Μπορούσε πράγματι η κυβέρνηση να προχωρήσει σε αλλαγές στη δικαιοσύνη την περίοδο πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου;

Αναδημοσίευση
Η απόφασή της (παραιτηθείσας πλέον) κυβέρνησης να διορίσει νέα ηγεσία στην κορυφή της ελληνικής Δικαιοσύνης, η οποία ελήφθη από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 31 Μαΐου 2019, δηλαδή κατά τη διάρκεια μιας άτυπης προεκλογικής περιόδου είναι ένα ζήτημα που προκάλεσε έριδες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων με την αντιπολίτευση να κατηγορεί την κυβέρνηση για πλήγμα στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Το Syntagma Watch παραθέτει τις απόψεις δύο σημαντικών επιστημονικών συνεργατών, του κ. Κώστα Μποτόπουλου και του κ. Νίκου Παπασπύρου, οι οποίες απαντούν στο ερώτημα εάν η κυβέρνηση μπορούσε ή όχι να προχωρήσει στην απόφαση ενός τόσο ευαίσθητου ζητήματος την περίοδο πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου.

Ανεξαρτησίας Ουσία

Η απάντηση του Συνταγματολόγου κ. Κώστα Μποτόπουλου είναι «όχι, και συνάγεται αβίαστα από το Σύνταγμα, παρά το ότι δεν υπάρχει ρητή συνταγματική απαγόρευση». Οι λόγοι που παραθέτει είναι οι εξής:

  • Πρώτον, δεν είναι κατά θέμα αρμόδια: από τη στιγμή της πρωθυπουργικής ανακοίνωσης της παραίτησης της κυβέρνησης και της διενέργειας πρόωρων εθνικών εκλογών, των οποίων μάλιστα πλέον γνωρίζουμε τη δήλη ημερομηνία, έχουμε εισέλθει σε οιονεί προεκλογική περίοδο και η κυβέρνηση οφείλει να απόσχει από πολιτικές αποφάσεις που θα δέσμευαν τη διάδοχό της και θα προδιέθεταν για τη λειτουργία των θεσμών.
  • Δεύτερον, δεν διαθέτει ουσιαστική νομιμοποίηση: εφόσον ο Πρωθυπουργός ομολόγησε, ότι, λόγω του μεγέθους της ήττας στις ευρωεκλογές, η κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, και πάντως ζητά να αναβαπτιστεί σε αυτήν, δεν νομιμοποιείται να λαμβάνει αποφάσεις που συνδέονται με θεσμικές/πολιτειακές λειτουργίες.
  • Τρίτον, δεν είναι κατά χρόνο αρμόδια: η θητεία των δικαστών των οποίων συζητείται η αντικατάσταση λήγει στις 30 Ιουνίου και μόνο τότε η κυβέρνηση θα αποκτούσε, εάν δεν βρισκόμασταν σε προεκλογική περίοδο, και μάλιστα στο τέλος της, θεσμικό δικαίωμα να ασχοληθεί, χωρίς να εγείρει υπόνοιες μεροληψίας, με την αναπλήρωση των αποχωρησάντων.
  • Τέταρτον, θα έκαμπτε τη δικαστική ανεξαρτησία: επιλογή ανώτατων δικαστών, από εν αποδομή υπουργικό συμβούλιο, με Βουλή εκτός λειτουργίας, εν μέσω προεκλογικού αγώνα, και παρά την έγερση μείζονος θεσμικού ζητήματος από την πολιτική και επιστημονική κοινότητα, θα δημιουργούσε τεκμήριο πολιτικής παρέμβασης και θα δυσκόλευε την ανεπηρέαστη εκτέλεση των καθηκόντων τους από τους έτσι επιλεγέντες.

Διάλυση της Βουλής και Κυβερνητικές Αρμοδιότητες

Από την άλλη, ο Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική σχολή του ΕΚΠΑ κ. Νίκος Παπασπύρου επισημαίνει τη λύση της «συναινετικής διαχείρισης» και μάλιστα σε περιπτώσεις χωρών που ζουν για μήνες με υπηρεσιακές κυβερνήσεις, καθώς «η συναίνεση έχει τη δύναμη να καθιστά ζητήματα για τα οποία εμείς αντιδικούμε, “τρέχοντα”».

Για να διασαφηνίσει το θέμα του διορισμού της δικαστικής ηγεσίας εξηγεί πρώτα τις κυβερνητικές αρμοδιότητες, αναφέροντας ότι «έως τη διάλυση της Βουλής, η Κυβέρνηση που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης διαθέτει πλήρεις τις αρμοδιότητές της. Για τον ίδιο όμως λόγο, μετά τη διάλυση της Βουλής, η Κυβέρνηση ασκεί τις αρμοδιότητές της για τα τρέχοντα και όσα δεν επιδέχονται αναβολή».

Σχετικά με τα διαδικαστικά του διορισμού της δικαστικής ηγεσίας υπογραμμίζει ότι «η προαγωγή σε κορυφαίες θέσεις της δικαιοσύνης γίνεται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η έκδοση του διατάγματος μπορεί να γίνει μόνο αφού κενωθεί η προς πλήρωση θέση. Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Υπουργικό Συμβούλιο δρουν ως σύνθετο όργανο και επομένως πρέπει να σχηματίσουν σχετική βούληση κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος».

Στην υπόλοιπη επιχειρηματολογία του ο κ. Νίκος Παπασπύρου εξηγεί τι ισχύει κατά το Σύνταγμα ανάλογα με το χρόνο στον οποίο θα προκύψει η κενή θέση στο δικαστικό σώμα και διασαφηνίζει τα όρια που υπάρχουν στην ευχέρεια της κυβέρνησης να προσδιορίσει τα τρέχοντα ζητήματα:

  • Eάν υπάρχει κενή θέση πριν την (εξαγγελθείσα) διάλυση της Βουλής, το σύνταγμα δεν απαγορεύει την πλήρωσή της (ανεξαρτήτως των ζητημάτων θεσμικής δεοντολογίας που μπορεί να ανακύψουν). Εάν όμως η θέση κενωθεί μεσούσης της προεκλογικής περιόδου (με την αφυπηρέτηση ανώτατων δικαστικών στις 30 Ιουνίου) τίθεται ζήτημα. Διότι ακόμη κι αν το Υπουργικό Συμβούλιο υποβάλλει την πρότασή του από τώρα, κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο πρέπει να υπάρχει σχετική βούληση της Κυβερνήσεως είναι η 1η Ιουλίου, δηλαδή χρόνος στον οποίο η Κυβέρνηση διαχειρίζεται τα τρέχοντα και τα έκτακτα.
  • Ο αντίλογος εδώ είναι ότι η Κυβέρνηση διαθέτει ευχέρεια να προσδιορίσει ποια ζητήματα είναι τρέχοντα. Πράγματι. Ωστόσο, η ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη. Και το Συμβούλιο της Επικρατείας πρόσφατα διασαφήνισε ότι, σε αίτηση ακυρώσεως κατά διατάγματος προαγωγής, ελέγχεται δικαστικά εάν η προαγωγή έγινε σύμφωνα με το σύνταγμα (ΟλΣτΕ 435/2019).

Κώστας Μποτόπουλος («Ανεξαρτησίας Ουσία»)
Συνταγματολόγος

Νίκος Παπασπύρου («Διάλυση της Βουλής και Κυβερνητικές Αρμοδιότητες»)
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Οι παραπάνω τοποθετήσεις δημοσιεύθηκαν πρώτη φορά στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 30 Μαΐου 2019.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;