Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου επί των Αιτήσεων Ασύλου

Εξετάζοντας και αποκωδικοποιώντας την τελευταία «πολύκροτη» νομική ενέργεια της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του προδήλως συντονισμένου παράτυπου προσφυγικού-μεταναστευτικού κύματος, διαπιστώνεται, ότι παρά την παράλληλη διεθνή υπερνομοθετική βαρύτητα των διεθνών δεσμεύσεων περί ασύλου και την διατάραξη της «έννομης κανονικότητάς» τους, είναι νομικά ορθή ή έστω ανεκτή.

Οριακές Ισορροπίες και Αναζήτηση Πρόσφορης Λύσης. Από το εθνικό δίκαιο της Ανάγκης στην Αναγκαιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Στο πλαίσιο του επίκαιρου αναβρασμού γύρω από το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, το Κράτος Δικαίου δοκιμάζεται «συνειδησιακά» αλλά και πρακτικά σε θεμελιώδεις διλημματικές προκλήσεις αφενός της σύννομης διαφύλαξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του «αξιακού ανθρωπισμού» και αφετέρου της «ασφαλούς πολιτειακής του υπόστασης», υπό την πτυχή της συστατικής εκδήλωσης της κρατικής του κυριαρχίας με την αυτονόητη διαφύλαξη των συνόρων του (τα πρότυπα ασφαλείας νόμιμης εισόδου αποτελούν νομότυπη και εύλογη απαίτηση και για το ευρωπαϊκό δίκαιο βλ. Κανονισμό 2252/2004 και απόφαση C-137/05 του Δ.Ε.Κ.) έναντι εν προκειμένω, μαζικά παράνομων μεν απελπισμένων δε ανθρώπινων εισροών, που υποκινούνται, ωστόσο, από επιθετικές και απροκάλυπτες μεθοδεύσεις (λχ. δωρεάν μεταφορά και μετακίνηση προς τα ελληνικά σύνορα, συνοδεία τουρκικής στρατοφυλακής σε χερσαίες και θαλάσσιες διαδρομές προς την Ελλάδα, διάθεση στο μεταφερόμενο πλήθος δακρυγόνων της τουρκικής αστυνομίας για ρήψη προς τη ελληνική συνοριοφυλακή, προβολή χαρτών για τα «ευκολότερα» σημεία παράνομης διέλευσης, απόπειρες μεταναστών και τουρκικού στρατού καθαίρεσης συνοριακού φράγματος ασφαλείας), του γειτονικού κράτους της Τουρκίας, η οποία μάλιστα, αθετεί καταχρηστικά διεθνείς διμερείς συμφωνίες με την Ε.Ε. αξιοποιώντας εκβιαστικά ένα πρωτίστως ανθρώπινο δράμα και ατομικές επιδιώξεις για μία καλύτερη ζωή προς ίδια πολεμικά και οικονομικά της συμφέροντα.

Πολλές φορές είθισται να διατυπώνεται πως η Δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. Ωστόσο, αξίζει να κατανοήσει κανείς πέρα από το όποιο θυμικό του, ακόμα πιο εμφατικά και εγγυημένα πως και η Δικαιοσύνη δεν έχει αδιέξοδα, καθώς η έννοια της «ασφάλειας του δικαίου» εντός μία σύγχρονης οργανωμένης Πολιτείας διαθέτει τα δυναμικότερα αντανακλαστικά εξισορροπήσεων για την αποσυμφόρηση της πραγματικότητας. Εξετάζοντας και αποκωδικοποιώντας την τελευταία «πολύκροτη» (αλλά μέχρι σήμερα δικαϊκά μη αμφισβητήσιμη στην ελληνική έννομη τάξη, αν και υπόκειται σε δικαστική κρίση συνταγματικότητας, ιδίως επί των όρων-προϋποθέσεων του «δικαίου της ανάγκης») νομική ενέργεια της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του προδήλως συντονισμένου παράτυπου προσφυγικού-μεταναστευτικού κύματος, διαπιστώνεται, ότι παρά την παράλληλη διεθνή υπερνομοθετική βαρύτητα των διεθνών δεσμεύσεων περί ασύλου και την διατάραξη της «έννομης κανονικότητάς» τους, είναι νομικά ορθή ή έστω ανεκτή με βάση το περιθώριο εκτίμησης του κράτους δικαίου για τον αιτιολογημένο καθορισμό του έκτακτου, του αναγκαίου και κατ’ επείγοντος δημοσίου συμφέροντός σύμφωνα και με τις προδιαγραφές παραδεκτού του Ε.Δ.Δ.Α..

Τι προβλέπει το ελληνικό Σύνταγμα

Σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 1 του ελληνικού Συντάγματος σε έκτακτες περιστάσεις «εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης» αναγνωρίζεται κυρίαρχα και οργανωτικά η πρόταξη της «διακυβερνητικής πρωτοβουλίας» της χώρας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έπειτα από την αποφασιστική πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει «Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου». Κρατικές, δηλαδή, παρεμβάσεις οι οποίες σε κάθε περίπτωση απαιτούν για τη συνεπέστερη νομιμοποιητική και δημοκρατική τους ισχύ την κύρωση τους από την Βουλή των Ελλήνων καταρχήν σε 40 ημέρες από την έκδοση τους.

Αυτή ακριβώς η νομοτυπική συνταγματική προϋπόθεση αποκαλύπτει και επεξηγεί σε απόλυτα έννομες ισορροπίες τον έκτακτο και εξαιρετικά κατ’ επείγον χαρακτήρα της ανακύπτουσας περίστασης. Εν προκειμένω, σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω «Π.Ν.Π.», η συγκεκριμένη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας περιορίζεται σε διάρκεια ισχύος μόλις 30 ημερών, μη χρήζοντας δηλαδή εκ των πραγμάτων επακόλουθης κύρωσης από τη Βουλή, με την ευθέως δηλωτική ελπίδα για την άμεση άρση της εθνικής απειλής εις βάρος της δημόσιας ασφάλειας και συνοχής αλλά και για την αναδιοργάνωση-σταθεροποίηση των σχετικών διοικητικών διαδικασιών ως προς την βέλτιστη διαχείριση τους. Το εξαιρετικά κατεπείγον πέρα της επίκλησης της εθνικής ασφάλειας ενισχύεται και από αν ληφθούν συνάμα υπόψη οι συνθήκες πλήρους «διοικητικής αταξίας» ως προς τον επιβεβλημένα εύλογο χρόνο εξέτασης των αιτήσεων ασύλου με βάση τις πραγματικές ήδη επιβαρυντικές συνθήκες και περιστάσεις.

Συγκυρίες, δηλαδή, που αμφισβητούν σωρευτικά ακόμα και αν η Ελλάδα είναι η ίδια ασφαλής χώρα και για τους προσφεύγοντες πληθυσμούς συμπεριλαμβανομένου της συνομολογημένης ανικανότητας-ανεπάρκειας της ελληνικής Πολιτείας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη διοικητική διαδικασία αιτήσεων υποβολής ασύλου με ανθρώπινες ψυχές στοιβαγμένες σε Hotspots εξαθλίωσης, αναξιοπρεπούς ανθρώπινης διαβίωσης και υποβάθμισης δημόσιας υγείας, που στην ουσία αποτελούν μία παράλληλη πρόσθετη απειλή για την ίδια τη ζωή τους. Υπογραμμίζεται, εξάλλου, πως ο προστατευτικός ανθρωπισμός του κανονιστικού πλαισίου ασύλου αξιώνει αυστηρή «εξατομίκευση», διαφάνεια και ταχύτητα (βλ. π.χ. άρθρο 4 Οδηγία 2011/85 ΕΚ σχετικά με τις ενιαίες απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας), στοιχεία που μέσω των άτακτων προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών επαπειλούνται καταφανώς να καταστρατηγηθούν αλλοιώνοντας τις εγγυήσεις και την αποτελεσματικότητα μιας σειράς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πραγματικά τελικώς δικαιούντων άσυλο.

Η αναστολή υποβολής αιτήσεων ασύλου

Επισημαίνεται, ταυτόχρονα, πολυδιάστατα πως η αναστολή υποβολής αιτήσεων ασύλου ισχύει μόνο για τους «παράνομα εισερχόμενους στη χώρα» και όχι (έστω κατά το δέον) για το σύνολο των αιτούντων άσυλο, την ίδια στιγμή που η φύλαξη των συνόρων αποτελεί απαρέγκλιτη εθνική υποχρέωση με βάση επίσης των σύνολο του ευρωπαϊκού-υπερεθνικού και εθνικού δικαίου αλλά και την αντίστοιχη αναγνώριση ευρωπαϊκών δικαστικών αποφάσεων (βλ. ενδεικτικά το σκεπτικό της απόφασης του Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση C- 189/10 Melki για την ένταση και το είδος του ελέγχου με αφορμή βέβαια τα εσωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα) με χαρακτηριστικότερη την απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α «Ν.D. και Ν.Τ. κατά Ισπανίας» με αριθμ. προσφυγής 8675 και 8697/2015, που αποζητά μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στη νομότυπη διαδικασία εισόδου στην εκάστοτε χώρα για την εύρυθμη διοικητική λειτουργία των αντίστοιχων ατομικών αξιώσεων και την ευρύτερη διαφύλαξη των συνόρων από μαζικές μη σύννομες και βίαιες ενέργειες που προσβάλλουν τους κανόνες της εθνικής κυριαρχίας στο ευαίσθητο ζήτημα των «ασφαλών συνόρων».

H Συνθήκη της Γενεύης

Ως προς τον απόλυτο σεβασμό της Συνθήκης της Γενεύης που τίθεται εν αμφιβόλω ειδικά ως προς τα περιθώρια εξαίρεσης επί της κρισιμότατης αρχής «της μη επαναπροώθησης» για λόγους επικινδυνότητας και εθνικής ασφάλειας (άρθρο 33 της Διεθνούς Σύμβασης) και της «λήψης προσωρινών μέτρων» επί της Σύμβασης επίσης για λόγους εθνικής ασφάλειας και εξαιρετικών περιστάσεων (άρθρο 9), πράγματι διαλαμβάνουν έναν στενά προσωποπαγή ατομικό χαρακτήρα κρίσης και ελέγχου για την συναφέστερη αιτιολογία του μέτρου σε σχέση με το πρόσωπο του έστω «οιονεί» πρόσφυγα. Η αθροιστική, όμως, προσέγγιση της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης και εκβιαστικά καταχρηστικής μαζικής πίεσης για την αδιάκριτη εισροή υπηκόων τρίτων κρατών στην ελληνική επικράτεια, φαίνεται να προσπερνά ακόμα και προσεγγίσεις αναλογικής ή διασταλτικής ερμηνείας της Σύμβασης, αφού το σύνολο των συνθηκών δείχνει να μην επαφίεται διόλου στις πρότυπες και αταλάντευτες απαιτήσεις των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, προσδίδοντας οι ίδιες οι διατάξεις εξ αντιδιαστολής το έναυσμα και το ανεκτό επαγωγικό νομιμοποιητικό έρεισμα για τη λελογισμένη εθνική διαφοροποίηση ευρύτερων κατ’ αντιστοιχία μέτρων και τη μη ευθεία σαφώς προσβολή των προβλέψεων της.

Σε αυτή τη κατεύθυνση μάλλον το κρισιμότερο για την αποδοχή του συνόλου των θεσμικών ενεργειών και της σύννομης συμπεριφοράς της Ελληνικής Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο η διασφάλιση και η εναρμόνιση των δράσεων αυτών προς τη σύμφωνη ερμηνεία τους με το ευρωπαϊκό δίκαιο των Συνθηκών, συνδέοντας ευθέως την εθνική κυριαρχία με την ευρωπαϊκή συνοχή. Σημεία αναφοράς, λοιπόν τίθενται: α) οι διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 2 Σ.Λ.Ε.Ε. για την σύνθεση του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και την αναγκαιότητα διάθρωσης κοινών νομότυπων προδιαγραφών υποδοχής των αιτούντων άσυλο, στη περίπτωση μάλιστα που τα σχετικά μέτρα προϋποθέτουν τη διασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών για τη βέλτιστη δυνατή κρίση και λειτουργική επικαιροποίησή τους, δίχως την συγκεχυμένη και βεβιασμένη πίεση ανεξέλεγκτων καταστάσεων, αλλά και β) ιδίως η επικληθείσα και κινητοποιηθείσα από την ελληνική κυβέρνηση διάταξη του άρθρου 78 παρ. 3 για την λήψη προσωρινών μέτρων υπέρ του κράτους μέλους που επιφορτίζεται την μαζική και αιφνίδια συρροή υπηκόων τρίτων χωρών έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και απόφαση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μετά από διαβούλευση του με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Συνεπώς, η «Π.Ν.Π.»  βρίσκεται και εντάσσεται σε «ευθεία λογική προδικασία και ακολουθία» σε σχέση με τις συγκεκριμένες υπερέχουσες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις για την κατά το δυνατόν νηφάλια οριοθέτηση και αναδιοργάνωση των επικείμενων συμμετρικών μέτρων κατά μία στοχευμένη διακυβερνητική συνεργασία των κρατών-μελών με την Ε.Ε., δίχως την αποδοχή επιπλέον επιβαρυντικών περιστάσεων που πηγάζουν, μάλιστα, από την αντίθετη με τα παραπάνω, ανοχή παραβατικών συμπεριφορών απεγνωσμένων και αναμιγμένων, ως προς τα ταυτοτικά τους χαρακτηριστικά, πληθυσμών καθώς και της επιθετικής συμπεριφοράς γειτονικού κράτους, μη μέλους της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται να γίνει κατανοητό πως οι προβλέψεις της «Π.Ν.Π.» δεν αναστέλλουν από πλευράς του ελληνικού κράτους, κατά τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του ευρωπαϊκού συνταγματισμού συνολικά, τον πυρήνα του νόμιμου δικαιώματος για την νομότυπη άσκηση αιτήματος ασύλου και των βασικών διατάξεων της Διεθνούς Συνθήκης της Γενεύης (έστω στον περιορισμένο πολλάκις πρακτικά βαθμό που αυτό δύναται τύποις να εκπληρωθεί).

Ο κυρίαρχος συνταγματισμός του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ε.Ε.

Ειδικότερα μάλιστα, στις δύσκολες περιστάσεις, που δεν χωρούν θέσφατα και δογματισμοί απόλυτων κρίσεων και πολιτικής εκτόνωσης προσωπικών πεποιθήσεων, την δυναμικότερη απάντηση για τον σύννομο προσανατολισμό του δημόσιου παρεμβατισμού με βάση και τις πραγματικές ανάγκες, προσδίδει ακόμα πιο εμφατικά ευθέως ο μέχρι σήμερα αναιμικός αλλά κρίσιμα κυρίαρχος συνταγματισμός του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ε.Ε., ακόμα και για την εσωτερικευμένη σε αυτόν συστηματική ερμηνεία κανόνων ανάμεσα στη διεθνή και εθνική έννομη τάξη με αναφορά στην υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου κατά τον συγκλίνοντα σεβασμό τόσο των Διεθνών Συνθηκών, όσο και των επιμέρους εθνικών Συνταγματικών Επιταγών για την συγκεντρωτική σε ευρωπαϊκή κλίμακα έκφραση ανθρωπιστικών αξιών και κανόνων (βλ. άρθρο 53 του Χάρτη).

Σύμφωνα με το οικείο άρθρο 18 του Καταστατικού Χάρτη Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωση, ως η ειδικότερη νομική βάση της υπό εξέταση πρωτίστως ευρωπαϊκής προβληματικής και επιβεβλημένης δημόσιας παρέμβασης του «προσφυγικού-μεταναστατευτικού» που μετακυλίεται συγκυριακά στα ανατολικά ευρωπαϊκά σύνορα της ελληνικής Δημοκρατίας, το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ως άνω). Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές διαρθρώνονται λειτουργικά και ερμηνευτικά στην ενιαία ενωσιακή έννομη τάξη αίροντας επιμερισμένους εννοιολογικούς δογματικούς ενδοιασμούς, και υπό το συγκεντρωτικό για το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Χάρτη.

Πιο συγκεκριμένα, με τις ρυθμίσεις του άρθρου αυτού αποσαφηνίζεται πως: «Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.» Επίσης: «Τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον παρόντα Χάρτη και τα οποία αποτελούν αντικείμενο διατάξεων των Συνθηκών ασκούνται υπό τους όρους και εντός των ορίων που καθορίζονται σε αυτές».

Καθίσταται έτσι ευκρινές, πως η εθνική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την επαγωγή τους στο «ζωντανό» και θετό ευρωπαϊκό δημόσιο δίκαιο όχι μόνο δεν είναι μονοδιάστατη και απόλυτη αλλά οριοθετείται σε συνέργειες α) αναγκαιότητας, β) πραγματικών περιστάσεων- θεμιτών σκοπών δημοσίου (γενικού) συμφέροντος αλλά και γ) κοινωνικής εξισορρόπησης των δικαιωμάτων τρίτων μερών που εν προκειμένω τυγχάνουν να είναι τόσο –πρωτίστως- οι ήδη συνωστισμένοι και εξαθλιωμένοι πρόσφυγες-μετανάστες στις ανεπαρκείς δομές τις ελληνικής επικράτειας, όσο –πολλαπλώς- και οι έλληνες πολίτες ιδιαίτερα των παραμεθόριων νησιών στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης.

Παράμετροι και κριτήρια, δηλαδή, που ικανοποιούνται ολοφάνερα, τόσο για την αποδοχή του έκτακτου και παροδικού περιοριστικού μέτρου της αναστολής υποβολής αιτήσεων για άσυλο αποκλειστικά επί των παράνομα εισαχθέντων στην χώρα, όσο και για τις μελλοντικές τυχόν αυστηρότερες ρυθμιστικές εκτιμήσεις της ευρωπαϊκής κανονιστικής πρωτοβουλίας για τα ζητήματα-διαδικασίες ασύλου. Περιστάσεις βέβαια, που σε καμία περίπτωση δεν νομιμοποιούν, ούτε δικαιολογούν επ’ ουδενί μια αντίστροφα εχθρική, επίσης παραβατική στάση απέναντι στις ήδη σωματικά και ψυχικά «καθημαγμένες» εισερχόμενες προσφυγικές ομάδες.

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, οι λεπτές ισορροπίες μεταξύ της διακινδύνευσης της Εθνικής Κυριαρχίας και της Συνέπειας του Κράτους Δικαίου έναντι της Διεθνούς έννομης τάξης και του πυρήνα της διαφύλαξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιτάσσουν αφενός εθνική ενότητα και αφετέρου εξωτερίκευση της ως άνω στρέβλωσης με Συνευθύνη και Αλληλεγγύη μεταξύ των σύμμαχων ευρωπαϊκών κρατών, ακριβώς για την στοχευμένη αποκατάσταση των ανισορροπιών σε Ενωσιακή κλίμακα και αρμοδιότητα.

Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για την Αναστολή Υποβολής Αιτήσεων Ασύλου για ένα μήνα αποκλειστικά για τα παράνομα εισερχόμενα άτομα στην ελληνική Επικράτεια είναι επαρκώς σύμφωνη και συμμετρική με το υπερέχον Ευρωπαϊκό Δίκαιο, την Εθνική κυριαρχία αλλά και την διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από κάθε συνταγματική άποψη, όπως καθιερώνονται στο νομικό θετικισμό και ορθολογισμό, έστω ως προς τον πυρήνα τους.

Ας μην ξεχνάμε πως η εθνική κυριαρχία όπως και τα ανθρώπινα δικαιώματα αν και κεκτημένα, δεν είναι ποτέ δεδομένα. Ο Ανθρωπισμός και η Δικαιοσύνη δεν είναι «διάφορα» από την αναγκαιότητα και τη νομιμότητα του Δημόσιου Συμφέροντος και της Ελευθερίας. Με αυτούς τους άξονες το Κράτος Δικαίου επιβάλλεται να εξισορροπήσει σταδιακά αλλά και άμεσα το «Δίκαιο της Ανάγκης» έχοντας τον πρόσφορο χώρο και χρόνο, ώστε να μην υποταχθεί σε καταχρηστικές και παραμορφωτικές σκοπιμότητες που θα επιβάρυναν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του.

Το «δίκαιο της ανάγκης» αξίζει να επιβάλλει και να αναδείξει την «Αναγκαιότητα του Δικαίου» στο σύγχρονο νομικό πολιτισμό δίχως να γίνεται έρμαιο πολιτικής σκοπιμότητας και «πολεμικής επιβολής», εξασφαλίζοντας τον εξορθολογισμό μεταξύ της Δικαιοσύνης και της Ελευθερίας….Μένει να δούμε αν σε αυτήν την ισορροπία η Αλληλεγγύη από κάθε άποψη θα μετουσιωθεί από Διακήρυξη σε Κανόνα και η στάθμιση από διλημματική σύγκρουση σε μία αιτιολογημένη αρμονία μεταξύ των πραγματικών πιέσεων και των «δίκαιων» αξιών…

H εργαλειοποίηση των δίκαιων κεκτημένων του Ανθρώπου εντός μίας πολεμικής ατζέντας συμφερόντων και η ανοχή καταχρηστικών και παράτυπων ανορθολογικών συνθηκών σε ανταπόκριση εχθρικών σκοπιμοτήτων τρίτων κρατών με αντικείμενα ανθρώπινες ψυχές καλλιεργούν σε κάθε πλευρά μισαλλόδοξες συμπεριφορές και ηθικά διλήμματα που υποβαθμίζουν τη δημοκρατική αντίδραση και απομειώνουν την ψύχραιμη ανταπόκριση του δικαίου μίας «Δίκαιης Πολιτείας».

Η όλη προβληματική επενεργεί εκπτωτικά για τον ανθρώπινο πολιτισμό πέρα από κράτη, θρέφοντας ανάμεσα σε λαούς και κοινωνίες το «αβγό του φιδιού» του φασισμού, του μίσους και της αντιπαλότητας. Υπαρξιακή προϋπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η αποτελεσματικότητα της νομιμότητας τους και η διασφάλιση της πολιτειακής συνοχής και ακεραιότητας εντός ενός σύγχρονου κράτους δικαίου ενάντια σε όποιες συγκεχυμένες «ασύμμετρες» απειλές και αλλοιώσεις της πραγματικότητας.

Μιχάλης Θ. Παπαγεωργίου
Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Νομικής ΕΚΠΑ
VReasearch Fellow Wolfson College University of Cambridge

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Το μεταναστευτικό ως πεδίο δικαίου της ανάγκης

H αντιμετώπιση του «μεταναστευτικού ζητήματος» από την κυβέρνηση με πρόσφατη (ΦΕΚ Α, αρ. φυλλ. 28, από 10.2.2020) έκδοση Προεδρικού Διατάγματος που περιέχει πράξη νομοθετικού περιεχομένου δεν μπορεί, από θεσμική άποψη, παρά να νοηθεί και να λειτουργήσει ως «πυροσβεστικός», να ισχύσει δηλαδή έως ότου ληφθούν, με την κανονική νομοθετική διαδικασία, τα άλλου είδους μέτρα που επιβάλλουν οι περιστάσεις –και όχι να τα υποκαταστήσει.

Περισσότερα

Κατάργηση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας

Με στόχο την αποσυμφόρηση των νησιών και την επιτάχυνση των διαδικασιών ασύλου, η Κυβέρνηση πρόσφατα εξήγγειλε μια σειρά μέτρων, μεταξύ των οποίων και η κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης των αιτήσεων ασύλου από τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών.

Περισσότερα

Το νέο νομοσχέδιο για τη διεθνή προστασία: Μίνιμουμ δικαιώματα. Μάξιμουμ αποτελέσματα;

Με το νέο νομοσχέδιο για τη διεθνή προστασία επιδιώκεται η αποσυμφόρηση του ελληνικού συστήματος ασύλου και υποδοχής δια της αυξήσεως των επιστροφών. Ωστόσο, δεν είναι βέβαιο το αποτέλεσμα που θα φέρουν τα νέα μέτρα, καθώς δεν επικεντρώνονται στη λύση των πραγματικών και συστημικών προβλημάτων, όπως η υποστελέχωση αρμόδιων υπηρεσιών, με εντεύθεν συνέπεια τις καθυστερήσεις στη διαδικασία ασύλου. Τα μίνιμουμ δικαιώματα δεν εξασφαλίζουν κατ’ ανάγκη μάξιμουμ αποτελέσματα.

Περισσότερα