Μπορεί η Βασίλισσα Ελισάβετ να παύσει τον Πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον;

Σε πολίτευμα κοινοβουλευτικής Μοναρχίας, όπου ο Βασιλιάς/Βασίλισσα έχει ως επί το πλείστον τελετουργικές αρμοδιότητες και κατά κανόνα ακολουθεί την πρόταση/«συμβουλή» της Κυβέρνησης, κατ’ εξαίρεση και σε πολύ έκτακτες περιστάσεις μπορεί να ασκήσει ορισμένες αρμοδιότητες, τις λεγόμενες «reserved powers», χωρίς την πρόταση/«συμβουλή» της Κυβέρνησης, όπως η άρνηση πρόωρης διάλυσης του Κοινοβουλίου, η άρνηση της απονομής χάρης, η παύση του Πρωθυπουργού ή η άρνηση της βασιλικής έγκρισης σε ψηφισμένα από το Κοινοβούλιο νομοσχέδια.

Στο κατά κυριολεξία θρίλερ του Brexit τελευταία προστέθηκε και το επεισόδιο της ενδεχόμενης παύσης του Πρωθυπουργού από την Βασίλισσα. Οι συζητήσεις στον Τύπο και τους ακαδημαϊκούς κύκλους φανερά, αλλά και στο εσωτερικό των κομμάτων συγκαλυμμένα, έχουν φουντώσει μετά την δήλωση του πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης και ενός εκ των 21 «ανταρτών» Βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος, που συντάχθηκαν με την Αντιπολίτευση και υπερψήφισαν  τον λεγόμενο νόμο Μπεν (Benn Act) με αποτέλεσμα την διαγραφή τους, Dominic Grieve, ότι η Βασίλισσα σε περίπτωση που ο Πρωθυπουργός Boris Johnson παραβίαζε τον ως άνω νόμο, που τον υποχρεώνει να ζητήσει παράταση της ημερομηνίας αποχώρησης του ΗΒ από την Ε.Ε. μέχρι 31 Ιανουαρίου 2020 σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, θα μπορούσε να τον απολύσει μέσα σε 5 λεπτά.

Όμως η εκκεντρική (και συνταγματικά) συμπεριφορά του Πρωθυπουργού έδωσε και άλλη αφορμή για να συζητείται ενδεχόμενη παύση του από την Βασίλισσα. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο Πρωθυπουργός όχι μόνο δεν προτίθεται να παραιτηθεί από το αξίωμά του ακόμη κι αν καταψηφισθεί από την Βουλή των Κοινοτήτων σε ψηφοφορία για πρόταση δυσπιστίας (no confidence vote), αλλά και προκαλεί την Βασίλισσα να τον παύσει από το αξίωμά του. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί προστρέχουν πάλι στον ρόλο της Βασίλισσας. Η ίδια μάλιστα τροφοδοτεί αυτή την συζήτηση, καθότι πάλι σύμφωνα με πληροφορίες, που δεν διαψεύσθηκαν όμως από το Παλάτι του Μπάκινγχαμ, ζήτησε η ίδια συμβουλές από ειδικούς για το ενδεχόμενο παύσης του Πρωθυπουργού από την ίδια. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο ρόλος του Μονάρχη στο βρετανικό πολίτευμα

Ο ρόλος του Μονάρχη στο Βρετανικό πολίτευμα είναι συμβολικός και τελετουργικός. Από τον 13ο αιώνα η Μοναρχία βρισκόταν σε τροχιά φανερής ή υποδόριας σύγκρουσης με τους ευγενείς και την αστική τάξη, η οποία κορυφώθηκε τον 17ο αιώνα με τους αιματηρούς εμφύλιους πολέμους και την Ένδοξη Επανάσταση του Oliver Cromwell το 1688, που κατέληξαν στον περιορισμό του ρόλου του Βασιλιά εις βάρος του Κοινοβουλίου, το οποίο εκπροσωπούσαν οι αστοί.

Με την πάροδο του χρόνου οι όποιες εξουσίες του Μονάρχη που δεν έπαυε να συναποτελεί με την Βουλή των Κοινοτήτων και την Βουλή των Λόρδων το Κοινοβούλιο, δίνοντας την βασιλική έγκριση (royal assent) για την έκδοση και δημοσίευση των νόμων, έπαυσαν δυνάμει Συνθηκών του πολιτεύματος να ασκούνται στην πραγματικότητα από αυτόν. Κατά κυριολεξία ασκούνταν τυπικά μεν από τον Μονάρχη, κατ’ ουσία, όμως, από την Κυβέρνηση, η δε τυπική πράξη του Στέμματος πραγματοποιείται κατόπιν «συμβουλής» (advise) των Υπουργών ή του Πρωθυπουργού, την οποία ακολουθεί ο Μονάρχης κατά κανόνα, χωρίς να αμφισβητεί την σκοπιμότητα ή την νομιμότητα της.

Αυτό τον κανόνα επιβεβαίωσε και νομολογιακά το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) του Ηνωμένου Βασιλείου στην πρόσφατη απόφαση Cherry/Miller (No2) που έκρινε παράνομη την αναστολή λειτουργίας του Κοινοβουλίου για 5 εβδομάδες. Αυτόν τον κανόνα ακολούθησε με θρησκευτική ευλάβεια καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας της η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄, αρνούμενη να αναμιχθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην πολιτική διαμάχη των κομμάτων και ακολουθώντας με συνέπεια τις «συμβουλές» των εκάστοτε Υπουργών και Πρωθυπουργών της.

Οι λεγόμενες reserved powers της Βασίλισσας

Παρ’ όλα αυτά γίνεται δεκτό από την θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου ότι σε πολίτευμα κοινοβουλευτικής Μοναρχίας, όπου ο Βασιλιάς/Βασίλισσα έχει ως επί το πλείστον τελετουργικές αρμοδιότητες και κατά κανόνα ακολουθεί την πρόταση/«συμβουλή» της Κυβέρνησης, κατ’ εξαίρεση και σε πολύ έκτακτες περιστάσεις μπορεί να ασκήσει ορισμένες αρμοδιότητες, τις λεγόμενες «reserved powers», χωρίς την πρόταση/«συμβουλή» της Κυβέρνησης, όπως η άρνηση πρόωρης διάλυσης του Κοινοβουλίου, η άρνηση της απονομής χάρης, η παύση του Πρωθυπουργού ή η άρνηση της βασιλικής έγκρισης σε ψηφισμένα από το Κοινοβούλιο νομοσχέδια.

Γίνεται αντιληπτό ότι σε περίπτωση άσκησης μίας εκ των ως άνω αρμοδιοτήτων κατ’ αντίθεση προς την πολιτική της Κυβέρνησης μπορεί να προκληθεί συνταγματική κρίση. Για τον λόγο αυτό οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται όχι μόνο με φειδώ, αλλά σε πραγματικά εξαιρετικές περιστάσεις και για πολύ σπουδαίους και σημαντικούς λόγους. Ιδιαίτερα για την περίπτωση της παύσης Πρωθυπουργού από τον Μονάρχη η τελευταία χρονολογείται στο έτος 1834 όταν ο Βασιλιάς Γουιλιέλμος Δ΄ έπαυσε τον Φιλελεύθερο Πρωθυπουργό Lord Melbourne.

Η απείθεια του Πρωθυπουργού στον νόμο και σε δικαστική απόφαση

Ως ένας τέτοιος λόγος που δικαιολογεί την παύση του Πρωθυπουργού από την Βασίλισσα μπορεί να θεωρηθεί όχι τόσο η άρνηση του Πρωθυπουργού να συμμορφωθεί με τον Benn Act, αλλά κυρίως στην περίπτωση ενδεχόμενης προσφυγής οποιουδήποτε πολίτη προς το Ανώτατο Δικαστήριο, το τελευταίο τον διατάξει να εφαρμόσει τον νόμο και ο Πρωθυπουργός δείξει απείθεια.

Βέβαια, θα είναι η πρώτη φορά στην βασιλεία της που η Βασίλισσα Ελισάβετ όχι μόνο θα παύσει Πρωθυπουργό αλλά θα αντιταχθεί στον Πρωθυπουργό της, θα είναι, όμως, και η πρώτη φορά στην βασιλεία της που Πρωθυπουργός θα έχει περιφρονήσει με τόσο προκλητικό τρόπο τόσο τον νόμο όσο και δικαστική απόφαση που θα τον υποχρεώνει να εφαρμόσει τον νόμο. Η ως άνω (υποθετική προς το παρόν) περίσταση δικαιολογεί, λοιπόν, την παύση με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω.

Η άρνηση του Πρωθυπουργού να παραιτηθεί σε περίπτωση αποδοχής πρότασης δυσπιστίας (no confidence vote) από την Βουλή των Κοινοτήτων

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη περίπτωση που ο Πρωθυπουργός Johnson έχει προκαλέσει την συζήτηση για ενδεχόμενη παύση του από την Βασίλισσα. Όπως είναι γνωστό η Κυβέρνηση του Πρωθυπουργού έχει απολέσει την πλειοψηφία στην Βουλή των Κοινοτήτων μετά την προσχώρηση ενός Βουλευτή του Συντηρητικού κόμματος στις τάξεις του κόμματος των Φιλελευθέρων Δημοκρατών και την διαγραφή των 21 Βουλευτών που συντάχθηκαν με την Αντιπολίτευση κατά την ψήφιση του Benn Act, οπότε έχει καταστεί Κυβέρνηση μειοψηφίας.

Αν και μέχρι τώρα η Αντιπολίτευση για λόγους τακτικής, μην ομονοώντας στο πρόσωπο του διαδόχου του Johnson και μην επιθυμώντας εκλογές πριν τις 31 Οκτωβρίου, δεν έχει προκαλέσει ψηφοφορία δυσπιστίας, είναι πιθανό ότι, σε περίπτωση που ο Πρωθυπουργός αρνηθεί να εφαρμόσει τον νόμο και δεν υποβάλει μέχρι τις 19 Οκτωβρίου αίτηση για παράταση της προθεσμίας αποχώρησης, η Αντιπολίτευση θα υποβάλλει πρόταση δυσπιστίας.

Μέχρι την ψήφιση του Fixed Terms Parliament Act του 2011 σε περίπτωση που η πρόταση δυσπιστίας γινόταν δεκτή, προκηρύσσονταν πρόωρες εκλογές. Αυτή ήταν η περίπτωση του 1979 όταν η τότε Κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον James Callaghan έχασε την ψηφοφορία εμπιστοσύνης στην Βουλή των Κοινοτήτων και η Βασίλισσα με την πρόταση/«συμβουλή» του Πρωθυπουργού διέλυσε πρόωρα την Βουλή και προκήρυξε πρόωρες εκλογές τις οποίες εν συνεχεία κέρδισε το Συντηρητικό κόμμα της Margaret Thatcher.

Με τον Fixed Terms Parliament Act, όμως, ο Πρωθυπουργός δεν είναι υποχρεωμένος να «συμβουλεύσει» την Βασίλισσα να διαλύσει την Βουλή αλλά ορίζεται προθεσμία 14 ημερών εντός των οποίων θα διεξαχθεί και δεύτερη ψηφοφορία στην Βουλή, η οποία μπορεί να εκλέξει ένα άλλο πρόσωπο για Πρωθυπουργό. Στην περίπτωση αυτή ο αποδοκιμασθείς Πρωθυπουργός οφείλει να παραιτηθεί και να «συμβουλεύσει» την Βασίλισσα να διορίσει ως Πρωθυπουργό τον εκλεγέντα από την Βουλή.

Ο νόμος δεν ορίζει τι συμβαίνει στην περίπτωση που ο καταψηφισθείς Πρωθυπουργός αρνηθεί να παραιτηθεί, επειδή θεωρεί την παραίτηση αυτονόητη. Στην εξαιρετική περίπτωση, όμως, που ο Πρωθυπουργός δεν παραιτηθεί, τότε θεωρείται ότι τίθεται σε εφαρμογή η reserved power της παύσης και η Βασίλισσα αντλεί την αρμοδιότητα να τον αποπέμψει και να διορίσει χωρίς την «συμβουλή» του ως Πρωθυπουργό, αυτόν που εξέλεξε η Βουλή. Βέβαια, μέχρι τον διορισμό του νέου Πρωθυπουργού ο Boris Johnson θα παραμένει στην Πρωθυπουργία ως υπηρεσιακός Πρωθυπουργός δυνάμει συνθήκης του πολιτεύματος.

Το Συνταγματικό δράμα του Ηνωμένου Βασιλείου

Η όλη συζήτηση για το εάν η Βασίλισσα μπορεί να παύσει τον Πρωθυπουργό όπως και η προηγούμενη όταν της ζητήθηκε να παρέμβει κατά την αναστολή λειτουργίας του Κοινοβουλίου για 5 εβδομάδες καταδεικνύουν εύγλωττα την δραματική κατάσταση που έχει περιέλθει η πολιτική ζωή και η συνταγματική κατάσταση στην χώρα. Για πρώτη φορά επιχειρείται η Βασίλισσα και μάλιστα στα 93 της να καταστεί μέρος του προβλήματος παρεμβαίνοντας κατ’ εξαίρεση προς τον κανόνα της βασιλείας της να μην αναμιγνύεται στις πολιτικές υποθέσεις.

Αν και προσωπικά πιστεύω ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν θα συμβεί και όλα αυτά αποτελούν λεονταρισμούς εκ του ασφαλούς και είναι απλά μέρος του οπορτουνιστικού και δονκιχωτικού πολιτικού παιχνιδιού του Boris Johnson να αποτρέψει την παράταση και αν δεν μπορεί να το καταφέρει να δείχνει στην εκλογική του πελατεία ότι και με αθέμιτα και ανορθόδοξα μέσα θα προσπαθήσει να το καταφέρει ακόμη και κόντρα στην Βασίλισσα, είναι απόδειξη της πρωτοφανούς κατάστασης που βρίσκεται το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τολμώ την πρόβλεψη ότι τελικά και ο Johnson δεν θα παραβεί τον νόμο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα αποφασίσει ομόφωνα – χωρίς το veto κάποιου κράτους μέλους, π.χ. της Ουγγαρίας όπως συζητείται –  να δεχθεί την αίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου για παράταση της προθεσμίας αποχώρησης μέχρι 31 Ιανουαρίου 2020.

Σε διαφορετική περίπτωση θα βρεθούμε ενώπιον του πολύ ανησυχητικού φαινομένου η κοιτίδα του Κοινοβουλευτισμού να διολισθήσει σε επικίνδυνες συνταγματικές ατραπούς για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και να συμπαρασύρει σε αυτές και την ΕΕ.

Χαράλαμπος Μ. Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;