H δικηγόρος RBG ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου

Η δικηγόρος RBG με τη συνολική νομική σταδιοδρομία της παρέχει και μια εξαιρετική ευκαιρία αναστοχασμού της απονομής της δικαιοσύνης ως θεσμού ο οποίος υπηρετείται όχι μόνον από τους δικαστές αλλά και από τους δικηγόρους. Δεν υπερασπιζόταν τις γυναίκες αλλά την αρχή της ισότητας των φύλων.

Ο πρόσφατος θάνατος της δικαστoύ Ruth Bader Ginsburg έδωσε την τελευταία αφορμή για τον πάνδημο έπαινο του έργου της. Η σημασία της συνεπούς προοδευτικής δικαστικής στάσης της τονίσθηκε εντός και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, τις οποίες είχε την ευκαιρία να υπηρετήσει από την έδρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί είκοσι επτά συναπτά έτη. Δικαίως προβλήθηκε, μεταξύ άλλων, η συμβολή της στην ενίσχυση της ισότητας των φύλων όχι μόνον δια του δικαστικού λόγου της σε σημαντικές αποφάσεις ή γνώμες μειοψηφίας που εγράφησαν από την ίδια, αλλά και δια της συνολικής προσωπικής παρουσίας της ως κοινωνικού παραδείγματος.

Η RBG, όμως, με τη συνολική νομική σταδιοδρομία της παρέχει και μια εξαιρετική ευκαιρία αναστοχασμού της απονομής της δικαιοσύνης ως θεσμού ο οποίος υπηρετείται όχι μόνον από τους δικαστές αλλά και από τους δικηγόρους. Πριν από την ανάληψη δικαστικών καθηκόντων η RBG άσκησε τη δικηγορία, και μάλιστα είχε την ευκαιρία, κατά τη δεκαετία του 1970, να παραστεί έξι φορές ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Και οι έξι υποθέσεις, επί των οποίων παρέστη, σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με την ισότητα των φύλων, είτε οι κρίσιμες κάθε φορά διατάξεις αφορούσαν την φορολογία ή την κοινωνική προστασία είτε αφορούσαν την αναλογική συγκρότηση ενός σώματος ενόρκων.

Σε όλες τις περιπτώσεις τάχθηκε υπέρ της αντισυνταγματικότητας διατάξεων που έθιγαν την ισότητα των φύλων, και μάλιστα στις πλείστες εξ αυτών το θιγόμενο μέρος ήταν άνδρας. Η δικηγόρος RBG δεν υπερασπιζόταν τις γυναίκες αλλά την αρχή της ισότητας των φύλων. Κατανοούσε άριστα, ήδη από εκείνη τη δεκαετία, ότι η διατήρηση αδικαιολόγητα «ευνοϊκών» ρυθμίσεων υπέρ των γυναικών αποτελούσε κοντόφθαλμη υπεράσπιση των συμφερόντων τους, διότι νόθευε τα δικαιώματά τους θωπεύοντας ύποπτα – και, γι’ αυτό, αναπαράγοντας – τη μειονεκτική κοινωνική θέση των γυναικών.

Η ευκρινής στάση αρχών της δικηγόρου RBG αποκαλύπτεται παραδειγματικά σε μια στιχομυθία της με τον αρχιδικαστή Warren Burger κατά τη συζήτηση της υπόθεσης Kahn κατά Shevin ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 25η Φεβρουαρίου 1974. Μία διάταξη της Πολιτείας της Φλόριδα παρέσχε ένα φορολογικό προνόμιο στις χήρες. Η RBG, εκπροσωπώντας έναν χήρο, στον οποίο είχαν αρνηθεί τη χορήγηση του προνομίου, επιχειρηματολογούσε ότι είχε χωρήσει παραβίαση της αρχής της ισότητας των φύλων εις βάρος των ανδρών και υπέρ των γυναικών.

Κατά την αγόρευσή της ο αρχιδικαστής Burger ζήτησε να διευκρινισθεί αν η θέση της RBG ήταν ότι η ρύθμιση συνιστούσε μια ύποπτη κατηγοριοποίηση των γυναικών. Η RBG απάντησε ότι ύποπτη δεν είναι μια συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση αλλά η εν γένει χρησιμοποίηση του φύλου ως κριτηρίου διάκρισης υπέρ οιασδήποτε πλευράς× και συμπλήρωσε ότι, ακόμη και αν διακρίσεις παροχικού χαρακτήρα υπέρ των γυναικών φαίνεται υπό στενή οπτική να τις ευνοούν, μακροπρόθεσμα θίγουν τα συμφέροντά τους διότι υπόρρητα δικαιολογούν τα στερεότυπα του παρελθόντος και, συνεπώς, υποσκάπτουν την προοδεύουσα χειραφέτηση των γυναικών.

Στην ευτυχή για τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών περίπτωση της RBG η ευθύτητα της δικηγόρου έλαμψε στη συνέχεια ως ευθυκρισία της ανώτατης δικαστού. Η αμφίπλευρη υπηρεσία του ίδιου προσώπου ενώπιον και από της ανώτατης δικαστικής έδρας αναδεικνύει εναργώς τη σημασία που έχει για την απονομή της δικαιοσύνης τόσο ο ρόλος του δικαστή όσο και αυτός του δικηγόρου. Η αναζήτηση της δικαιοσύνης, ιδίως στις δυσχερείς υποθέσεις που αφορούν αξιακά ζητήματα της ατομικής ελευθερίας μας και της κοινωνικής συνοχής, είναι έργο κοινό και η απόφαση του δικαστή δεν είναι άσκηση εξουσίας αλλά προεχόντως δικαιοκρατικό βάρος, το οποίο περαιούται ασφαλέστερα με την αρωγή των επιχειρημάτων μιας ευκρινούς και συνεπούς δικηγορικής στάσης.

Για αυτόν τον λόγο, η θεσμική αναβάθμιση της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε μέτρα που αφορούν στο δικαστικό σώμα ή στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων, αλλά πρέπει να λαμβάνεται πάντοτε σοβαρά υπόψη η θέση του δικηγορικού λειτουργήματος ως εγγύησης άρτιας εκπλήρωσης του σκοπού της δίκης εντός του κράτους δικαίου.  

Κυριάκος Π. Παπανικολάου
Λέκτωρ Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Παράνομη υποκλοπή: Η απόφαση Bartinki v. Vopper του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ

H μετάδοση από έναν ραδιοφωνικό σταθμό μιας παράνομα ηχογραφημένης τηλεφωνικής συνομιλίας έδωσε το έναυσμα για μια αναμέτρηση του ιδιωτικού λόγου με τον δημόσιο διάλογο, η οποία οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε μια αναβίωση της τεχνικής της συγκεκριμένης στάθμισης για την προσέγγιση της ελευθερίας του λόγου.

Περισσότερα

Το Brexit και τα «θεμέλια του συντάγματος»: Η απόφαση Cherry/Miller (No 2) του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου

Η ομόφωνη απόφαση των έντεκα δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αφορά μόνο στις ειδικές περιστάσεις του Brexit, αλλά καταλαμβάνει τον πυρήνα της αρχής της διάκρισης των εξουσιών – τόσο του Κοινοβουλίου και της εκτελεστικής εξουσίας όσο και μεταξύ των δυο αυτών πολιτικών οργάνων και του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κρίνει ορθά πως η αναστολή του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να αφεθεί στην εκτελεστική εξουσία και τον πολιτικό έλεγχο των πράξεων της.

Περισσότερα