Οι δικαστές έχουν την αρμοδιότητα να ανατρέπουν με τις αποφάσεις τους τον κρατικό προϋπολογισμό και να κρίνουν πώς θα κατανεμηθούν οι δημόσιοι πόροι, ακυρώνοντας τις επιλογές του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη;

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη δημοσιονομική πραγματικότητα της χώρας. Πρόκειται για τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με τις οποίες το ελληνικό Δημόσιο δεν έχει ακόμη συμμορφωθεί. Πρόκειται επίσης για κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις που αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες, με αντικείμενο τη συνταγματικότητα των μέτρων που αφορούν περικοπές μισθών και συντάξεων και το ύψος των εισφορών επιμέρους επαγγελματικών ομάδων, με σημαντικότερη την απόφαση για τη συνταγματικότητα του Νόμου Κατρούγκαλου.  

Οι υπολογισμοί για τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των αποφάσεων αυτών καταλήγουν σε ποσά πολλών δισεκατομμυρίων, συμπεριλαμβανομένων των αναδρομικών που θα κληθεί να καταβάλει το Δημόσιο. Είναι προφανές ότι η εφάπαξ καταβολή τους είναι αυτή τη στιγμή αδύνατη ενόψει της δημοσιονομικής κατάστασης. Ήδη οι αρμόδιες υπηρεσίες επεξεργάζονται σενάρια για τμηματική καταβολή των επιδικασθέντων ποσών σε βάθος αρκετών ετών. Το μείζον ερώτημα είναι ωστόσο αν τελικά οι δικαστές έχουν την αρμοδιότητα να ανατρέπουν με τις αποφάσεις τους τον κρατικό προϋπολογισμό και να κρίνουν πώς θα κατανεμηθούν οι δημόσιοι πόροι, ακυρώνοντας τις επιλογές του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη.

Οικονομική Πραγματικότητα vs. Συνταγματικών Θεσμών

Ο σχετικός διάλογος δεν είναι νέος. Εντείνεται διαρκώς από την εποχή του πρώτου μνημονίου. Υπό μία έννοια, πρόκειται για τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικονομική πραγματικότητα και τους συνταγματικούς θεσμούς. Η περίφημη αντιμνημονιακή προσέγγιση υποστήριξε ότι τα περιουσιακά και κοινωνικά δικαιώματα αποτελούσαν φραγμό στις διαδοχικές περικοπές που επέβαλαν τα δύο πρώτα μνημόνια. Όταν ήρθε το τρίτο μνημόνιο οι φωνές αυτές σιώπησαν. Στον αντίποδα υποστηρίχθηκε ότι η δικαστική εξουσία δεν είναι αρμόδια να καθορίζει το μισθολόγιο του Δημοσίου και εν γένει τη δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Με τα λόγια του αείμνηστου καθηγητή και δημόσιου διανοούμενο Σταύρου Τσακυράκη, ο δικαστής «έχει υφαρπάξει αυτή την αρμοδιότητα και το έχει κάνει με τρόπο αυθαίρετο και προκλητικό».

Ούτε η μία ούτε η άλλη άποψη είναι ορθή. Πράγματι, το Σύνταγμα δεν είναι «λεφτόδεντρο», όπως δεικτικά παρατηρούν όσοι θέλουν να αφαιρέσουν από τον δικαστή την αρμοδιότητα να κρίνει τη συνταγματικότητα των δημοσιονομικών μέτρων, με σοβαρές επιπτώσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό και για τη θέση της χώρας έναντι των δανειστών της. Ο νομοθέτης έχει πληρέστερη εικόνα του συνόλου των δημοσιονομικών ισορροπιών και των διεθνών διαπραγματεύσεων όταν θεσπίζει περιοριστικά μέτρα, ενώ ο δικαστής αναπόφευκτα εξετάζει κατά τρόπο αποσπασματικό μία συγκεκριμένη υπόθεση. Από την άλλη πλευρά όμως, η διασφάλιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα θα αποδυναμωνόταν αν αφαιρεθεί η σχετική αρμοδιότητα από τον δικαστή.

Η επίτευξη ισορροπίας

Ο δικαστής δεν έχει πλήρη γνώση των δημοσιονομικών επιπτώσεων των αποφάσεών του. Επίσης, παραμένει εριζόμενο αν και με ποιον τρόπο οφείλει ο νομοθέτης να αιτιολογεί τους νόμους με τους οποίους θεσπίζει περιοριστικά μέτρα. Άρα ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων που υλοποιούν τη δημοσιονομική πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι οριακός. Στα δικαστήρια δεν ανήκει ο τελευταίος λόγος ως προς βασικούς δημοσιονομικούς στόχους, όμως δεν θα ήταν συνταγματικά ανεκτό να τους αφαιρεθεί η αρμοδιότητα να προστατεύουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Αυτοπεριορισμός του δικαστή δεν σημαίνει ματαίωση του δικαστικού ελέγχου. Η επίτευξη της αναγκαίας ισορροπίας αποτελεί μεγάλο στοίχημα τόσο για τον δικαστή όσο και για τον νομοθέτη.

Ξενοφών Κοντιάδης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα στις 19/5/2019

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Επιλογές από Δημήτρη Θ. Τσάτσο // 3ο Κείμενο: Εισαγωγή στο θέμα «Σύνταγμα»

Το Σύνταγμα έχει ως αντικείμενό του είτε τη σύνταξη είτε (και) την έννομη οργάνωση ή επαναοργάνωση μιας κοινωνικής συμβίωσης. Περιέχει πάντοτε θεμελιώδεις, σε σχέση με τους άλλους πολιτειακούς κανόνες, αρχές, δηλαδή ρυθμίζει ζητήματα θεμελιακού χαρακτήρα για την πολιτεία. Έχει συνήθως αυξημένη, έναντι των άλλων πολιτειακών κανόνων νομιμοποίηση και συνακόλουθα και ιεραρχική τυπική ισχύ, κάτι που κατά κανόνα συνδυάστηκε με την εφαρμογή ειδικών διαδικασιών παραγωγής, τροποποίησης ή κατάργησής του.

Περισσότερα

Οι πλειοψηφίες για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας

Οι υποστηρικτές της υπεραυξημένης ή αυξημένης πλειοψηφίας για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην Ελλάδα προκειμένου να διασφαλιστεί ο υπερκομματικός ρόλος του φαίνεται να μη λαμβάνουν υπόψη ότι το βασικό στοιχείο σύνδεσης του Προέδρου της Δημοκρατίας με μια μονοκομματική ή παραταξιακή πλειοψηφία είναι η φανερή (ονομαστική) ψηφοφορία για την εκλογή του (άρθρο 32 παρ. 1 Συντ.), που αποτελεί μια διεθνή πρωτοτυπία του Ελληνικού Συντάγματος.

Περισσότερα

Ένα ύποπτο κενό στο κράτος δικαίου

Συμβάλλοντας στη συζήτηση για τον ν. 4760/2020 περί μεταγωγής κρατουμένων, που έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες ημέρες, οι Ανδρέας Τάκης και Θωμάς Ψήμμας αναδεικνύουν το νομικό κενό που προκύπτει και αναζητούν τη βέλτιστη μεθοδολογική επίλυσή του.

Περισσότερα