Απόφαση BVerfG για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ε.Κ.Τ. / Η ολική επαναφορά της εθνικής κυριαρχίας

Η απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht / BverfG), η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Μαΐου 2020 σχετικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ δημιουργεί νέα δεδομένα στις σχέσεις ΕΕ και κρατών μελών, ειδικότερα δε ως προς τα περιθώρια δράσης της ΕΚΤ ενόψει της αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων, στις οποίες συγκαταλέγεται και η πρόσφατη αναμενόμενη κρίση λόγω της πανδημίας.

Η απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht, εφεξής: BverfG), η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Μαΐου 2020 σχετικά με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ[1], έχει ήδη, δικαιολογημένα, προκαλέσει τεράστιο θόρυβο πανευρωπαϊκά, σε δημοσιογραφικό, πολιτικό, οικονομικό και φυσικά νομικό επίπεδο[2].

Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια απόφαση που δημιουργεί νέα δεδομένα στις σχέσεις ΕΕ και κρατών μελών, ειδικότερα δε ως προς τα περιθώρια δράσης της ΕΚΤ ενόψει της αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων, στις οποίες συγκαταλέγεται και η πρόσφατη αναμενόμενη κρίση λόγω της πανδημίας. Πολύ δε περισσότερο, πρόκειται για μια απόφαση που ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρούς και ανεξέλεγκτους τριγμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, εφόσον αποδειχθεί, όπως εξάλλου και φαίνεται με τα μέχρι τώρα στοιχεία, κάτι περισσότερο από ένα απλό πυροτέχνημα. Προκειμένου να εξετάσουμε τις άμεσες και ορατές, αλλά και τις ευρύτερα διαφαινόμενες συνέπειες της απόφασης, αρχικά θα πρέπει να εξετάσουμε συνοπτικά το περιεχόμενό της.

Τι είπε στην απόφασή του το BVerfG

Με την απόφασή του το Δικαστήριο της Καρλσρούης άσκησε έλεγχο υπέρβασης εξουσίας (ultra vires) ως προς την απόφαση Weiss του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)[3], η οποία είχε προκληθεί κατόπιν προδικαστικού ερωτήματός του[4], καθώς και ως προς ορισμένες αποφάσεις της ΕΚΤ –κυριότερη εκ των οποίων η απόφαση 2015/774 της 4ης Μαρτίου 2015 (ΕΚΤ/2015/10)– με τις οποίες τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων του ενεργητικού του δημόσιου τομέα στις δευτερογενείς αγορές (PSPP), το αποκαλούμενο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing).

Η απόφαση αυτή αποτελεί άτυπη συνέχεια της υπόθεσης Gauweiler[5], η οποία προκλήθηκε μετά την αποστολή του πρώτου ποτέ προδικαστικού ερωτήματος που απηύθυνε το BVerfG στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου[6]. Υπό μία έννοια, σχετίζεται και με την απόφαση Pringle[7], με την οποία κρίθηκε η συμβατότητα της πολιτικής διάσωσης των πληττόμενων από την κρίση χωρών με το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ. Όσον αφορά στον έλεγχο υπέρβασης εξουσίας, αυτός θεμελιώθηκε με την απόφαση του BVerfG για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και άρχισε να εφαρμόζεται ιδίως από την απόφαση για τη Συνθήκη της Λισαβώνας[8] και εφεξής.

Σύμφωνα με σταθερή νομολογία έκτοτε, προκειμένου να κριθεί ότι μια πράξη ενωσιακού οργάνου παραβιάζει την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία η Ε.Ε. διαθέτει μόνο όσες αρμοδιότητες της έχουν παραχωρηθεί από τα κράτη μέλη, θα πρέπει, αρχικά, να έχει αποφανθεί επί του ζητήματος το ΔΕΕ, κατά δεύτερον θα πρέπει η παραβίαση να είναι πρόδηλη και, τέλος, θα πρέπει να οδηγεί σε μια δομικά σημαντική μετατόπιση αρμοδιοτήτων σε βάρος των κρατών μελών, δηλαδή ο βαθμός σοβαρότητάς της να κρίνεται μεγάλος. Με βάση αυτά τα κριτήρια, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει κάθε πράξη ή απόφαση ενωσιακού οργάνου και να κρίνει, πέρα από το ζήτημα της παραβίασης της ίδιας της Συνθήκης ΕΕ (αρ. 5 παρ. 1 και 2 ΣΕΕ), κατά πόσο, λόγω υπέρβασης αρμοδιότητας, αυτή προσκρούει σε συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές του Θεμελιώδους Νόμου (εφεξής: ΘΝ), όπως η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (αρ. 20 παρ. 1 και 2 ΘΝ), σε συνδυασμό με τη ρήτρα αιωνιότητας (αρ. 79 παρ. 3 ΘΝ), καθώς και το δικαίωμα ψήφου, από το οποίο πηγάζει και το δικαίωμα δημοκρατικού αυτοπροσδιορισμού (αρ. 38 παρ. 1 ΘΝ), το οποίο εφαρμόζεται και σε θέματα ευρωπαϊκής ενοποίησης (αρ. 23 ΘΝ).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο εξέτασε αρχικά την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Weiss. Η διαπίστωσή του ήταν ότι το ΔΕΕ δεν εφάρμοσε με ικανοποιητικό και τεκμηριωμένο τρόπο την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να καθορίσει κατά πόσο η ΕΚΤ με τις αποφάσεις της κινείται εντός του πεδίου της νομισματικής πολιτικής, η άσκηση της οποίας είναι μια αρμοδιότητα που της έχει εκχωρηθεί ως αποκλειστική. Η ερμηνεία του ΔΕΕ χαρακτηρίζεται ως «ακατανόητη» (nicht nachvolziehlbar) από μεθοδολογικής άποψης, γιατί δεν εξετάζει σε βάθος τις συνέπειες των αποφάσεων της ΕΚΤ στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής, στην οποία η Ένωση δεν διαθέτει παρά αρμοδιότητες συντονισμού. Καθιστά έτσι, δια της υπερβολικής εφεκτικότητάς του, το τεστ αναλογικότητας αλυσιτελές. Ως αποτέλεσμα αυτού, αφήνει στην ΕΚΤ ένα ιδιαίτερα ευρύ, σχεδόν ανέλεγκτο κατά την άποψη των δικαστών της Καρλσρούης, περιθώριο δράσης, κάτι το οποίο της επιτρέπει να ασκήσει αρμοδιότητες που υπερβαίνουν την αποστολή της. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, το ΔΕΕ παραβιάζει τα όρια της ίδιας του της αποστολής, σύμφωνα με το αρ. 19 παρ. 1 ΣΕΕ. Γι’αυτόν τον λόγο, το BVerfG καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση Weis εκδόθηκε καθ’υπέρβαση εξουσίας και άρα το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη την κρίση του.

Προχωρώντας επομένως στην ουσία της απόφασης, εξετάζει το ίδιο σε δεύτερο χρόνο κατά πόσο το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης πληροί τα κριτήρια της αρχής της δοτής αρμοδιότητας και καταλήγει με μια σειρά επιχειρημάτων, κατόπιν εξονυχιστικής ανάλυσης των επιπτώσεων του προγράμματος στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (π.χ. στις τραπεζικές καταθέσεις και το συνταξιοδοτικό καθεστώς), ότι αυτό παρίσταται ως δυσανάλογο μέτρο. Παραβιάζει εν προκειμένω τα στεγανά μεταξύ νομισματικής και οικονομικής πολιτικής και άρα υπερβαίνει τις εκχωρημένες στην ΕΚΤ αρμοδιότητες, χωρίς όμως να θίγει τη συνταγματική ταυτότητα του γερμανικού κράτους. Απεναντίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης δεν συνιστά, σύμφωνα με το κεφαλαιώδους σημασίας αρ. 123 ΣΛΕΕ[9], απευθείας χρηματοδότηση των κρατών μελών από την ΕΚΤ. Θέτει όμως, αυστηρότατες προϋποθέσεις για τη λειτουργία του προγράμματος, οι οποίες ενδέχεται να αποδειχτούν καθοριστικές για την πορεία του εγχειρήματος.

Κατόπιν αυτών, το BVerfG έκρινε ότι οι όλες οι σχετικές με το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποφάσεις της ΕΚΤ θεωρούνται άκυρες και δεν έχουν ισχύ στη γερμανική έννομη τάξη. Παράλληλα, όλα τα συνταγματικά όργανα που εμπλέκονται, δηλαδή η ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, το Κοινοβούλιο, και το Συμβούλιο ενδεχομένως, καθώς και η γερμανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα, είναι υποχρεωμένα εκ του ΘΝ να απόσχουν από κάθε ενέργεια υλοποίησης των αποφάσεων, να κοινοποιήσουν στην ΕΚΤ τις νομικές ενστάσεις τους ως προς το πρόγραμμα και να επιστρατεύσουν κάθε μέσο για τη συμμόρφωσή της προς την απόφαση. Η ίδια η ΕΚΤ καλείται να αιτιολογήσει εκ νέου τις αποφάσεις της, κατά τον τρόπο που υπέδειξε το Δικαστήριο, εντός τριμήνου. Όσο δε για την Bundesbank, αυτή πρέπει εξίσου, εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος, εκτός κι αν η ΕΚΤ συμμορφωθεί τελικά, να αποδεσμευτεί από κάθε συμβολή στην εφαρμογή του προγράμματος και να πουλήσει επιπλέον όσα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου ήδη κατέχει στο χαρτοφυλάκιό της.

Οι επιπτώσεις της απόφασης

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η απόφαση του BVerfG εκπλήσσει με τις ιδιαίτερα επιθετικές της διακηρύξεις κατά της εξουσίας του ΔΕΕ. Αμφισβητεί ευθέως την αρχή της υπεροχής (ή πρωταρχίας) του ενωσιακού δικαίου, αρχή κατοχυρωμένη νομολογιακά ήδη από τη δεκαετία του ‘60, αλλά και τον ρόλο του ΔΕΕ ως ύπατου ερμηνευτή του ενωσιακού δικαίου. Ήδη η αποστολή του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προς το ΔΕΕ, είχε ορθά ερμηνευθεί από πολλούς σχολιαστές περισσότερο ως εκκίνηση των εχθροπραξιών, παρά ως χειρονομία καλής θέλησης και διάθεσης συνεργασίας. Με την τωρινή όμως απόφαση, το Δικαστήριο διήλθε τον Ρουβίκωνα. Σταμάτησε πλέον να «γαυγίζει» και πλέον «δάγκωσε». Η μόνη φορά που η εξουσία του ΔΕΕ είχε αμφισβητηθεί τόσο ανοιχτά ήταν η διαβόητη απόφαση του τσεχικού Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση των σλοβακικών συντάξεων[10], η οποία όμως έμεινε κενό γράμμα στην εφαρμογή της και αφορούσε ένα θέμα κατεξοχήν εθνικό.

Στην περίπτωσή μας όμως μιλάμε για το σημαντικότερο ίσως εθνικό συνταγματικό δικαστήριο, το οποίο μάλιστα επιλέγει να κάνει το «διάβημά» του στο στρατηγικά λάθος, κατά την άποψή μου, ζήτημα της ελευθερίας δράσης της ΕΚΤ μέσα στο πλαίσιο της αντιμετώπισης οικονομικών κρίσεων και σε στρατηγικά λάθος χρονική στιγμή. Είναι στρατηγικά λάθος το ζήτημα, γιατί η υπόθεση αφορά στην επιβίωση της ευρωζώνης και διαθέτει μάλιστα προεκτάσεις και στην τρέχουσα περίοδο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Επίσης, έμφαση πρέπει να δοθεί και στο γεγονός ότι το Δικαστήριο στηρίζει την απόφασή του με επιχειρήματα, τα οποία έχουν μεν ιδιαίτερα σημαντική απήχηση στο εθνικό ακροατήριο, αφήνουν όμως εν πολλοίς ασυγκίνητη τουλάχιστον την πλειοψηφία των κρατών μελών. Πρόκειται επίσης για στρατηγικά λάθος χρονική στιγμή, για δύο λόγους. Εν μέσω της πανδημίας, δυναμιτίζει ενδεχομένως τις όποιες απόπειρες συμβιβασμού για τη λήψη μέτρων στήριξης των εθνικών οικονομιών. Κατά δεύτερον, γιατί σε εποχές ανόδου του (συνταγματικού) λαϊκισμού και αυξημένης ροπής ορισμένων κρατών προς μορφές αυταρχικής δημοκρατίας, η απόφαση θα εμπνεύσει αναμφίβολα  περαιτέρω παρεκκλίνουσες ερμηνείες ως προς τα περιθώρια δράσης της ΕΕ.

Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις σε οικονομικό, πολιτικό και νομικό επίπεδο της απόφασης είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθούν. Σε οικονομικό επίπεδο, η απόφαση «δένει τα χέρια» της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Ακόμα και αν εν τέλει, όπως υποστηρίζεται, βρεθεί τρόπος να παρασχεθεί εκ μέρους της ΕΚΤ μια ανεκτή από το BVerfG αιτιολογία της δράσης της, στη βάση των επιχειρημάτων της Καρλσρούης, το ζήτημα παραμένει ανοικτό και για το παρόν και για το μέλλον. Στο παρόν, είτε η πιθανότητα υποχρεωτικής απόσυρσης της Bundesbank, είτε αντίστροφα η πιθανότητα συμμόρφωσης της ΕΚΤ προς τους δρακόντειους όρους που θέτει το BVerfG δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την προοπτική (επιτυχούς) συνέχισης του προγράμματος, το οποίο μέχρι τώρα ανέρχεται σε ποσό άνω των 2 τρις ευρώ για τα κρατικά ομόλογα. Όσον αφορά στο μέλλον, το BVerfG επιβάλλει, εμμέσως, μια σειρά ασφυκτικών περιορισμών, προκειμένου ένα ανάλογο πρόγραμμα να μην τεθεί εν αμφιβόλω. Αυτή η τελευταία παρατήρηση, έχει τη σημασία της εν μέσω της προσπάθειας αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, καθώς το νέο πρόγραμμα που ανακοινώθηκε από την ΕΚΤ (Pandemic Emergency Purchase Program, PEPP) δεν πληροί ως τώρα αυτές τις προϋποθέσεις[11].

Μπορεί το Δικαστήριο στο Δελτίο Τύπου που εξέδωσε[12] να διαβεβαιώνει ότι η απόφαση δεν αφορά τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, φαίνεται όμως να είναι «ραμμένη» γι’αυτά. Ανοίγει δηλαδή με τις αναλύσεις του διάπλατες τις πόρτες νέων προσφυγών. Άρα τίποτα δεν αποκλείει τη μελλοντική αμφισβήτηση και αυτού του προγράμματος. Αυτό ενδεχομένως να αφορά και την Ελλάδα, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της «χαλάρωσης» της εκτίμησης της ΕΚΤ, βάσει του αρ. 3 της απόφασης 2016/1041 της 22ας Ιουνίου 2016, για την κατά παρέκκλιση ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Σε πολιτικό επίπεδο, η απόφαση «δένει τα χέρια» της γερμανικής κυβέρνησης, ακόμα και αν αυτή ήταν πρόθυμη να δεχτεί μεγαλόπνοα και γενναιόδωρα σχέδια αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Τέλος, σε νομικό και δικαιοκρατικό επίπεδο, μένει να δούμε πώς θα σπεύσουν να εκμεταλλευτούν την απόφαση διάφοροι επίδοξοι μιμητές της, οι οποίοι καλυπτόμενοι από το σκεπτικό της θα αμφισβητήσουν έμπρακτα με τη σειρά τους αποφάσεις ενωσιακών οργάνων, που δεν τους είναι αρεστές.

Ως προς την ουσία της απόφασης, το Δικαστήριο αναγορεύεται πλέον και επισήμως στον πιο ένθερμο υπερασπιστή της αρχής της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών, ρόλο τον οποίο έχει διεκδικήσει επανειλημμένα κατά την τελευταία ιδίως δεκαετία. Υιοθετεί δε αυτόν τον ρόλο σε ένα συγκεκριμένο πεδίο της ενωσιακής έννομης τάξης, το οποίο δεν είναι καθόλου αυτονόητο ή προφανές, ερχόμενο έτσι σε εμφανή σύγκρουση με ένα ευρύτατο consensus μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, ευρωπαίων πολιτών και ενωσιακών οργάνων ως προς την ανάγκη παρέμβασης της ΕΚΤ με «δυναμικά» μέσα. Ήδη από τις προηγούμενες αποφάσεις του, εντός της κρίσης, του είχε ασκηθεί η κριτική ότι η πρόσφατη νομολογία του σχετικά με τις αρμοδιότητες της ΕΕ παρεμποδίζει τον άμεσα δημοκρατικά νομιμοποιημένο εθνικό νομοθέτη να υλοποιήσει μια σχεδόν ομόφωνη πολιτική βούληση, ότι δυσχεραίνει την επίλυση ευρωπαϊκών προβλημάτων και ότι επιδεικνύει μία έντονη «εθνική εσωστρέφεια», δηλαδή είναι υπερβολικά προσανατολισμένο στο «γερμανικό Κράτος» και στην εθνική κυριαρχία.

Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης το γεγονός ότι οι αποφάσεις του BVerfG έχουν λειτουργήσει, σε διάφορες στιγμές, ως ανασχετικός παράγοντας στην εξεύρεση λύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενόψει της αντιμετώπισης πιεστικών προβλημάτων. Το βασικό λοιπόν πρόβλημα της εν γένει στάσης του Δικαστηρίου είναι ότι αξιολογεί την πολιτική της ΕΕ από μια καθαρά εθνική οπτική γωνία, αδιαφορώντας κατά πόσο έτσι αναπτύσσονται ενδεχομένως αρνητικές εξωτερικότητες (externalities) για τα άλλα κράτη μέλη. Γι’αυτό εξάλλου και διαπιστώνεται εν τέλει ότι παρά τις όποιες φραστικές κατασκευές και τους όποιους εξωραϊσμούς, πρόκειται κατά βάση για μια εθνοκεντρική και διόλου φιλοευρωπαϊκή προσέγγιση.

Κάνοντας έναν συνολικό απολογισμό της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την οικονομική κρίση και τις αρμοδιότητες της ΕΕ, το συμπέρασμα είναι για μένα βαθιά απογοητευτικό. Η νομολογία αυτή, έχοντας ως αφετηρία την απόφαση για τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ακολουθεί μια πορεία διολίσθησης εν τέλει σε μορφές (εκλεπτυσμένου) ευρωσκεπτικισμού. Αρχικά, το Δικαστήριο αναλαμβάνει τον θεμιτό ρόλο του θεματοφύλακα του γερμανικού Συντάγματος, του υπερασπιστή του γερμανικού κοινοβουλίου έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και εν τέλει τον ρόλο του εκπροσώπου του γερμανικού λαού.

Στη συνέχεια, με τις αποφάσεις του διεκδικεί τον αμφίσημο, και σε έναν βαθμό αυθαίρετο, ρόλο του τοποτηρητή της ενωσιακής νομιμότητας και κατά προέκταση, μέσω της επίκλησης της ανάγκης διαφύλαξης μιας σχεδόν κοινής συνταγματικής ταυτότητας, του υπερασπιστή της αρχής της εθνικής κυριαρχίας όλων των κρατών μελών, άρα τον ρόλο του εκφραστή εν συνόλω των συμφερόντων των ευρωπαϊκών λαών. Με την τελευταία του απόφαση, κινούμενο σε μια εμφανώς ευρωσκεπτικιστική γραμμή, απεκδύεται του «καθολικού πανευρωπαϊκού» του ρόλου αναλαμβάνοντας αυτόν του εκφραστή –εξόχως στενών (parochial)– πολιτικών και οικονομικών εθνικών συμφερόντων.


Υποσημειώσεις:

[1] BVerfG, Judgment of the Second Senate of 5 May 2020 
– 2 BvR 859/15, διαθέσιμο στο: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Entscheidungen/DE/2020/05/rs20200505_2bvr085915.html.
Η απόφαση είναι διαθέσιμη και σε επίσημη αγγλική μετάφραση στο:https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Entscheidungen/EN/2020/05/rs20200505_2bvr085915en.html;jsessionid=9CF7F4AB90B2DB38011AA81ACDC6A143.1_cid370.

[2] Βλ. όλως ενδεικτικά το δημοσίευμα των Financial Times με τίτλο “German court has set a bomb under the EU legal order” (5.5.2020), διαθέσιμο στο: https://www.ft.com/content/79484c01-b66b-4f81-bdc6-fd4def940821.

[3] Υπόθεση C-493/17, Weiss κ.ά., απόφαση της11 Ιουλίου 2018.

[4] BVerfG, Judgment of the Second Senate of 18 July 2017, 2 BvR 859/15.

[5] Υπόθεση C-62/14, Gauweiler κ.ά. κατά Deutscher Bundestag, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015.

[6] BVerfG, Order of the Second Senate of 14 January 2014, 2 BvR 2728/13.

[7] Yπόθεση C-370/12, Pringle κατά Ιρλανδίας, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2012.

[8] BVerfG, Judgment of the Second Senate of 30 June 2009 – 2 BvE 2/08.

[9] Άρθρο 123 (πρώην άρθρο 101 της ΣΕΚ)

1. Απαγορεύονται οι υπεραναλήψεις ή οποιουδήποτε άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, οι οποίες εφεξής αποκαλούνται «εθνικές κεντρικές τράπεζες», προς θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, κεντρικές κυβερνήσεις, περιφερειακές, τοπικές ή άλλες δημόσιες αρχές, άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή δημόσιες επιχειρήσεις των κρατών μελών απαγορεύεται επίσης να αγοράζουν απευθείας χρεόγραφα, από τους οργανισμούς ή τους φορείς αυτούς, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή οι εθνικές κεντρικές τράπεζες.

[10] Ústavní Soud, Holubek case, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2012, Pl. ÚS 5/12, Slovak Pensions XVII, διαθέσιμη σε μετάφραση στο: https://www.usoud.cz/en/decisions/20120131-pl-us-512-slovak-pensions.

[11] Βλ. Maduro, Miguel: Some Preliminary Remarks on the PSPP Decision of the German Constitutional Court, VerfBlog, 2020/5/06, https://verfassungsblog.de/somepreliminary-remarks-on-the-pspp-decision-of-the-german-constitutional-court/.

[12] Διαθέσιμο στο: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/EN/2020/bvg20-032.html

Απόστολος Βλαχογιάννης
Δ.Ν., Université Panthéon-Assas Paris II, Μέλος ΣΕΠ Ε.Α.Π.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Είναι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεπής υπερασπιστής των αξιών στις οποίες στηρίζεται η ευρωπαϊκή ενοποίηση;

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένεσης λειτουργεί όπως κάθε Δικαστήριο με βάση κανόνες δικαίου. Όλοι οι δικαστές δεσμεύονται από την απρόσωπη κανονιστική γλώσσα του ενωσιακού δικαίου. Αφ’ης ορισθούν, παύουν να εκπροσωπούν την χώρα που τους διόρισε. Υπηρετούν το δίκαιο της Ένωσης, και πριν απ’ όλα τις γενικές αρχές του. Μια βασική -ίσως η πιο θεμελιώδης αρχή- είναι η αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Περισσότερα

‘Herr der Verträge?’: Η απόφαση Weiss του BVerfg

Ο λόγος που η απόφαση της 5ης Μαΐου του γερμανικού συνταγματικού δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht, BVerfG) στην υπόθεση Weiss θα μείνει στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι το οικονομικό της αντικείμενο. Πολύ περισσότερο, είναι ένα σημείο καμπής για την την Ευρωζώνη, την Ένωση και του πιο χαρακτηριστικού στοιχείου της έννομης τάξης της, την αρχή της υπεροχής του δικαίου της ΕΕ.

Περισσότερα

Ο οδικός χάρτης για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση με Συμφωνία προβλέπονται πολλές αλληλοδιάδοχες πράξεις τόσο στο Η.Β. όσο και στην Ε.Ε. για να ισχύσει η τελική Συμφωνία. Βαδίζουμε προς παράταση της προθεσμίας αποχώρησης για μετά τις 31 Οκτωβρίου. Αλλά μέχρι πότε και γιατί; Σε τι θα φανεί χρήσιμη μία παράταση, πέραν της αποφυγής του no deal Brexit που τελικά δείχνει να μη θέλει καμία πλευρά, αναλογιζόμενοι όλοι τις φοβερές συνέπειες που μπορεί να έχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο για όλους και κυρίως για το Η.Β.;

Περισσότερα