Η προσωπική επίθεση του αναπληρωτή υπουργού Υγείας κατά του υποψήφιου Ευρωβουλευτή της Ν.Δ. κ. Στέλιου Κυμπουρόπουλου αποτελεί πολιτική αντιπαράθεση στην οποία αρμόζει απερίφραστη αποδοκιμασία. Κατά πόσο, όμως, η χρονική στιγμή είναι κατάλληλη για να συγκροτηθεί ένας μείζονος σημασίας κοινοβουλευτικός διάλογος, όπως αυτός τον οποίο συνοδεύει μια πρόταση δυσπιστίας;

Οι πολιτικές και θεσμικές παρενέργειες της προσωπικής επίθεσης του αναπληρωτή υπουργού Υγείας κατά του υποψήφιου ευρωβουλευτή της Ν.Δ. κ. Στέλιου Κυμπουρόπουλου δεν αποτελούν μία εξέλιξη που θα καταγραφεί στην κοινοβουλευτική μας ιστορία ως εποικοδομητική και επωφελής. Οι απαράδεκτοι χαρακτηρισμοί εις βάρος ενός ανθρώπου με αναπηρία ασφαλώς αποτελούν εκδήλωση ρατσισμού και τους αρμόζει, αν μη τι άλλο, απερίφραστη αποδοκιμασία. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η άθλια συμπεριφορά συνιστά επαρκή βάση για να προκαλέσει έναν μείζονος σημασίας κοινοβουλευτικό διάλογο, όπως αυτός τον οποίο συνοδεύει μία πρόταση δυσπιστίας.

Η πρόταση δυσπιστίας και η μετατροπή της σε ψήφο εμπιστοσύνης ως συνταγματικά θεμιτές επιλογές

Η υποβολή πρότασης δυσπιστίας συνιστά το ισχυρότερο μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου που διαθέτει η αντιπολίτευση. Πρόκειται για έναν συνταγματικό μηχανισμό απονομής της ατομικής ή συλλογικής πολιτικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για να γίνει δεκτή η πρόταση απαιτείται να υπερψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή να λάβει 151 ψήφους.

Ταυτόχρονα, η πρόταση δυσπιστίας επιτελεί μία ισχυρή επικοινωνιακή λειτουργία, αφού στην πράξη δεν αποσκοπεί να ανατρέψει την κυβέρνηση και την καταγραφή ενός νέου συσχετισμού κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αλλά να μεγιστοποιήσει τη δημοσιότητα των αντιπολιτευτικών θέσεων κατά της κυβέρνησης. Είναι προφανές ότι σε αυτή την επικοινωνιακή λειτουργία προσβλέπει η πρόταση που εξήγγειλε ότι θα καταθέσει η αξιωματική αντιπολίτευση.

Η κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την πρόταση δυσπιστίας σε αίτημα παροχής ψήφου εμπιστοσύνης. Αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές τις προηγούμενες δεκαετίες, σε μία προσπάθεια της «απειλούμενης» κυβέρνησης να στρέψει υπέρ της το επικοινωνιακό παιχνίδι. Εν προκειμένω, για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση απαιτείται κοινοβουλευτική πλειοψηφία τουλάχιστον 120 βουλευτών.

Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η πολιτική αντίδραση του πρωθυπουργού, εκτός των άλλων, συνιστά πράξη άμεσης στήριξης του αναπληρωτή υπουργού Υγείας. Αν ο πρωθυπουργός επιλέγει να επικροτεί με έναν τόσο ισχυρό συμβολισμό τις δηλώσεις του υπουργού του, τότε προφανώς βαρύνεται εξίσου για το απαράδεκτο περιεχόμενό τους.

Είναι η χρονική συγκυρία κατάλληλη;

Τόσο η επιλογή της πρότασης δυσπιστίας όσο και η απάντηση με τη μετατροπή της σε ψήφο εμπιστοσύνης αποτελούν διαδικασίες συνταγματικά θεμιτές. Κατά τη γνώμη μου όμως, η χρονική στιγμή και οι όροι υπό τους οποίους θα διεξαχθεί μία τέτοια συζήτηση είναι φανερό ότι θα λειτουργήσουν απαξιωτικά για τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που έχουν ήδη δεχθεί τα τελευταία χρόνια πολλαπλά πλήγματα.

Η διεξαγωγή της κρίσιμης κοινοβουλευτικής διαδικασίας λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις επερχόμενες διπλές εκλογές, στο πλαίσιο μίας μακράς προεκλογικής περιόδου ενόψει και των αναμενόμενων βουλευτικών εκλογών, δεν εισφέρει τίποτα θετικό στην πολιτική ζωή. Προσωπικά θα ευχόμουν όχι μόνο την έμπρακτη αποδοκιμασία των δηλώσεων του υπουργού, αλλά και την αυτοσυγκράτηση όλων των πλευρών για την προστασία της αξιοπιστίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.

Ξενοφών Κοντιάδης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 24 Απριλίου 2019. Φωτογραφία: Γιώργης Γερόλυμπος.  

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;