Σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος. Αυτό σημαίνει ότι οι βουλευτές οφείλουν να απασχολούνται κατά κύριο λόγο με θέματα που αφορούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και όχι με τοπικές υποθέσεις. Ως μέλη του νομοθετικού σώματος η συνεισφορά τους στο νομοθετικό έργο μπορεί να καταστεί σημαντική.

Πολλοί από εμάς έχουμε την εντύπωση ότι, ως προς το νομοθετικό έργο της Βουλής, η δουλειά κάθε μεμονωμένου βουλευτή ισοδυναμεί με… αναδουλειά! Η εντύπωση αυτή υποβάλλεται από την εικόνα των άδειων εδράνων της Ολομέλειας της Βουλής σε συνηθισμένες καθημερινές συνεδριάσεις. Άλλωστε, τα νομοσχέδια που ψηφίζονται στη Βουλή προέρχονται από την Κυβέρνηση. Βέβαια, και οι ίδιοι οι βουλευτές δικαιούνται να υποβάλλουν προτάσεις νόμων (άρθρο 73, παρ. 1 Συντάγματος, άρθρο 84 Κανονισμού της Βουλής). Μόνο που όταν αυτές προέρχονται από βουλευτές της αντιπολίτευσης, δεν έχουν σπουδαίες πιθανότητες επιτυχίας.  

Ξέρουμε, επίσης, ότι η περίφημη κομματική πειθαρχία είναι τόσο ισχυρή, ώστε μόνο οι ισχυροί βουλευτές των Αθηνών ή/και των τηλεοπτικών «παραθύρων» ενδέχεται κάποια στιγμή να διαφοροποιηθούν από τις νομοθετικές επιλογές του κυβερνώντος κόμματος. Και τούτο οριακά, καταψηφίζοντας ίσως ένα άρθρο κάποιου κυβερνητικού νομοσχεδίου. Εάν το παρακάνουν, κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός της εκλογικής λίστας στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Έτσι, η συνταγματική πρόβλεψη περί απεριόριστου δικαιώματος ψήφου και γνώμης του βουλευτή, η λεγόμενη «ελεύθερη εντολή» (άρθρο 60, παρ. 1  του Συντάγματος) χάνει μεγάλο μέρος της πολιτικής αξίας της. Αυτές οι συνθήκες δεν συμβαδίζουν και τόσο με το άρθρο 29, παρ. 1 του Συντάγματος. Εμμέσως πλην σαφώς αυτό υποδεικνύει ότι τα κόμματα θα πρέπει να λειτουργούν με δημοκρατικό τρόπο. Όμως, τα πράγματα έχουν όπως… έχουν! Με αυτά τα δεδομένα, δικαιούται να αναρωτηθεί κανείς: Πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι εν τέλει η ατομική συνεισφορά του βουλευτή στο νομοθετικό έργο της Βουλής;  

Η συνεισφορά των βουλευτών στη νομοθετική διαδικασία πέραν της Ολομέλειας

Η απάντηση είναι ότι η δουλειά του βουλευτή μπορεί ακόμα και υπ’ αυτές τις συνθήκες να είναι πολύ χρήσιμη. Για την ακρίβεια, είναι… ήδη! Κάτι που μας διαφεύγει συχνά είναι ότι η Βουλή δεν συνεδριάζει μόνο ως Ολομέλεια, αλλά υπάρχουν και οι λεγόμενες διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές (Δ.Κ.Ε.). Αυτές προβλέπονται από τα άρθρα 68 παρ. 1 και 70 παρ. 2 του Συντάγματος, συγκροτούνται από ομάδες βουλευτών αναλογικά προς τη δύναμη των κομμάτων και αναλαμβάνουν την επεξεργασία πολύπλοκων πολλές φορές νομοσχεδίων, πριν αυτά φθάσουν στην Ολομέλεια. Η συνεισφορά των βουλευτών σε αυτό το στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας είναι πολλές φορές σημαντική.

Ταυτόχρονα, οι βουλευτές συμμετέχουν σε πλήθος άλλων ειδικών επιτροπών, οι οποίες προβλέπονται από τον Κανονισμό της Βουλής. Οι επιτροπές (ειδικές ή μη) της τρέχουσας βουλευτικής συνόδου είναι πολυάριθμες. Πολλές από αυτές (λ.χ. η Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας) χειρίζονται λεπτές υποθέσεις. Και το κάνουν με τρόπο που αρκετές φορές δεν θυμίζει το κλίμα μετωπικής αντιπαράθεσης, το οποίο κυριαρχεί στις κορυφαίες κοινοβουλευτικές-συνταγματικές διαδικασίες. Πάντως και σε αυτές τις τελευταίες μεμονωμένοι βουλευτές παράγουν σημαντικό έργο. Άξιες ιδιαίτερης αναφοράς είναι οι συνεδριάσεις της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, οι οποίες δεν τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας όσο θα έπρεπε. 

Περαιτέρω, δεν θα πρέπει να υποτιμούμε το κατ’ ουσίαν δικαστικό έργο που προσφέρουν οι βουλευτές, οι οποίοι συμμετέχουν στις εξεταστικές επιτροπές (που προβλέπει το άρθρο 68, παρ. 2 του Συντάγματος). Αυτές δεν περιλαμβάνουν μόνο τους θεαματικούς καυγάδες που απολαμβάνουμε αποσπασματικά στα δελτία ειδήσεων. Το ίδιο ισχύει περίπου και για το έργο των ειδικών κοινοβουλευτικών επιτροπών που αναλαμβάνουν την προκαταρκτική εξέταση, στο πλαίσιο της διαδικασίας απόδοσης ποινικών ευθυνών σε νυν ή πρώην υπουργούς, κατά το διαβόητο άρθρο 86 του Συντάγματος. Τα πορίσματα τέτοιων και άλλων επιτροπών είναι πολυσέλιδα.

Πολιτειακοί θεσμοί και το κρίσιμο έργο του βουλευτή

Εκτός της συνταγματικής αναθεώρησης, άλλες κορυφαίες συνταγματικές διαδικασίες λαμβάνουν χώρα στο Κοινοβούλιο (α) κάθε φορά που μια νέα Κυβέρνηση ζητά ψήφο εμπιστοσύνης, αναγιγνώσκοντας τις «προγραμματικές δηλώσεις» της, (β) κάθε άλλη φορά που η Κυβέρνηση ζητάει ανανέωση της ψήφου εμπιστοσύνης ή όταν η αντιπολίτευση υποβάλλει πρόταση ψήφου δυσπιστίας (άρθρο 84 του Συντάγματος), (γ) όταν έχουμε διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας (άρθρο 32) και (δ) όταν στο τέλος κάθε έτους ψηφίζεται ο προϋπολογισμός (άρθρο 79). Σε αυτές τις περιπτώσεις η ψήφος του βουλευτή καθίσταται κρίσιμη για τη λειτουργία των πολιτειακών θεσμών και σε ότι αφορά τον προϋπολογισμό, για τις βασικές κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Ασφαλώς, η μέγιστη νομοθετική επιτυχία του μέσου βουλευτή ατομικά συνίσταται στην εισαγωγή τροπολογιών σε κυβερνητικά νομοσχέδια. «Πονηρές» ή και απλώς ωφέλιμες, αυτές σχετίζονται πολλές φορές με υποθέσεις της περιφέρειας από την οποία ο βουλευτής εκλέγεται. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και όταν ο βουλευτής ασκεί τα λεγόμενα «μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου». Δηλαδή, όταν υποβάλλει σε κάποιον υπουργό ερωτήσεις, επερωτήσεις, επίκαιρες ερωτήσεις και επερωτήσεις, αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων και αναφορές.

Πράγματι, αυτά τα καλώς εννοούμενα «μέσα» αξιοποιούνται συχνά για την ανάδειξη τοπικών ζητημάτων. Ωστόσο, ένα τοπικό καταρχάς πρόβλημα μπορεί να έχει και ευρύτερες διαστάσεις. Τούτο συμβαίνει, λόγου χάρη, όταν η μαζική απόλυση δεκάδων εργαζομένων από σημαντική σε εθνικό επίπεδο βιομηχανική μονάδα, η οποία τυγχάνει να βρίσκεται εγκατεστημένη στην περιφέρεια του βουλευτή, συνδέεται με την προοπτική επιβίωσης αυτής της μονάδας. Το ίδιο συμβαίνει όταν μια επερώτηση σχετίζεται λ.χ. με την αδράνεια του αρμόδιου υπουργού ως προς την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα οι ψαράδες μιας περιοχής. Ως γνωστόν, τα ψάρια εγκλωβίζονται μόνο στα δίχτυα του ψαρά και όχι σε νομαρχιακά σύνορα!

Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 51 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος». Αυτό σημαίνει ότι ο βουλευτής οφείλει να απασχολείται κατά κύριο λόγο με θέματα που αφορούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον κι όχι με τοπικές υποθέσεις, αφού για αυτές υπάρχουν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Με απλά λόγια, ο βουλευτής δεν θα πρέπει ούτε να ενεργεί ούτε να εκλαμβάνεται ως ένα είδος νομάρχη ή ως μια πανταχού παρούσα δημόσια υπηρεσία. Πάνω από όλα, ο βουλευτής είναι μέλος του νομοθετικού σώματος. Και όπως είδαμε, η συνεισφορά του στο νομοθετικό έργο μπορεί να καταστεί σημαντική.

Εν τέλει, το αρχικό ερώτημα θα μπορούσε και να αντιστραφεί: τι κάνουμε εμείς για να εκλέγονται βουλευτές των οποίων η δουλειά θα είναι χρήσιμη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν; Μπορούμε να κάνουμε άμεσα κλικ στον διαδικτυακό τόπο της Βουλής και να γράψουμε στη μηχανή αναζήτησης, κατά σειρά, τα ονόματα των βουλευτών της περιφέρειάς μας. Μπορούμε στη συνέχεια να αφιερώσουμε λίγο χρόνο στα περιεχόμενα των αποτελεσμάτων, έτσι ώστε να μη μείνουμε απλά στις αρχικές εντυπώσεις, δηλαδή στα αριθμητικά στοιχεία που θα εμφανιστούν για κάθε βουλευτή. Πάντως, ακόμη κι αυτά έχουν κάτι να πουν. Αρκεί να τα θυμηθούμε όταν βάζουμε (δεν κάνουμε) τον σταυρό μας πίσω από το παραβάν! 

Κώστας Στρατηλάτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;