Τι (δεν) εννοούμε όταν επικαλούμαστε τον κυρίαρχο λαό; Πώς θα μπορούσε να καταλυθεί η Δημοκρατία;

Η δημοκρατία, στον εγγενή της πυρήνα, δεν σημαίνει παρά τη δυνατότητα της διαφωνίας ως τρόπου ζωής, ακριβώς επειδή προϋποθέτει μια θεμελιώδη σιωπηρή ομοφωνία: Ότι ο κυρίαρχος λαός ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε παρών, η κυριαρχία του, ωστόσο, δεν ανάγεται παρά στον αμοιβαίο σεβασμό των εκάστοτε μελών του ως διακριτών ελεύθερων και ισότιμων προσώπων.

Η Δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη. Το θαυμάσιο αυτό ρητό είναι ενός ψηφίσματος της Αναθεωρητικής Βουλής που μετά από λίγους μήνες θα θέσπιζε το ισχύον δημοκρατικό Σύνταγμα. Η εν λόγω Βουλή, παρά τον επίσημο αυτοχαρακτηρισμό της, συντάσσοντας το νέο πολίτευμα, υπήρξε ασφαλώς λιγότερο αναθεωρητική και περισσότερο συντακτική. Το ρητό προαναγγέλλει εμμέσως μεν, αλλά με αξιοθαύμαστη κατηγορηματικότητα και ηρωική αυτοπεποίθηση, την πρέπουσα τύχη κάθε επίδοξου πραξικοπηματία.

Αν δεχθούμε ωστόσο ότι το πλέον ανθεκτικό και αξιόμαχο των πολιτευμάτων, η Δημοκρατία, ουδέποτε καταλύεται, ακριβώς επειδή (αγνοώντας άλλους τρόπους και σημασίες της εν λόγω πολιτειακής μεταβολής) ουδείς δύναται να την καταλύσει δια νόμου (δικαίω), πότε, πώς και από ποιόν ιδρύεται η Δημοκρατία; Αν η κατάλυσή της δια νόμου είναι εξ αντικειμένου αδύνατη, πώς είναι δυνατή κατά τον ίδιο τρόπο (δικαίω) η καθιέρωσή της;

Εξ υποκειμένου, αν κάποιος ήταν πράγματι σε θέση να την ιδρύσει, θα μπορούσε ασφαλώς και να την καταλύσει. Και ο εν λόγω δράστης, δηλαδή αυτόχειρας, σύμφωνα με την τρέχουσα (ψευδο)δημοκρατική ιδεολογία, που απλώς ανάγει τη δημοκρατία στην τήρηση μιας άχρωμης και ισχνής διαδικαστικής αρχής της πλειοψηφίας, δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον κυρίαρχο λαό.

Το ιστορικό παρελθόν της έννοιας «λαός»

Ωστόσο, αν εμπειρικά αναζητήσουμε τον λαό πριν από την ίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν θα ψηλαφήσουμε παρά ένα πλήθος ανθρώπων. Όταν δε εκ των υστέρων κληθούμε να ερμηνεύσουμε ή να αξιολογήσουμε τα γεγονότα που, κατά τους ιστορικούς, οδήγησαν στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας, όσο πλησιάζουμε προς το υποτιθέμενο χρονικό σημείο 0, δεν συναπαντούμε παρά άτομα ή πανηγυρικές συναθροίσεις ατόμων που απλώς ήδη μιλούν, στη συνταγματική γλώσσα, εν ονόματι του κυρίαρχου λαού (όχι πλέον απλώς χάριν του λαού)∙ σαν πράγματι να ιδρύει ο ίδιος ο λαός μυστηριωδώς τη Δημοκρατία∙ ως εάν η ίδια η ύπαρξή του να είναι, συνεπώς, πρότερη του δημοκρατικού πολιτεύματος.  

Εξακολουθούμε, μάλιστα, να αναφερόμαστε μάλλον υπερβατικά στον κυρίαρχο λαό, με το κρίσιμο ιστορικό του παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ίδιο κύριο όνομα, και να τον επικαλούμαστε ρητά ή σιωπηρά, παρότι τη στιγμή που μιλούμε ως εδώ και τώρα μέλη του δεν βρίσκονται πια στη ζωή κανένα από τα τότε (κατά την ανακήρυξη της δημοκρατίας) ένδοξα θνητά μέλη του ή τους μεταξύ ίσων αντιπροσώπους τους. Γιατί να μη πρόκειται, λοιπόν, για έναν ακόμη από τους πολλούς δημοκρατικούς, δηλαδή ευρέως διαδεδομένους, μύθους, ή στην καλύτερη περίπτωση απλώς για δημοκρατική πίστη (την καθαγιασμένη δεισιδαιμονία των πάρα πολλών ως πολιτική νεκροφιλία);

Οι εξουσίες του λαού

Οι περισσότεροι διακρίνουν και αντιδιαστέλλουν τις εξουσίες του λαού (του λαού ως μόνης πηγής των εξουσιών) πριν από και μετά την ίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος∙ συνταγματικά μιλώντας, αφ’ ενός, πριν από την ισχύ του δημοκρατικού συντάγματος, ο λαός καλείται μέσω αντιπροσώπων να ασκήσει συντακτική εξουσία, αφ’ ετέρου, μετά την ισχύ του, ο ίδιος λαός (όχι απλώς το εκλογικό σώμα) καλείται ομοίως να ασκήσει συντεταγμένη εξουσία∙ καθότι όλες μεν οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό, ασκούνται, ωστόσο, κατά το Σύνταγμα (το οποίο – ορθά! – επιφυλάσσει στο εκλογικό σώμα μια μάλλον δευτερεύουσα λειτουργία). Μήπως είναι όμως πολύ αισιόδοξη, δηλαδή επιπόλαιη, η εν λόγω συνταγματολογική αντίληψη;

Πλείστα δημοκρατικά Συντάγματα, πράγματι, δεν επιτρέπουν την πλήρη αναθεώρησή τους (δηλαδή την κατάργησή τους). Εκτός από διαδικαστικά εμπόδια, θέτουν και ουσιαστικούς περιορισμούς στο (σύνθετο ή μη) αναθεωρητικό όργανο του κράτους, συνυφασμένους με τη διατήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος εις το διηνεκές. Ωστόσο, ένα από αυτά τα συντάγματα, ο Θεμελιώδης Νόμος της Γερμανίας π.χ. προβλέπει επίσης ότι χάνει ο ίδιος την ισχύ του την ημέρα που ο γερμανικός λαός θα θέσει κυρίαρχα σε ισχύ ένα νέο Σύνταγμα. Πώς, λοιπόν, αυτή η πρόβλεψη θα μπορούσε να εναρμονιστεί με τη λεγόμενη ρήτρα αιωνιότητας που αποτρέπει την κατάλυση του δημοκρατικού συντάγματος, ιδίως μέσω των ουσιαστικών περιορισμών, καλύτερα των εγγενών ορίων (και όχι των εξωγενών εμποδίων), που θέτει στην εξουσία αναθεώρησής του;

Αν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας, δηλαδή στην ονομαστική της αξία, τη ρήτρα αιωνιότητας, αν αυτή αφορά, επομένως, όχι μόνο το μέλλον, αλλά και το παρελθόν, τότε η δημοκρατία, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, μάλλον πράγματι δεν δύναται να καταλυθεί διά νόμου (δικαίω), ακριβώς επειδή ουσιωδώς δεν δύναται ούτε να ιδρυθεί διά νόμου. Το γεγονός της ανακήρυξης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος δεν σημαίνει, δηλαδή, παρά ότι, σε κάποιο αυθαίρετο (από την οπτική γωνία της αιωνιότητας) χωροχρονικό πλαίσιο, βαπτίζεται πανηγυρικά με ένα κύριο όνομα (κατά το δυνατόν ομόρριζο προς αυτό του κυρίαρχου λαού) ένα σύνολο μελλοντικών θεσμών που καθ’ εαυτοί μόνον ιστορικά είναι πρωτογενείς (ως πρωτοεμφανιζόμενοι στη σκηνή του δράματος).

Διότι, από την οπτική γωνία των θεμελιωδών αρχών, του μόνου εύλογου αντικειμένου της ρήτρας αιωνιότητας, η εν λόγω συντακτική πράξη δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτε από τους θεμελιώδεις λόγους που ήδη μας δέσμευαν πριν από τη δημόσια εξαγγελία τους (χαρακτηριστικές εν προκειμένω κάποιες πασίγνωστες επαναστατικές διακηρύξεις). Για παράδειγμα, η γνωστοποίηση ενός τετριμμένου μαθηματικού υπολογισμού, όπως, δηλαδή, το 1+1=2 που κάποιος κάπου κάποτε πρώτος ισχυρίσθηκε ότι αποτελεί, κατά το μη αναγώγιμο περιεχόμενό του, γεγονός γνησίως μαθηματικό (και όχι ιστορικό: το άθροισμα 1+1=1 ήταν, είναι και θα είναι αδύνατο), έτσι και η ανακήρυξη της δημοκρατίας απλώς αναγνωρίζει στον πυρήνα της μια υφιστάμενη ηθική πραγματικότητα και δεν την κατασκευάζει.

Κατά την περίφημη Διακήρυξη λοιπόν, των δικαιωμάτων της γυναίκας και της πολίτισσας, γραμμένη από την Olympe de Gouges την 5.9.1791, αν κάποιος (κάποια…) δύναται να ανέβει στο ικρίωμα και όλοι αδιακρίτως έχουμε το, ούτως ειπείν, εξισωτικό προνόμιο να βρεθούμε στο ικρίωμα, τότε έχει εκ προοιμίου και το δικαίωμα να ανέβει στο δημοκρατικό βήμα.

Τούτο μάλλον προϋποθέτει, στο επίπεδο μιας ζητούμενης εύλογης θεμελίωσης, ότι καθένας μας και όλοι μαζί συλλογικά, έχει ήδη με μόνη τη γέννησή του (την ύπαρξή του ως προσώπου), το πρότερο ηθικό καθήκον της δημιουργίας και της διατήρησης δημοκρατικών θεσμών∙ να ανταποκριθεί, δηλαδή, με επιτυχία σε μια συγκεκριμένη μεν ιστορική και πολιτική πρόκληση, η οποία όμως συνυφαίνεται με την ισχύ και τη δεσμευτικότητα ιδιαίτερα επιτακτικών καθολικών λόγων (διαφορετικά είναι αδιαφανής και ακατανόητη)∙ συναφώς δε να αντιμετωπίσει με επάρκεια τη διαρκή ζήτηση της καλύτερης δυνατής ερμηνείας της δημοκρατικής αρχής στην εκάστοτε ιστορική και πολιτική συγκυρία: τα μαθηματικά – εδώ ως αντιπαράδειγμα – δεν θέτουν ζητήματα (τέτοιας) ερμηνείας∙ αποτελούν επιστήμη.

Ο λαός στο πλαίσιο της Δημοκρατίας

Η δημοκρατία, στον εγγενή της πυρήνα, δεν σημαίνει παρά τη διαφωνία, τη δυνατότητα της διαφωνίας και ως τρόπου ζωής, ακριβώς επειδή προϋποθέτει μια θεμελιώδη σιωπηρή ομοφωνία: ότι ο κυρίαρχος λαός ήταν, είναι και θα είναι μεν πάντοτε παρών, η κυριαρχία του, ωστόσο, δεν ανάγεται παρά στον αμοιβαίο σεβασμό των εκάστοτε μελών του ως διακριτών ελεύθερων και ισότιμων προσώπων. Για αυτό, περαιτέρω, τα εξωτερικά σύνορα μιας Δημοκρατίας, καθ’ εαυτά αυθαίρετα ως ιστορικά, (πρέπει να) συμπίπτουν με τα ανοικτά εσωτερικά όριά της: στην καντιανή επινόηση για παράδειγμα του δημοκρατικού κοσμοπολιτισμού η ιδιότητα του πολίτη των λαών καλείται να υπερβεί τα αυθαίρετα σύνορα των κρατών.

Ένα νοητικό πείραμα θα αποτελούσε την κατάλληλη κατακλείδα των προκείμενων σκέψεων, διασκεδάζοντας έτσι και κάποιες δημοφιλείς δήθεν δημοκρατικές ανησυχίες. Έστω ότι ο αξιοσέβαστος συμπολίτης μας Χ εμφανίζεται στην Πλατεία Συντάγματος, κρατώντας στα χέρια του ως σύγχρονος Μωυσής το νέο Σύνταγμα του άλλου περιούσιου λαού, πολύ καλύτερο (δεν είναι δα και ιδιαίτερα δύσκολο) από το ισχύον Σύνταγμα. Το πολύ καλύτερο Σύνταγμά του, όχι μόνον αδυνατεί να κατισχύσει από μόνο του το κανονιστικό του περιεχόμενο, παρά την κρίσιμη ουσιώδη ομοιότητά του με το ισχύον (ο Χ δεν θα φιλοδοξούσε ασφαλώς να επινοήσει τη συνταγματική γλώσσα), αλλά μάλλον θα εκληφθεί από όλους εμάς τους συμπολίτες του ως γνήσιο πιστοποιητικό πολιτικής ιδιωτείας.

Η περίπτωση του πραξικοπήματος (ιδιαίτερα του επικρατούντος στρατιωτικού) δεν συγχωρεί μεν τέτοιες αστειότητες, η εκδήλωσή του αποτελεί όμως και αυτή ενέργημα άξιο να δικαιολογήσει την έκδοση του ίδιου πιστοποιητικού: το πραξικόπημα (ακόμη και το θεσμικά πλέον επιδερμικό, π.χ., μια ad hoc νομολογία που δεν αποτελεί παρά δικαστικό πραξικόπημα ή ένα ευκαιριακό, ούτως ειπείν, δημοψήφισμα πιέσεως) δεν σημαίνει εν προκειμένω παρά τη δημοκρατική ύβρη ότι ο Χ, αγνοώντας τους ελεύθερους και ισότιμους πολίτες, παίρνει στα βρώμικα χέρια του μια αποκλειστικά δική τους δημόσια υπόθεση ως συλλογικού σώματος, διανεμητικά συγκροτημένου και διαρκώς παρόντος, όχι υπερβατικά, αλλά με τη σάρκα και τα οστά των προσώπων που το συναπαρτίζουν ενός προς ένα.

Φίλιππος Βασιλόγιαννης
Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;