποφάσεις Blackburn v Attorney General: CA 10 May 1971 1 WLR 1037, 1040 (Lord Denning), J H Rayner (Mincing Lane) Ltd v Department of Trade and Industry [1990] 2 AC 418, 479 (Lord Templeman) και 499 (Lord Oliver of Aylmerton), R (on the application of Miller and another) (Respondents) v. Secretary of State for Exiting the European Union [2017] UKSC 5’, par. 54. Πρβλ. επίσης από την θεωρία μεταξύ άλλων C. McLachlan, Foreign Relations Law, Cambrigde 2014, σελ. 116.

[16] Η πρόωρη διάλυση της Βουλής ενέπιπτε στο βασιλικό προνόμιο μέχρι τη θέση σε ισχύ του Fixed-Τerm Parliaments Act 2011. Για το ζήτημα αυτό γινόταν δεκτό ότι το βασιλικό προνόμιο είχε διαμορφωθεί με συνθήκη του πολιτεύματος ούτως ώστε ο Μονάρχης να είναι δεσμευμένος στην πρόταση του Πρωθυπουργού να διαλύσει την Βουλή και να μην έχει διακριτική ευχέρεια αρνήσεως αποδοχής της πρωθυπουργικής πρότασης. Ήδη με τον νόμο του 2011 η αρμοδιότητα αυτή περιήλθε στη Βουλή, η οποία μπορεί να αποφασίσει την αυτοδιάλυσή της με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των μελών της Βουλής των Κοινοτήτων.

[17] Πρβλ. εκτενώς UK Parliament House of Commons Library, Royal Prerogative of Mercy – A , 25 June 2014, διαθέσιμο σε: Royal prerogative of mercy- a question of transparency (parliament.uk).

[18] Για τις διοικητικές αρμοδιότητες του Στέμματος, δηλ. της Κυβέρνησης, πρβλ. A. Perry, The Crown’s Administrative Power, in: Law Quartely Review 2015, σελ. 652 επ.

[19] Οι αρμοδιότητες του House of Lords περιορίστηκαν αρχικά το 1911 έτος έκδοσης του Parliament Act, με τον οποίο καταργήθηκε το δικαίωμα αρνισηκυρίας του σε ψηφισμένα από το House of Commons νομοσχέδια, o οποίος τροποποιήθηκε εν συνεχεία με τον Parliament Act του 1949, που περιόρισε το δικαίωμα αναβλητικής αρνησικυρίας του House of Lords από δύο σε έναν χρόνο. Με το άρθρο 2 παρ. 2 του τελευταίου νόμου οι δύο νόμοι θεωρούνται ένας. Με τους νόμους αυτούς το πραγματικά αποφασίζον νομοθετικό σώμα είναι πλέον το House of Commons.

[20] Οι περιπτώσεις αυτές ήταν του Χάρολντ Μακμίλαν που διαδέχθηκε τον Άντονυ Ήντεν το 1957 (Συντηρητικοί), του Τζέημς Κάλλαχαν που διαδέχθηκε τον Χάρολντ Ουίλσον το 1976 (Εργατικοί), του Τζον Μέιτζορ που διαδέχθηκε τη Μάργκαρετ Θάτσερ το 1990 (Συντηρητικοί), του Γκόρντον Μπράουν που διαδέχθηκε τον Τόνι Μπλερ το 2007 (Εργατικοί), της Τερέζα Μέι που διαδέχθηκε τον Ντέιβιντ Κάμερον το 2016 (Συντηρητικοί), του Μπόρις Τζόνσον που διαδέχθηκε την Τερέζα Μέι το 2019 (Συντηρητικοί) και της Λιζ Τρας που διαδέχθηκε τον Μπόρις Τζόνσον το 2022 (Συντηρητικοί). Η ανάθεση εντολής σχηματισμού κυβέρνησης στη Λιζ Τρας ήταν η τελευταία συνταγματική πράξη της Βασίλισσας Ελισάβετ ακριβώς δύο ημέρες πριν πεθάνει.

[21] Βλ. R (on the application of Miller) (Appellant) v The Prime Minister (Respondent) Cherry and others (Respondents) v Advocate General for Scotland (Appellant) (Scotland) [2019] UKSC 4, (Cherry/Miller (No2). Για την προβληματική της συνταγματικότητας της Prorogation of Parliament πρβλ. εκτενώς Χ. Τσιλιώτης, Η αναστολή λειτουργίας του Westminster στο πεδίο έντασης μεταξύ Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτικής – Σκέψεις με αφορμή την από 24.9.2019 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Cherry/Miller ΙΙ), σε: ΕφΔΔ 2019, σελ. 631 επ.

[22] Βλ. Χ. Τσιλιώτης, Μπορεί η Βασίλισσα Ελισάβετ να παύσει τον Πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον;, όπ. παρ. (υποσημ. 13).

[23] Γι’ αυτό, άλλωστε, θεωρείται ότι η Αγγλία δεν γνώρισε την απόλυτη ή «ελέω Θεού» Μοναρχία, επειδή ανέκαθεν οι ευγενείς αποτελούσαν έναν ανταγωνιστικό προς τον Βασιλέα πόλο εξουσίας.

[24] Για τον συνταγματοπολιτικό ρόλο της Μοναρχίας στην Αγγλία και ΗΒ ιστορικά πρβλ. τις συμβολές σε M. Sunkin/S. Payne (ed.), The Nature of the Crown: A Legal and Political Analysis, Oxford 1999 (passim).

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πολιτικός γάμος και ζευγάρια ιδίου φύλου

Ο γάμος αποτελεί συνταγματικό προνόμιο μόνο των ζευγαριών διαφορετικού φύλου ή είναι αναφαίρετο δικαίωμα όλων; Ο Βαγγέλης Μάλλιος επιχειρηματολογεί σχετικά με το δικαίωμα σύναψης γάμου ανάμεσα σε ζευγάρια του ιδίου φύλου.

Περισσότερα

Υποχρεωτικός Εμβολιασμός και Σύνταγμα

Η πανδημία, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, επιτάσσει τον αναστοχασμό πάνω στις παραδοσιακές σταθμίσεις μεταξύ αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και αγαθών. Η ανθεκτικότητα των δικαιωμάτων ενισχύεται όταν η κρατούσα άποψη επανεξετάζεται με βάση την εξέλιξη των δεδομένων. Ο συνδυασμός της αρχής της πρόληψης με την αρχή της αναλογικότητας μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό.

Περισσότερα

Βιβλιοπαρουσίαση (live webcast): Το Brexit μεταξύ Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτικής

Παρακολουθήστε τη βιβλιοπαρουσίαση με θέμα Το Brexit μεταξύ Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτικής, που διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Σάκκουλα και το Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, την Τρίτη 02.02.2021, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Επίκουρου Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Χαράλαμπου Τσιλιώτη, «Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (BREXIT) υπό το πρίσμα του Ενωσιακού και Βρετανικού Συνταγματικού Δικαίου».

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.