Η «Κοινή Δήλωση» Ε.Ε. – Τουρκίας για το προσφυγικό: Απαρέγκλιτη Τήρηση ή Αναθεώρηση;

Στην προσεχή σύνοδο κορυφής η χώρα μας αναμένεται να αναδείξει στην ευρωπαϊκή της διάσταση την προσφυγική/μεταναστευτική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα κράτη στην πρώτη γραμμή της ανατολικής Μεσογείου, προκειμένου να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα από την Ε.Ε. στο πλαίσιο της κοινοτικής αλληλεγγύης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει η Ελλάδα αναθεώρηση της κοινής δήλωσης Ευρώπης – Τουρκίας, εφόσον αυτή κριθεί ότι δεν είναι επαρκής. Μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί νομικά και πολιτικά και εάν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις;

Η αύξηση των προσφύγων και μεταναστών που φτάνουν στα νησιά του Αιγαίου, φαινόμενο που παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό με τις εγγενείς αδυναμίες του ελληνικού συστήματος υποδοχής και ασύλου έχει φέρει για μία ακόμα φορά τη χώρα μας αντιμέτωπη με μια επείγουσα κατάσταση.

Η κυβέρνηση φέρεται να θέτει ως προτεραιότητα την ανακούφιση της πίεσης από τα νησιά και την προστασία των ασυνόδευτων παιδιών. Παράλληλα, στην προσεχή σύνοδο κορυφής, που πρόκειται να λάβει χώρα σε λίγες μέρες, η χώρα μας αναμένεται να αναδείξει στην ευρωπαϊκή της διάσταση την προσφυγική/μεταναστευτική πρόκληση που αντιμετωπίζουν τα κράτη στην πρώτη γραμμή της ανατολικής Μεσογείου, προκειμένου να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα από την Ε.Ε. στο πλαίσιο της κοινοτικής αλληλεγγύης.

Στο πλαίσιο μάλιστα αυτό ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει η Ελλάδα αναθεώρηση της κοινής δήλωσης Ευρώπης – Τουρκίας, εφόσον αυτή κριθεί ότι δεν είναι επαρκής.

Στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρηθεί να αναλυθεί αν η Ελλάδα μπορεί νομικά και πολιτικά να ζητήσει αναθεώρηση της κοινής δήλωσης Ε.Ε. – Τουρκίας για το προσφυγικό/μεταναστευτικό και εάν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις.

Η Κοινή Δήλωση της 18ης Μαρτίου 2016: Δελτίο Τύπου ή Διεθνής Συνθήκη;

Ως γνωστόν, στις 18 Μαρτίου 2016, δημοσιεύτηκε δήλωση προς διευκρίνιση του τρόπου με τον οποίο τα κράτη μέλη της Ένωσης και η Τουρκία προτίθενται, αφενός, να αντιμετωπίσουν την προσφυγική κρίση και, αφετέρου, να καταπολεμήσουν το εμπόριο ανθρώπων μεταξύ της  Τουρκίας και της Ελλάδας, υπό τη μορφή ανακοινωθέντος Τύπου, στον κοινό δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η «Δήλωση» αυτή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης και προβληματισμού. Μεταξύ αυτών και το ζήτημα της νομικής της φύσης, αν δηλαδή αποτελεί νομικό κείμενο με την κλασική έννοια του διεθνούς συμβατικού δικαίου.

Απο τη μία μεριά, υποστηρίζεται ότι η «Κοινή Δήλωση» αποτελεί μια άτυπη διεθνή συμφωνία, ήπιου δικαίου μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, προκειμένου αυτά να αντιμετωπίσουν με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο μια κατάσταση κοινού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, η «Δήλωση» δεν παράγει νομικά δεσμευτικά αποτελέσματα και, άρα, η τυχόν μη τήρηση των δεσμεύσεων που προβλέπονται δεν συνεπάγεται νομικές κυρώσεις.

Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται ότι η «Κοινή Δήλωση» στερείται κάθε είδους δικαιϊκής δεσμευτικότητας, τόσο στη διεθνή όσο και στην εσωτερική έννομη τάξη, και ότι η χώρα μας μπορεί χωρίς συνέπειες, πολιτικές, να μην τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

Απο την άλλη πλευρά, υπάρχουν κι εκείνοι που δίνουν μεγαλύτερό βάρος στο περιεχόμενο και την βούληση των εμπλεκομένων μερών. Γι’ αυτούς, η «Δήλωση» αποτελεί διεθνή συμφωνία την οποία συνήψε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ως θεσμικό όργανο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος της Ένωσης, με την Τουρκία, κατά παράβαση όχι μόνο των κανόνων της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαικής Ένωσης σχετικά με τη σύναψη διεθνών συμβάσεων από την Ένωση, αλλά και εν γένει του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επιλήφθηκε σχετικής προσφυγής ακυρώσεως τριών αιτούντων άσυλο που αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο επιστροφής τους στην Τουρκία, κατʼ εφαρμογήν της «δηλώσεως Ε.Ε.-Τουρκίας», έκρινε εαυτό αναρμόδιο να αποφανθεί επί της νομιμότητας αυτής.

Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είναι σαφές αν υπήρξε πράγματι διεθνής συμφωνία, αλλά ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν πράγματι δυνατή η άτυπη σύναψη διεθνούς συμφωνίας κατά τη συνάντηση της 18ης Μαρτίου 2016, η συμφωνία αυτή δεν συνήφθη από θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ένωσης κατά τη σχετική σύνοδο κορυφής με τον Τούρκο πρωθυπουργό, ενεργούσαν, υπό την  ιδιότητά τους ως εκπροσώποι των κρατών τους και όχι ως μέλη του θεσμικού οργάνου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Αναθεώρηση ή απαρέγκλιτη τήρηση των συμπεφωνηθέντων; 

Όποια θέση και αν υιοθετήσει κανείς σχετικά με τη νομική ή μη δεσμευτικότητα της «Κοινής Δήλωσης» δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι εκείνη την μέρα «κάτι» συμφωνήθηκε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Όπως λοιπόν κάθε συμφωνία, έτσι και η «Κοινή Δήλωση» μπορεί να αναθεωρηθεί και να βελτιωθεί.

Η σύνοδος κορυφής του Οκτωβρίου παρέχει την κατάλληλη ευκαιρία να θέσει η Ελλάδα επι τάπητος την ανάγκη για βελτιώσεις και προσθήκες στην «Κοινή Δήλωση». Λίγες μέρες άλλωστε νωρίτερα Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Μάλτα, συμφώνησαν επί της αρχής σε έναν εθελοντικό μηχανισμό κατανομής των προσφύγων που διασώζονται στην κεντρική Μεσόγειο. Ακόμα και αν δεν υπάρχει ομοφωνία, φαίνεται ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος για ανάληψη πρωτοβουλιών, μεταξύ εκείνων των κρατών μελών που επιθυμούν να προχωρήσουν συλλογικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Ελλάδα, έχει δεχθεί φέτος τις περισσότερες αφίξεις στην περιοχή της Μεσογείου, περίπου 45.600 από τις 77.400 αφίξεις – αριθμό μεγαλύτερο από τις αφίξεις που έχουν δεχθεί η Ισπανία, η Ιταλία, η Μάλτα και η Κύπρος συνδυαστικά. Η στήριξη, συνεπώς, της Ε.Ε. είναι αναγκαία. Με ή χωρίς αναθεώρηση.

Στάθης Πουλαράκης
Δικηγόρος με ειδίκευση σε ζητήματα Ασύλου και Μετανάστευσης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;