Αυτό που κυρίως απηχεί η απόφαση είναι η διακήρυξη από το Δικαστήριο ότι στα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής έχει εφαρμογή η γνωστή αμερικάνικη έκφραση «My way or the highway», εννοώντας ότι το ζήτημα έχει τέτοια πρωτοφανή σημασία που το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να αμφισβητήσει ανοιχτά το Δ.Ε.Ε. στην περίπτωση που το ίδιο δεν προβαίνει σε ένα συστηματικό έλεγχο αναλογικότητας των πράξεων της Ε.Κ.Τ., στο μέτρο και στο βαθμό που αυτές έχουν αντίκτυπο στην οικονομική πολιτική.

Η απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (BVerfG) της 5ης Μαΐου 2020[1] για το πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ. έχει προκαλέσει πολύ θόρυβο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με χαρακτηριστικότερη την άμεση αντίδραση του ίδιου του Δ.Ε.Ε.[2] και είναι σίγουρα μια ιστορική απόφαση.

Τι είπε, εν συντομία, το Δικαστήριο

Έκρινε ότι το Δ.Ε.Ε. με την απόφαση Weiss (C-493/17)[3], η οποία εκδόθηκε επί σχετικών προδικαστικών ερωτημάτων του BVerfG και επανήλθε πλέον σε αυτό στην παρούσα απόφαση, ενήργησε καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας του (ultra vires) και ως εκ τούτου η απόφασή του δεν έχει δεσμευτική ισχύ στη Γερμανία. Ειδικότερα στο βαθμό που η απόφαση Weiss επιτρέπει ουσιαστικά στην ΕΚΤ να ακολουθήσει τη δική της ατζέντα οικονομικής πολιτικής μέσω ενός προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων και αποφεύγει τον έλεγχο των ενεργειών με βάση την αρχής της αναλογικότητας, συμπεριλαμβανομένης της εξισορρόπησης των επιπτώσεων της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής του προγράμματος αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα (Public Sector Purchase Programme, εφεξής απλώς PSPP) έναντι του στόχου της νομισματικής πολιτικής υπερβαίνει την αρμοδιότητα που απορρέει από το άρθρο 19  της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.)[4].

Δεδομένου πλέον ότι η απόφαση Weiss εκδόθηκε ultra vires to BVerfG προχώρησε το ίδιο στον έλεγχο της αναλογικότητας του PSPP και έκρινε ότι οι σχετικές αποφάσεις παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και συνεπώς έχουν εκδοθεί και αυτές ultra vires[5].

Οι κρίσεις αυτές έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα ότι η παραπάνω απόφαση του Δ.Ε.Ε. αλλά και οι σχετικές αποφάσεις του PSPP δεν εφαρμόζονται στην Γερμανία, ούτε δεσμεύουν τα εθνικά όργανα, πέραν μιας τρίμηνης μεταβατικής περιόδου, αλλά αντίθετα τα εθνικά αυτά όργανα οφείλουν με θετικές ενέργειες να διεκδικήσουν νέες αποφάσεις από την Ε.Κ.Τ.[6] που σέβονται την αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με το PSPP, όπως αυτό αναλύθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου.

Το κρίσιμο όμως ερώτημα είναι τι είναι πραγματικά αυτή η απόφαση; Είναι μια απόφαση που κινείται σε μια ευρωσκεπτικιστική κατεύθυνση; Είναι μια απόφαση που επαναφέρει με δριμύ τρόπο το κράτος και την εθνική κυριαρχία στο προσκήνιο; Όλα αυτά είναι εν μέρει τουλάχιστον αληθή και έχουν ήδη αναλυθεί[7]. Πριν όμως αναλύσουμε μια ακόμη παράμετρο, ας δούμε προσεκτικά αυτές τις δύο.

Είναι πράγματι βαθιά ευρωσκεπτικιστική η απόφαση;

Η απόφαση είναι προφανές ότι φανερώνει μια απροθυμία πλέον τουΓερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου να «εμπιστευτεί» άνευ ετέρου τη νομολογία του Δ.Ε.Ε., ιδίως στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Ο μόνος δε τρόπος να το πετύχει αυτό είναι το εργαλείο του ελέγχου της υπέρβασης της αρμοδιότητας (ultra vires) από την πλευρά των ενωσιακών οργάνων. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι η απόφαση έχει ευρωσκεπτικιστικά στοιχεία.

Από την άλλη, όμως, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την απόφαση διαπιστώνει ότι αυτό δεν γίνεται από μια γνήσια ευρωσκεπτικιστική διάθεση. Το ίδιο το Δικαστήριο φροντίζει επανειλημμένα στην απόφαση να διακηρύξει πανηγυρικά τη σημασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για την επίτευξη της οποίας τα εθνικά συνταγματικά όργανα θα πρέπει να λάβουν τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και ενέργειες[8]. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση έχει ευρωσκεπτικιστικά στοιχεία αλλά δεν είναι αυτό που κυρίως την χαρακτηρίζει.

Η επιστροφή του Κράτους

Περαιτέρω, είναι όντως αληθές ότι η απόφαση αυτή επαναφέρει το Κράτος και την εθνική κυριαρχία στο προσκήνιο, αναβαπτίζει δε τη σημασία τους στη σχέση τους με την Ε.Ε. και το Δ.Ε.Ε., καθώς αυτά (τα Κράτη) είναι, κατά την απόφαση, οι «Κύριοι των Συνθηκών» – και όχι απλά αυθεντικός ερμηνευτής αυτών όπως είναι το Δ.Ε.Ε. ή «ο φύλακας των Συνθηκών» που είναι η Επιτροπή – όσο η ένωση δεν εξελίσσεται σε ομοσπονδιακό Κράτος[9]. Είναι φαίνεται χαρακτηριστικό της εποχής μας, την οποία χαρακτηρίζει η αστάθεια, η επιστροφή σε κάτι που μοιάζει πιο σταθερό και ελέγξιμο και ως εκ τούτου αποτελεί σε καιρούς αστάθειας εχέγγυο για την οικονομική, κοινωνική, πολιτική και εσχάτως υγειονομική ευημερία μας, το Κράτος[10]. Αναμφισβήτητα η απόφαση αυτή ενισχύει την τάση για επαναφορά, έστω και εν μέρει, του Κράτους και της εθνικής κυριαρχίας. Η επαναφορά βέβαια αυτή του Κράτους δεν είναι αναγκαία θετική εξέλιξη αλλά μπορεί να έχει και βαθιά συντηρητική πλευρά[11]. Και πάλι, όμως, πιστεύω ότι δεν είναι αυτό το κύριο χαρακτηριστικό της απόφασης.

My way or the highway

Κατά τη δική μου εκτίμηση, πέραν αυτών που ανωτέρω αναλύθηκαν ως στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση, το κύριο χαρακτηριστικό της υπόθεσης βρίσκεται στην υποκείμενη της απόφασης ανάγκη του Δικαστηρίου να επιβάλει έναν ενδελεχή έλεγχο στις επιλογές της Ε.Κ.Τ. που επηρεάζουν –πέραν της νομισματικής πολιτικής- την οικονομική πολιτική της Γερμανίας αλλά και των υπολοίπων εθνικών κρατών μελών της Ε.Ε. Και αυτό όχι μόνο από μια ανάγκη διασφάλισης της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αποφάσεων, οι οποίες στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής ανήκουν περισσότερο στα εθνικά κράτη, αλλά και από μια ανάγκη διασφάλισης της εφαρμογής ενός συγκεκριμένου τρόπου διαχείρισης της οικονομικής πολιτικής, δηλαδή του τρόπου διαχείρισης που έχει επιλέξει η Γερμανία και ανάγεται σε μια άνευ ετέρου και ανεξάρτητα από τις έκτακτες συνθήκες διατήρηση και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, κρίση που έμμεσα διατυπώνεται και στην ίδια την απόφαση[12].

Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι αυτό που κυρίως απηχεί η απόφαση είναι η διακήρυξη από το Δικαστήριο ότι στα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής έχει εφαρμογή η γνωστή αμερικάνικη έκφραση «My way or the highway», εννοώντας ότι το ζήτημα αυτό έχει τέτοια πρωτοφανή σημασία που το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να αμφισβητήσει ανοιχτά το Δ.Ε.Ε. στην περίπτωση που το ίδιο δεν προβαίνει σε ένα συστηματικό έλεγχο αναλογικότητας των πράξεων της Ε.Κ.Τ., στο μέτρο και στο βαθμό που αυτές έχουν αντίκτυπο στην οικονομική πολιτική. Ο συστηματικός όμως αυτός έλεγχος στο πλαίσιο της αναλογικότητας δεν είναι άχρωμος αλλά εμπεριέχει ήδη στην ανάλυση του BVerfG τους στόχους του ελέγχου αυτού[13].

Η πολιτική όμως, σε αντίθεση με τη νομική επιστήμη, προσαρμόζει ή τουλάχιστον πρέπει να προσαρμόζει τους κάθε φορά στόχους της και αυτό διότι, αφενός μεν, ανάλογα μεταβάλλονται και οι επικρατούσες συνθήκες (τακτικές ή έκτακτες), αφετέρου δε ενδεχομένως ανάλογα να μεταβάλλονται και οι ιδεολογικοπολιτικοί συσχετισμοί κοινωνικών δυνάμεων που η πολιτική αντιπροσωπεύει. Δεν θα πρέπει τέλος να λησμονείται ότι τα εθνικά κράτη δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και εύρυθμης λειτουργίας των οικονομικών και έχοντας παραχωρήσει στην Ε.Κ.Τ. την νομισματική πολιτική, εύλογα αναμένουν αυτή να ασκείται στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ιδίως σε περιπτώσεις κρίσεων ή έκτακτων συνθηκών. Το τι θα συμβεί στο μέλλον είναι άδηλο, είναι όμως πολύ πιθανό να βρισκόμαστε σε ένα σημαντικότατο σταυροδρόμι στο μέλλον της Ε.Ε.


Υποσημειώσεις:

[1] Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15, προσβάσιμη και σε αγγλική μετάφραση στο: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Entscheidungen/EN/2020/05/rs20200505_2bvr085915en.html (πρόσβαση 11/05/2020).

[2]Ανακοινωθέν τύπου κατόπιν της αποφάσεως του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020 που εκδόθηκε από το Δ.Ε.Ε., Προσβάσιμο σε: https://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2020-05/cp200058el.pdf (πρόσβαση 11/05/2020).

[3] Δ.Ε.Ε. C-493/17, (Απόφαση της μείζονος συνθέσεως της 11ης Δεκεμβρίου 2018), προσβάσιμη στα ελληνικά σε:  http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=208741&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=425282 (πρόσβαση 11/05/2020).

[4] Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15, σκ. 163.

[5] Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15, σκ. 165.

[6] Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15, σκ. 234.

[7] Βλ. πχ ενδεικτικά από την ελληνική αρθρογραφία τα εξής: 1) Ιωαννίδης Μ., Herr der Verträge?’: Η απόφαση Weiss του BVerfg, προσβάσιμο σε: https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/herr-der-vertrage-i-apofasi-weiss-tou-bverfg/ (πρόσβαση 11/05/2020), 2) Βλαχογιάννης Α., Απόφαση BVerfG για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ./ Η ολική επαναφορά της εθνικής κυριαρχίας, προσβάσιμο σε https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/apofasi-bverfg-gia-to-programma-posotikis-xalarosis-tis-ekt-i-oliki-epanafora-tis-ethnikis-kiriarxias/ (πρόσβαση 11/05/2020).

[8] Βλ. ενδ. Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15 σκ. 229 όπου αναφέρεται ότι «5. Based on their responsibility with regard to European integration (Integrationsverantwortung ) (see a below), constitutional organs have a duty to take active steps against the PSPP given that it constitutes an ultra vires act (see b below).»

[9] Βλ. ενδ. Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/15, σκ. 229 της απόφασης όπου αναφέρεται: «the Member States remain the ‘Masters of the Treaties’ and the EU has not evolved into a federal state»

[10] Βλ. Δρόσος Γ., Η διπλή επιστροφή του Κράτους και το δημοκρατικό Σύνταγμα, προσβάσιμο σε https://www.academia.edu (πρόσβαση 11/05/2020).

[11] Όπως εύστοχα παρατηρείται σε Μεταξάς Α., “Ultra Vires”, Βήμα της Κυριακής, προσβάσιμο και σε  https://www.ddikastes.gr/node/5721 (πρόσβαση 11/05/2020)

[12] Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόφαση αναφέρει στην σκέψη 170 αναφέρει τα εξής: «(a) The PSPP improves the refinancing conditions of the Member States as it allows them to obtain financing on the capital markets at considerably better conditions than would otherwise be the case. To the extent that the PSPP, with a volume of more than EUR 2 trillion, has a substantial impact on the Member States’ refinancing conditions, it has far-reaching consequences for the matters governed by Art. 123 TFEU – which fall within the area of fiscal policy. This was also expressly recognised by the CJEU (cf. CJEU, loc. cit ., paras. 130 and 131, 136) and confirmed by expert third parties in the oral hearing. It is therefore undisputed that the budgetary situations of Member States benefit from the reduction of general interests rates facilitated by the PSPP […]. This gives rise to the risk – despite the “safeguards” referred to by the CJEU – that necessary consolidation and reform measures will either not be implemented or discontinued […].»

[13] Βλ. ενδ. Judgment of 05 May 2020 – 2 BvR 859/1, σκ. 170-174 και επ.

Γρηγόρης Αυδίκος
Δικαστικός Πληρεξούσιος Ν.Σ.Κ., Δ.Ν.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Μια έμμεση πλην σαφής αμφισβήτηση της υπεροχής του Ευρωπαϊκού έναντι του Εθνικού Δικαίου από την Νομολογία του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας

Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κύριος Προκόπιος Παυλόπουλος, τιμάει ιδιαιτέρως το Παρατηρητήριο Θεσμικών και Συνταγματικών Εξελίξεων Syntagma Watch με ένα πολυδιάστατο κείμενο βαρύνουσας σημασίας με αφορμή τη θεώρηση των θεσμικών και πολιτικών επιπτώσεων της απόφασης του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 5ης Μαΐου 2020 (υπόθεση Weiss). Η μελέτη καταλήγει σε συγκεκριμένες προτάσεις για το δέον γενέσθαι, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. και του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας υπό ένα συνθετικό πρίσμα.

Περισσότερα

Ιστορική Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Δημοκρατία και το Κράτος Δικαίου

Η Ενωμένη Ευρώπη έχει γίνει ασπίδα προστασίας του Κράτους Δικαίου και επομένως και της Δημοκρατίας στα επιμέρους κράτη μέλη. Ασπίδα προστασίας που δεν υπήρχε στο παρελθόν.

Περισσότερα

Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 5ης Μαΐου 2020: Το βασικό επιχείρημα

Το BVG παρατήρησε ότι με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ζημιώνονται οι καταθέτες, γιατί εισπράττουν λιγότερους τόκους, και οι υγιείς επιχειρήσεις, γιατί οι προβληματικές επιβιώνουν παίρνοντας δάνεια με χαμηλό επιτόκιο.

Περισσότερα