Σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από τάσεις περιστολής θεμελιωδών δικαιωμάτων στο όνομα της δημόσιας υγείας, η σιωπή απέναντι σε μέτρα που αναιρούν την χρήση και τον προορισμό του δημόσιου χώρου, ο οποίος αποτελεί κρίσιμο διακύβευμα για την ίδια την λειτουργία της δημοκρατίας και την πραγμάτωση της ελευθερίας του ατόμου θα συνεπάγεται συνενοχή στην απώλεια ποσοστού της.

Οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια, τα πάρκα και οι πλατείες αποτελούν τα πιο ζωτικά όργανα μιας πόλης καθώς στους χώρους αυτούς πραγματώνεται η σύνθεση των τριών ιδιοτήτων του προσώπου, ως ατόμου, κοινωνού και πολίτη. Οι δημόσιοι χώροι[1] δεν συνιστούν απλώς και μόνον κοινόχρηστους χώρους αναψυχής και ή/και μετάβασης στον αστικό ιστό της πόλης αλλά και αναγκαίο υπόβαθρο του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, καθώς συνδέονται αναπόσπαστα με την πραγμάτωση βασικών ελευθεριών (κίνησης και αυτοκαθορισμού, έκφρασης, συνέρχεσθαι) σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Με αφορμή την πανδημία -εν μέσω της οποίας, όλοι υπήρξαμε αμήχανοι αυτόπτες μάρτυρες της αιφνίδιας μετάλλαξης της λειτουργίας του δημόσιου χώρου – ο περιορισμός κατ’ οίκον ανέδειξε την σημασία του ως κοινού θεμελιώδους αγαθού.

Η αυτονόητη σχεδόν μέχρι σήμερα ελευθερία μετακίνησης, ξαφνικά, για λόγους μείωσης του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού περιορίσθηκε[2] και ο φυσικός δημόσιος χώρος, κατά τη διάρκεια των μέτρων, ερήμωσε και συρρικνώθηκε ιδίως από την αδυναμία ελεύθερης πρόσβασης σε αυτόν ενόσω έτεινε να υποκατασταθεί από τον ψηφιακό δημόσιο χώρο.

 Ήδη, μετά την άρση των περιορισμών μετακίνησης, με κλειστά μπαρ, καφέ, εστιατόρια και γυμναστήρια, οι πλατείες, τα πάρκα και οι παραλίες, οι κατεξοχήν, δηλαδή, κοινόχρηστοι δημόσιοι χώροι έγιναν οι αποκλειστικοί χώροι συνάντησης, άθλησης και ψυχαγωγίας, σε τέτοιο βαθμό που η πύκνωση των πολιτών, οι οποίοι επανοικειοποιήθηκαν τους δημόσιους χώρους επικρίθηκε συχνά ως επικίνδυνη για την δημόσια υγεία.

Και ενώ η φυσική ανθρώπινη παρουσία κατέκλυσε ορμητικά τον δημόσιο χώρο, η πανδημία και τα απόνερα που αυτή αφήνει, αλλάζει διαρκώς τον πραγματικό και νομικό βιορυθμό του και τους κανόνες ρύθμισής του· η απόκρυψη του προσώπου με τη χρήση μάσκας που καταργεί την αναγκαία ορατότητα της κοινωνικής ταυτότητας του ατόμου στον δημόσιο χώρο[3],  η κοινωνική απόσταση, η εμφανής αυξητική τάση κατάληψης κοινοχρήστων χώρων και οι περιορισμοί της χρήσης τους γεννούν σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του δημόσιου χώρου.

H διάβρωση της φύσης του δημόσιου χώρου

Και ναι μεν τα νέα μέτρα και περιορισμοί φέρονται να έχουν ως στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας και τον περιορισμό των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, αλλά η έκταση των συνεπειών τους στη δημοκρατική λειτουργία του δημόσιου χώρου μοιάζει αχαρτογράφητη καθώς μια σταδιακή διαδικασία διάβρωσης της φύσης του ήδη ευάλωτου δημόσιου χώρου έχει εκκινήσει.

Καθημερινά εκδίδονται κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης που καθορίζουν τις αναγκαίες αποστάσεις επ’ απειλή προστίμων[4]. Ήδη καθίσταται σαφές πια ότι και στον δημόσιο χώρο «η εγγύτητα είναι μια απόσταση ειδικού τύπου» [5]. Οι περιορισμοί της μετακίνησης έχουν κατά βάση αρθεί αλλά δεν έχουν εξαλειφθεί. Εύλογες αντιδράσεις έχει προκαλέσει ήδη, η πρόσφατη Κ.Υ.Α. Δ1α/ΓΠ.οικ. 31688 (ΦΕΚ B’ 1970/21.05.2020), με την οποία, -ενόσω γίνονται από τους αρμόδιους λοιμωξιολόγους συστάσεις για χρήση των Ι.Χ. προς αποφυγή διάδοσης του κορωνοϊού-, απαγορεύθηκε για 3 μήνες (με δυνατότητα παράτασης της απαγόρευσης για άλλους 3 μήνες) η κυκλοφορία Ι.Χ. στην Πλάκα και στο ιστορικό τρίγωνο της Αθήνας στα πλαίσια της αντιμετώπισης του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 και αύξησης του χώρου για την μετακίνηση των πεζών και των μετακινούμενων με ήπια μέσα ενώ ανακοίνωση του Δήμου Αθηναίων αποσαφηνίζει πως η εν λόγω απόφαση σχετίζεται με τον «Μεγάλο Περίπατο» της πρωτεύουσας ο οποίος και τίθεται σε διαβούλευση στην πράξη.

Παράλληλα, σήμερα (25.5.2020) δημοσιεύθηκε o ν. 4688/2020 με τίτλο «Ειδικές µορφές τουρισµού και διατάξεις για την τουριστική ανάπτυξη και άλλες διατάξεις». Μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις του αυξάνεται, από 300 σε 500 τ.µ. (δηλαδή κατά ποσοστό 66%) το µέγιστο εµβαδόν αιγιαλού, παραλίας, όχθης, παρόχθιας ζώνης, κ.λπ. που δύναται να παραχωρηθεί προς χρήση για την άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουοµένους ή την αναψυχή του κοινού. Αντιστοίχως µειώνεται από 60% σε 50% το ελάχιστο ποσοστό της έκτασης αιγιαλού που πρέπει να παραμένει ελεύθερη. Ορίζεται, επίσης, ότι ο ως άνω περιορισμός της παραχώρησης αιγιαλού, παραλίας, κ.λπ. δεν ισχύει για την περίπτωση κατά την οποία αυτά παραχωρούνται σε νομίμως λειτουργούντα ξενοδοχεία, οργανωµένες τουριστικές κατασκηνώσεις και σύνθετα τουριστικά καταλύµατα, όµορα κοινόχρηστου χώρου.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω νόμος προβλέπει ότι, µε απόφαση της υπηρεσίας του οικείου δήµου δύναται να παραχωρείται έως τις 30.11.2020 ατελώς, πέραν του αναλογούντος και προβλεποµένου στην άδεια χρήσης κοινοχρήστου χώρου, πρόσθετος κοινόχρηστος χώρος για ανάπτυξη τραπεζοκαθισµάτων, ο οποίος µπορεί να εκτείνεται σε κοινόχρηστο χώρο, συνεχόµενο ή µη της υφιστάµενης παραχώρησης. Ο παραχωρούµενος χώρος µπορεί να εκτείνεται µέχρι του διπλάσιου του χώρου της αρχικής παραχώρησης ή να είναι ικανός για την ανάπτυξη του ίδιου αριθµού τραπεζοκαθισµάτων που προβλέπονται στην ήδη κατεχόµενη άδεια χρήσης, και πάντως δεν µπορεί να είναι τριπλάσιος από την αρχική παραχώρηση.

Τα κοινόχρηστα, όμως, πράγματα, στα οποία, περιλαμβάνονται ο αιγιαλός, η παραλία, οι δρόμοι και οι πλατείες, ανήκουν στη δημόσια κτήση και προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, ο οποίος συνίσταται, κατ’ αρχήν, στην κοινοχρησία τους. Η παραχώρηση δε από την διοικητική αρχή σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ιδιαιτέρων δικαιωµάτων σε κοινόχρηστα πράγµατα είναι νόµιµη µόνον αν και εφόσον, και µετά την παραχώρηση των εν λόγω δικαιωµάτων, εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή τουλάχιστον να µην αναιρείται η κατά τον προορισµό του πράγµατος κοινή χρήση του (ΣτΕ 1630/2016, ΣτΕ Ολοµ. 394/1963).

Είναι προφανές ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συρρικνώνουν και πλήττουν καίρια τον δημόσιο χώρο[6] και το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτόν, αναιρούν τον προορισμό του και υπερβαίνουν τα άκρα όρια που διαγράφει το άρθρο 24 του Συντάγματος. Ο δημόσιος χώρος, ως ζωντανός οργανισμός, αλλάζει∙ και ναι μεν πρόκειται για ένα συνεχές ανοικτό πεδίο διάδρασης η ταυτότητα του οποίου διαμορφώνεται καθημερινά ανάλογα με τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά δεν νοείται ως μεταβατικός τόπος, ως ρευστό που προσαρμόζεται στις διαστάσεις της εκάστοτε κρατικής βούλησης.

Ο δημόσιος χώρος ως κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος του οποίου η χρήση εξ ορισμού επιτρέπεται από όλους δεν μπορεί να χρησιμοποιείται εργαλειακά για την ικανοποίηση συμφερόντων ορισμένων εις βάρος άλλων πολιτών και μάλιστα προκλητικά στο όνομα του οικονομικού οφέλους. Η μη παρεμπόδιση της χρήσης των δρόμων, των πεζοδρομίων και των αιγιαλών συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την διασφάλιση της διαθεσιμότητας της χρήσης του εν γένει δημόσιου χώρου από όλους. Συνεπώς, οι όποιοι περιορισμοί υπόκεινται στη στάθμιση της αναλογικότητας.

Σε μια περίοδο δε που χαρακτηρίζεται από τάσεις περιστολής θεμελιωδών δικαιωμάτων στο όνομα της δημόσιας υγείας, η σιωπή απέναντι σε μέτρα που αναιρούν την χρήση και τον προορισμό του δημόσιου χώρου, ο οποίος αποτελεί κρίσιμο διακύβευμα για την ίδια την λειτουργία της δημοκρατίας και την πραγμάτωση της ελευθερίας του ατόμου θα συνεπάγεται συνενοχή στην απώλεια ποσοστού της.


Υποσημειώσεις:

[1] Βλ.για την έννοια και τα κριτήρια των δημόσιων χώρων, Σ. Γεωργίου, Τα συνταγματικά θεμέλια του δημόσιου χώρου, εκδ. Σάκκουλα, 2017.

[2] Βλ. ως προς τη νομιμότητα των περιορισμών μετακίνησης με την Π.Ν.Π. της 20.3.2020 (ΦΕΚ Α΄ 68/20.3.2020) τα άρθρα του Ξ. Κοντιάδη, Πανδημία και Σύνταγμα, 23.3.2020 και του Γ. Τασόπουλου, Ελευθερία κίνησης, η διασπορά του Κορωνοϊού και το Σύνταγμα, 24.3.2020 https://www.syntagmawatch.gr

[3] Για τον κυρίαρχο ρόλου του προσώπου στην κοινωνική διάδραση βλ. ΕΔΔΑ SAS v. France (1.7.2014), η οποία δέχθηκε ότι η κάλυψη του προσώπου υπονομεύει την έννοια του “living together” (της συνύπαρξης) καθώς και Γ.Καραβοκύρη, Το Πρόσωπο και ο Νόμος. Η απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο, www.constitutionalism.gr

[4] βλ. ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ. 30603 (ΦΕΚ Β΄ 1861/15.5.2020) και ΚΥΑ Δ1α/ΓΠ.οικ. 30612 (ΦΕΚ Β΄ 1869/17.5.2020). 

[5]Ν. Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες, εκδ. Κίχλη, 2018, σ. 222.

[6] Ως προς την προβληματικότητα των ρυθμίσεων που αφορούν ιδίως τον αιγιαλό βλ. και έκθεση επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής, www.hellenicparliament.gr

Σταυρούλα Γεωργίου
Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;