Η Βουλή είναι οίκος ανοχής, οίκος ανοχής όμως της Δημοκρατίας, δηλαδή θεσμός που αγαπά τη δημοκρατία και τη θρέφει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι Βουλή υπάρχει παντού όπου αναγνωρίζουμε τη λειτουργία δημοκρατικών καθεστώτων. Η σύνδεση είναι αναγκαία, σχεδόν εννοιολογική.

Η πολιτική περίοδος που άνοιξε το 2010 στη χώρα μας με την εμφάνιση του Μνημονίου υπέβαλε σε κρίση τη λειτουργία και την αποδοχή πολλών δημοκρατικών θεσμών. Τη μεγαλύτερη, ίσως, δοκιμασία έχει περάσει ο κορυφαίος των θεσμών αυτών, η Βουλή των Ελλήνων.

Ανέκαθεν κυκλοφορούσαν υποτιμητικές κριτικές για την αποζημίωση των βουλευτών, τις ασυλίες τους, τον πραγματικό τους ρόλο στη λειτουργία του πολιτεύματος, με τέτοια διάδοση και ιστορικό βάθος στο μυαλό πολλών πολιτών ώστε να χρησιμοποιούνται ευρέως, συχνά με τρόπο σκωπτικό, χωρίς συνειδητοποίηση του αντικοινοβουλευτικού τους παρελθόντος.  

Μετά το 2010, τα πράγματα σοβάρεψαν: οι σκηνές διαδηλώσεων, πραγματικά μεγάλου όγκου, όπου οι «αγανακτισμένοι» ζητούσαν επιτακτικά «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή» απέκτησαν σοβαρή, συμβολική και πραγματική πολιτική λειτουργία με συνειδητοποιημένη αντικοινοβουλευτική διάθεση. Η μομφή, αφενός για το ότι το πολιτικό σύστημα, όπως εκφραζόταν από τη Βουλή, μας έφτασε στο χείλος της χρεωκοπίας, αφετέρου για τις ανεπαίσθητα κολακευτικές εικόνες να ψηφίζονται εντός ελαχίστου χρόνου νομοθετικές ρυθμίσεις εκατοντάδων σελίδων για αναρίθμητα ζητήματα «καθ’ υπαγόρευση», εντυπώθηκε για τα καλά στο νου πάρα πολλών συμπολιτών μας. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, χρειάζεται να υπάρξει ένα άλλο σύστημα.

Η σχέση μεταξύ Βουλής και Δημοκρατίας

Η Βουλή είναι οίκος ανοχής, οίκος ανοχής όμως της Δημοκρατίας, δηλαδή θεσμός που αγαπά τη δημοκρατία και τη θρέφει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι Βουλή υπάρχει παντού όπου αναγνωρίζουμε τη λειτουργία δημοκρατικών καθεστώτων. Η σύνδεση είναι αναγκαία, σχεδόν εννοιολογική.  

Η απόδοση στη συγκρότηση της Βουλής μιας βαθιάς δημοκρατικής λειτουργίας από το 18ο αιώνα και μετά αποδίδεται στη συγκρότηση εθνικών κρατών μεγάλης έκτασης και εκατομμυρίων πολιτών, όπου η λειτουργία του αθηναϊκού δήμου φάνταζε ουτοπική. Εξίσου γνωστό με το παραπάνω είναι και το επιχείρημα του καταμερισμού εργασίας στον κοινωνικό βίο. Αναμφισβήτητα, αυτές οι διαπιστώσεις αποτυπώνουν ένα μερίδιο της αλήθειας, δεν είναι όμως αποκλειστικές εξηγήσεις, ούτε καν ίσως οι βαθύτερες. Άλλωστε, η δεύτερη διαπίστωση έχει οδηγήσει ήδη μεσοπολεμικά στην πρόταση για συγκρότηση επαγγελματικών συνελεύσεων αντί των συνελεύσεων «γενικής σύνθεσης» που είναι τα κοινοβουλευτικά σώματα.

Η πρώτη διαπίστωση, για δύο αιώνες σχεδόν αυταπόδεικτη, παρ’ όλες τις προσπάθειες αντικοινοβουλευτικών να φανταστούν με μπρίο άλλες μορφές πολιτικής οργάνωσης, στον 21ο αιώνα της τεχνολογίας έχει χάσει μεγάλο μέρος της ισχύος της: τι εμποδίζει τη λειτουργία του αθηναϊκού δήμου σε κλίμακα εκατομμυρίων την εποχή του διαδικτύου;

Η καταστατική για τη σύγχρονη δημοκρατία ύπαρξη της Βουλής πρέπει να αποδοθεί αλλού. Ούτε στο μέγεθος του κράτους, ούτε στην εξειδίκευση per se, αλλά στη διαβούλευση. Όποιος ορισμός της δημοκρατίας απαιτεί την αποτύπωση μιας βούλησης από πολλούς μαζί που συγκροτούνται σε σώμα  (απόφαση λαού, βουλής, πολυκατοικίας), μία κατασκευή πραγματικά αλχημική. Αφού μιλάμε για μία βούληση πολλών, οι πολλοί πρέπει να έχουν έναν ορίζοντα (το κοινό καλό ή το γενικό συμφέρον)  και κάποια κριτήρια στα οποία η βούληση των πολλών θα συμπέσει.

Η πρώτη προϋπόθεση έχει, ίσως αξεπέραστα, τεθεί από το Ρουσσώ: ενδιαφέρει η «γενική» βούληση, όχι η κοινή βούληση όλων, ως πραγματικό γεγονός. Η τελευταία δεν είναι δημοκρατική, γιατί μπορεί πολύ απλά να είναι η σύμπτωση και το άθροισμα  βουλήσεων που αφορούν το ιδιωτικό συμφέρον του καθενός. Η δεύτερη προϋπόθεση βρίσκεται στην καρδιά κάθε βουλευόμενου σώματος πολλών: είναι η ανταλλαγή επιχειρημάτων, η συζήτηση, η πρόταση, αντιπρόταση και σύνθεση ανάμεσα σε κριτήρια δημόσια, γιατί είναι εκφερόμενα.

Αυτός ο συνδυασμός επιτρέπει την παραγωγή συμβιβασμών στις πράγματι σύνθετες και πελώριες κοινωνίες μας και αυτό κάνουν οι βουλευτές στις επιτροπές και την Ολομέλεια, συχνά πέρα και έξω από τα φώτα της δημοσιότητας, η δε ανάγκη εκλογής τους επιτρέπει τη μεταφορά στη Βουλή κοινωνικών ανησυχιών. Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί γιατί τα κύρια βουλευόμενα σώματα σε μια δημοκρατία πρέπει να είναι «γενικής συνθέσεως», δηλαδή πολίτες ψηφίζουν πολίτες και όχι μια επαγγελματικής φύσεως συνάρθρωση. Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί γιατί μια δημοσκόπηση ή μια τυχαία ηλεκτρονική ψηφοφορία σε μία ιστοσελίδα δεν είναι εξ ορισμού δημοκρατία, αλλά μια τυχαία πρόσθεση ιδιωτικών βουλήσεων.

Τίποτα δεν επιβεβαίωσε τα παραπάνω περισσότερο από το έτος 2015. Η για καλό ή κακό, ανανέωση του πολιτικού συστήματος έγινε δια της Βουλής. Και η κρίση του θέρους του 2015 δεν λύθηκε από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015. Λύθηκε στη Βουλή σε κάποιες ψηφοφορίες που θύμιζαν εκείνες του 2010 και του 2012, στα μέσα Ιουλίου και στα μέσα Αυγούστου 2015.

Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να κριθούν συνταγματικές προτάσεις ως η ισχυροποίηση του ΠτΔ ή η θέσπιση διαδικασιών λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας και δημοψηφίσματος. Δεν μπορούν παρά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Αν αμφισβητηθεί ο κεντρικός ρόλος της Βουλής, δεν υπάρχει ούτε λαός ούτε δημοκρατία.

Ιωάννης Κουτσούκος
Δικηγόρος Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η περίοδος της απόλυτης Μοναρχίας (1833-1843)

Ο Όθωνας, ο οποίος έφθασε στο Ναύπλιο το 1833 με την υποστήριξη των προστάτιδων δυνάμεων (Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας) ανακηρύχθηκε «ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» και το ελληνικό κράτος κληρονομική (όχι όμως και συνταγματική) μοναρχία, το ανεξάρτητο «Βασίλειο της Ελλάδος». Μάλιστα, το ανεφάρμοστο Ηγεμονικό» Σύνταγμα του 1832 του επέτρεψε να βασιλεύσει στην Ελλάδα για περισσότερο από μια δεκαετία ως απόλυτος μονάρχης, χωρίς συνταγματικούς περιορισμούς.

Περισσότερα

Ποιο είναι το κοινωνικό χρέος του πολίτη, ως πολιτικού όντος, στο πλαίσιο της σημερινής διαδικασίας άσκησης πολιτικής;

Η δημοσιονομική κρίση των τελευταίων χρόνων γίνεται αφορμή εκ νέου ανάδειξης της αναγκαιότητας της Πολιτικής σε ένα πλαίσιο στο οποίο το ερώτημα «από ποιους, υπέρ ποιων και σε βάρος ποιων ασκείται η εξουσία» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ποιο είναι, όμως, το κοινωνικό χρέος του πολίτη;

Περισσότερα