Το θέμα της Αγίας Σοφίας σαφώς και δεν είναι εσωτερική κυριαρχική υπόθεση της Τουρκίας, δεν είναι απλά πολιτιστικό ή έστω πολιτικό, σε επίπεδο όμως ελάσσονος πολιτικής σημασίας είναι θέμα όχι μόνο Διεθνούς Δικαίου αλλά και Διεθνούς Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η δε Τουρκία ελέγχεται για άλλη μια φορά για παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπέχουσα διεθνή ευθύνη για τις παραβιάσεις αυτές.

Η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας

Η απόφαση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στηριζόμενη σε «γνωμοδότηση» του ελεγχόμενου από αυτόν τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας, να μετατραπεί το μνημείο της Αγίας Σοφίας από Μουσείο σε τέμενος, χώρο θρησκευτικής λατρείας για τους Μουσουλμάνους (τζαμί), έχει προκαλέσει παγκοσμίως ποικίλες και ενίοτε αντιφατικές μεταξύ τους αντιδράσεις. Ο εκπρόσωπος του Στέητ Ντιπάρτμεντ εξέφρασε την ανησυχία του για το ότι το Μνημείο αυτό δεν θα το επισκέπτονται τουρίστες εφόσον θα είναι τόπος θρησκευτικής λατρείας και όχι Μουσείο, ο εκπρόσωπος του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών χαρακτήρισε το θέμα πολιτιστικό αλλά όχι νομικό, θεωρώντας ότι δεν υφίσταται υποχρέωση της Τουρκίας εκ του Διεθνούς Δικαίου να διατηρήσει την μουσειακή ιδιότητα του μνημείου, ο δε Υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας χαρακτήρισε το θέμα καθαρά εσωτερικό της Τουρκίας, το οποίο το χειρίζεται στο πλαίσιο της εθνικής της κυριαρχίας.

Μάλιστα, ο πλέον προκλητικός ήταν ο εκπρόσωπος του Ρώσου Προέδρου, ο οποίος απαξιώνοντας την πολιτιστική, πολιτική και διεθνοδικαιική διάσταση του θέματος, δήλωσε ότι οι Ρώσοι τουρίστες θα ωφεληθούν, διότι θα πληρώνουν τώρα φθηνότερο εισιτήριο!!! Βεβαίως υπήρξαν και οι επικριτικές δηλώσεις άλλων παραγόντων, κυρίως της ΕΕ (Ζοζέ Μπορέλ) και του Πάπα Φραγκίσκου Α΄, αλλά μάλλον σε ήπιους τόνους και χωρίς την παραμικρή έστω και φραστική καταδίκη της ενέργειας του Τούρκου Προέδρου. Από τις παραπάνω τοποθετήσεις διαπιστώνουμε ότι η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει το θέμα από τουριστικής πλευράς ως καθαρά εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας, χωρίς νομικές και άρα δεσμευτικές διαστάσεις για την Τουρκία, στην καλλίτερη περίπτωση οι όποιες αρνητικές αντιδράσεις επ’ ουδενί μπορούν να ευαισθητοποιήσουν την Τουρκία να μεταβάλει την απόφασή της.

Η σημασία της Αγίας Σοφίας ως ναού-συμβόλου για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία

Για εμάς τους Έλληνες απανταχού της γης αλλά και για το σύνολο των Ορθοδόξων Χριστιανών αποτελεί ως μεγαλοπρεπής ναός το ισχυρότερο σύμβολο της Ορθοδοξίας στην Βασιλεύουσα, μήτρα της Ορθοδοξίας, η οποία συνδέεται άρρηκτα με τον ελληνισμό κατά το Βυζαντινό κομμάτι της τρισχιλιετούς ιστορίας μας. Είναι σημείο αναφοράς στην εθνική και θρησκευτική ψυχοσύνθεσή μας και ο συμβολισμός που αποπνέει είναι βαθύς και έντονος. Αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα σύμβολο του Βυζαντίου από το 537 μ.χ. έτος των θυρανοιξίων της από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανό Α΄ έως το 1453 μ.χ. έτος της άλωσης της Κωνσταντινούπολης.

Η Αγία Σοφία ως ιερό μουσουλμανικό τέμενος και Μουσείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Αυτή είναι η ελληνική διάσταση της ιστορικής κα πολιτιστικής σημασίας της Αγίας Σοφίας. Υπάρχει όμως και η οθωμανική-μουσουλμανική ότι το μνημείο αυτό μετετράπη σε τέμενος (τζαμί) από τον Σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή αμέσως μετά την άλωση, όπου απέκτησε μεγάλη ιστορική και θρησκευτική σημασία για τους Οθωμανούς και το εν γένει το σουνιτικό στοιχείο του Ισλάμ. Από το έτος 1934 που ο πρώτος Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στο πλαίσιο της εκκοσμίκευσης της νεοπαγούς τότε Τουρκικής Δημοκρατίας, ιδρυτής της οποίας και υπήρξε, την μετέτρεψε σε Μουσείο μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, αρχίζει η τρίτη φάση της ιστορίας της, η κοσμική, επίσης με υψηλό συμβολισμό που σκοπό είχε να συναιρέσει την δυσιπόστατη ιστορική και πολιτιστική της χρήση ως ιερού χριστιανικού ναού και ιερού μουσουλμανικού τεμένους σε ένα κειμήλιο κοινό για την ανθρωπότητα.

Η Αγία Σοφία ως υπόθεση του Διεθνούς Δικαίου και της UNESCO

Στο πλαίσιο αυτής της διαπολιτισμικής χρήσης του ιστορικού αυτού Μνημείου ενετάχθη η Αγία Σοφία στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Με την Συνθήκη της UNESCO για την προστασία των μνημείων και περιοχών παγκόσμιας κληρονομιάς του 1981, ορίζεται ρητά πως για κάθε φυσική παρέμβαση και λειτουργικές αλλαγές στα καταγεγραμμένα κτίρια και τοποθεσίες θα πρέπει να υπάρχει η σχετική αδειοδότηση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Οργανισμού. Την ως άνω Συνθήκη έχει υπογράψει και επικυρώσει και η Τουρκία, άρα δεσμεύεται στις διατάξεις της, η δε απόφαση του Τούρκου Προέδρου έρχεται σε αντίθεση με αυτήν, εφόσον είναι σαφές και γίνονται ήδη οι σχετικές ενέργειες αναμόρφωσης του χώρου του μνημείου με τα βυζαντινά ψηφιδωτά από μουσειακό χώρο, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι χριστιανικές αγιογραφίες σε μουσουλμανικό χώρο λατρείας. Γενικόλογα, η παράβαση έγκειται στο γεγονός ότι τα κράτη-μέλη έχουν τη συμβατική υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι όποιες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν, την καθολική αξία των μνημείων που βρίσκονται στην επικράτειά τους, γεγονός το οποίο, εκ προοιμίου, αντίκειται στην μέχρι πρότινος εικόνα της Αγίας Σοφίας ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο της διεθνούς κοινωνίας και, κατά παράβαση, της μη ειδοποίησης, από την πλευρά του τουρκικού κράτους, των αρμοδίων οργάνων της UNESCO.

Κατά παράβαση, λοιπόν, του διαπολιτισμικού διαλόγου, ως πάγια και παραδεδεγμένη προτεραιότητα του Οργανισμού, στην περίπτωση της αποφάσεως του τουρκικού Συμβουλίου της Επικρατείας, υφίσταται διασάλευση του σκοπού της προστασίας των οικουμενικών καθολικών αξιών αλλά και τροχοπέδη στη συμβολή του ιδίου του Οργανισμού στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης του σεβασμού των ιδιαίτερων διαπολιτισμικών αξιών. Η απουσία διαλόγου, από την πλευρά του τουρκικού κράτους, είναι δείγμα της επιβλαβούς επίδρασης της στάσεως του όσον αφορά την πολιτιστική επίδραση της οικουμενικής κληρονομιάς και σαφής παραβίαση του πνεύματος και των διατάξεων που προτάσσει η Σύμβαση για την Παγκόσμια Κληρονομιά του 1972.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί χαρακτηριστικά, ότι από τη στιγμή που υφίσταται συμβατική δέσμευση των κρατών μελών στο πνεύμα των διατάξεων όλων των συναφών Συμβάσεων της UNESCO, το τουρκικό κράτος, κατά παράβαση, δεν ειδοποίησε υπαρχής τον Οργανισμό, ως όφειλε, και δεν έλαβε την παραμικρή συναφή γνωμοδότηση από την Επιτροπή Παγκόσμιας Κληρονομιάς ως όφειλε κατά τη Σύμβαση. Κατά συνέπεια οι θέσεις Ρωσίας και Γερμανίας ότι δήθεν είναι εσωτερική υπόθεση της Τουρκίας ή έχει μόνο πολιτιστικές αλλά όχι νομικές διαστάσεις, και των ΗΠΑ ότι το θέμα είναι τουριστικό, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι τοποθετήσεις αυτές όπως και οι χλιαρές αντιδράσεις όσων αποδοκίμασαν την ως άνω ενέργεια, οφείλονται προφανώς στην έλλειψη διάθεσης εκ μέρους όλων των παραγόντων της διεθνούς κοινότητας να μην ανοίξουν ένα ακόμα μέτωπο με την Τουρκία για ένα θέμα που το θεωρούν ήσσονος σημασίας, υποβαθμίζοντάς το σε θέμα εσωτερικό και μη νομικό.

Η υπόθεση της Αγίας Σοφίας υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ

Η νομική σημασία της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί έχει όμως και μία ακόμα διεθνοδικαιική διάσταση και μάλιστα σε επίπεδο διεθνούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δη της ΕΣΔΑ. Με την από 21-2-2019 απόφαση Ahunbay και λοιποί κατά Τουρκίας του ΕΔΔΑ εξετάστηκε για πρώτη φορά ζήτημα προστασίας πολιτιστικού μνημείου υπό την έποψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ κα των Πρόσθετων Πρωτοκόλλων της. Συγκεκριμένα, το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο της δυναμικής ερμηνείας των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ, που κάνει εδώ και δεκαετίες και ερμηνεύοντας τα δικαιώματα αυτά όχι στο διεθνοδικαιικό κενό αλλά σε συνάρτηση με το λοιπό Διεθνές Δίκαιο, ενέταξε στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή του άρθρου 8 παρ. 1 ΕΣΔΑ και το δικαίωμα στο περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει κατά το Δικαστήριο στην ως άνω απόφαση και το δικαίωμα στο πολιτιστικό περιβάλλον, όπως και στο δικαίωμα στην εκπαίδευση του άρθρου 2 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο πάντα στο πλαίσιο της δυναμικής του ερμηνείας περιλαμβάνει και το δικαίωμα πρόσβασης σε μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.

Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο περιόρισε το βεληνεκές του πεδίου προστασίας των δικαιωμάτων αυτών μόνο στο πλαίσιο των μνημείων που συνδέονται με την πολιτιστική κληρονομιά μειονοτήτων και αυτόχθονων πληθυσμιακών ομάδων. Η υπόθεση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε ιερό μουσουλμανικό τέμενος μπορεί να αποτελέσει πρόκληση για το ΕΔΔΑ κατά διττό τρόπο, εάν η υπόθεση αχθεί ενώπιον του. Αφενός το Δικαστήριο μπορεί να επανεξετάσει την νομολογία του και να διευρύνει σε συνδυασμό με τα όλο διεθνές συμβατικό πλαίσιο της UNESCO το πεδίο προστασίας των ανωτέρω δικαιωμάτων σε κάθε άνθρωπο που επιθυμεί την απόλαυση ενός ιστορικού πολιτιστικού μνημείου και την πρόσβαση σε αυτό με τον χαρακτήρα που έχει αναγνωρισθεί κατά το Διεθνές Δίκαιο της UNESCO. Αφετέρου, ακόμη κι αν ήθελε να εμμείνει στην ως άνω περιοριστική και συγκρατημένη νομολογία μπορεί να εντάξει την περίπτωση αυτή στα δεδομένα της νομολογίας Ahunbay καθόσον η επίμαχη μετατροπή θίγει τα δικαιώματα της ελληνορθόδοξης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία βλέπει την χρήση του μνημείου που περείχε και την ελληνορθόδοξη διάστασή της με τα ψηφιδωτά και τα λοιπά έργα βυζναντινής τέχνης να υποβαθμίζονται ή ακόμα και να εξαφανίζονται προς χάριν της χρήσης της ως ιερού μουσουλμανικού τεμένους για τις ανάγκες της θρησκευτικής λατρείας της μουσουλμανικής θρησκείας.

Κατά συνέπεια το θέμα της Αγίας Σοφίας σαφώς και δεν είναι εσωτερική κυριαρχική υπόθεση της Τουρκίας, σαφώς και το θέμα δεν είναι απλά πολιτιστικό ή έστω πολιτικό σε επίπεδο όμως ελάσσονος πολιτικής σημασίας, είναι θέμα όχι μόνο Διεθνούς Δικαίου αλλά και Διεθνούς Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η δε Τουρκία ελέγχεται για άλλη μια φορά για παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπέχουσα διεθνή ευθύνη για τις παραβιάσεις αυτές.

Η ιδιαιτερότητα της στάσης της Ρωσίας

Και κάτι τελευταίο για την στάση της «ομοδόξου» Ρωσίας και του Πατριαρχείου Μόσχας και Πασών των Ρωσιών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στάση της Ρωσίας που «αδειάζει» κυριολεκτικά για άλλη μία φορά διαχρονικά τις ελληνικές θέσεις και τα ελληνικά συμφέροντα υπαγορεύεται από γεωπολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα της τρέχουσας συγκυρίας. Όμως υπάρχει και μία άλλη παράμετρος που εξηγεί και την χαλαρή στάση του Ρωσικού Πατριαρχείου: Ο ανταγωνισμός του Πατριαρχείου Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τα πρωτεία στον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο, που οξύνθηκε τελευταία με την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αυτά για όσους ελπίζουν ακόμα αφελώς ότι «θα έρθει ο Μόσκοβος να φέρει το σεφέρι…».

Χαράλαμπος Τσιλιώτης
Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα μετά την πανδημία

Η μετάβαση από την επιτήρηση με τους όρους της παραδοσιακής ηλεκτρονικής παρακολούθησης, που αποσκοπεί, τύποις τουλάχιστον, στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, σε μια νέα εποχή όπου η βιομετρική παρακολούθηση θα επιτρέπει τελικά την ανίχνευση των ψυχολογικών αντιδράσεων και του «ενδιάθετου φρονήματος» όλων των πολιτών εν ονόματι της δημόσιας υγείας, θα συνιστούσε μια κοσμοϊστορική μεταβολή.

Περισσότερα

Ο δικαστής απέναντι στον κρατικό προϋπολογισμό

Οι δικαστές έχουν την αρμοδιότητα να ανατρέπουν με τις αποφάσεις τους τον κρατικό προϋπολογισμό και να κρίνουν πώς θα κατανεμηθούν οι δημόσιοι πόροι, ακυρώνοντας τις επιλογές του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη;

Περισσότερα