Η «θεσμική εκτροπή» δεν μπορεί να ισοδυναμεί με τη συνήθη αναφορά σε συντρέχουσα παραβίαση του Συντάγματος, ούτε όμως και με την οριακή περίπτωση της κατάλυσης (ή απόπειρας κατάλυσής) του.

Η «θεσμική εκτροπή» είναι ένα ζευγάρι λέξεων που θα συναντήσει κανείς πολύ περισσότερο στα χείλη των πολιτικών, από ότι στα κείμενα της νομικής επιστήμης. Είθισται να εντοπίζει – και να καταλογίζει – μια ορισμένη σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας των πολιτειακών μας θεσμών· το νόημά της, ωστόσο, δεν είναι ευδιάκριτο για τον ακροατή ή δεδομένο για τον επιστήμονα. Θα μπορούσε κανείς, με κριτική διάθεση, να τη χαρακτηρίσει ως «όρο-βαλίτσα», τον οποίο ο καθένας γεμίζει καταπώς επιθυμεί και τον πηγαίνει κατά που επιδιώκει.

Σίγουρα από την άλλη, στο μέτρο που είναι μια έννοια που αναφέρεται στη νομική δομή της πολιτείας, τον τρόπο διακυβέρνησης κ.λ.π., θα είχε ιδιαίτερη αξία να σκεφτούμε ποιο θα μπορούσε να είναι ή πού θα μπορούσε να κινείται το νομικό της νόημα. Η ίδια, εξάλλου, η άσκηση δημόσιας – πολιτικής κριτικής αποκτά διαφορετική θεσμική σημασία όταν διαθέτει έναν, πάνω-κάτω, ορισμένο νομικό άξονα και ένα αντίστοιχο πεδίο αναφοράς. Απαραίτητη θα ήταν, επί του προκειμένου, η συν-εξέταση με κάποιες από τις έννοιες του Συνταγματικού Δικαίου.

Θεσμική Εκτροπή vs Παραβίαση – Καταστρατήγηση – Κατάλυση του Συντάγματος

Η λεγόμενη θεσμική εκτροπή, καταρχάς, θα πρέπει να διακριθεί τόσο από την παραβίαση, όσο και από την κατάλυση του Συντάγματος. Όταν τα κρατικά όργανα, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, αναιρούν ή αγνοούν το περιεχόμενο μιας συνταγματικής διάταξης, π.χ. για το πώς ψηφίζεται ένας νόμος ή ασκείται ένα δικαίωμα του πολίτη, τότε λέμε ότι την παραβιάζουν. Κάτι πολύ διαφορετικό και ασφαλώς, οριακό είναι όταν δεν αγνοείται απλώς, αλλά θίγεται η ισχύς, όχι μονάχα μιας ή περισσοτέρων διατάξεων αλλά του ίδιου του Συντάγματος: με την έννοια της ανατροπής ή προσβολής του πολιτεύματος, αδυναμίας ή παρεμπόδισης λειτουργίας ενός βασικού οργάνου ή ενός θεμελιώδους θεσμού του (π.χ. Κοινοβούλιο)· τότε έχουμε κατάλυση του Συντάγματος.

Διαφορετική εξάλλου και από την περίπτωση παραβίασης του Συντάγματος, είναι η καταστρατήγησή του. Όρο, με τον οποίο αποκαλούμε την πρακτική των κρατικών οργάνων να ακολουθούν μεν φαινομενικά μια συνταγματική πρόβλεψη, επί της ουσίας όμως δε να την εφαρμόζουν προσπερνώντας ή διαστρέφοντας το νόημά της. Ανά καιρούς, αρκετές είναι οι περιπτώσεις που έχουν συζητηθεί στη συνταγματική επιστήμη για το εάν αποτελούν παραδείγματα καταστρατήγησης, όπως λ.χ. το καθεστώς αδειοδότησης των καναλιών, η σύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας με προσφυγή σε γενικές βουλευτικές εκλογές, η έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου δίχως να συντρέχουν πάντα οι προϋποθέσεις έκδοσής τους κ.ά.

Θα μπορούσαμε λοιπόν, να προσεγγίσουμε τη «θεσμική εκτροπή» με άξονα τα παραπάνω. Δεν μπορεί να ισοδυναμεί με τη συνήθη αναφορά σε συντρέχουσα παραβίαση του Συντάγματος, ούτε όμως και με την οριακή περίπτωση της κατάλυσης (ή απόπειρας κατάλυσής) του. Ίσως πολύ πιο εύστοχο θα ήταν να λέγαμε ότι λαμβάνει χώρα «θεσμική εκτροπή» όταν έχουμε σοβαρή καταστρατήγηση του Συντάγματος, σε ότι αφορά ρυθμίσεις του που συνδέονται με θεσμούς ζωτικούς για τη λειτουργία του πολιτεύματος. Ή όταν διαμορφώνεται ένα κλίμα, από τις πρακτικές και τα λεγόμενα των αξιωματούχων της πολιτείας, που να επιτρέπει ή να ενθαρρύνει την παραβίαση των συνταγματικών διατάξεων.

Στέργιος Μήτας
Λέκτορας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;