Ο Κυριάκος Αλέξιος Εφραίμ Γατουρτζίδης γράφει για την ελευθερία του Τύπου και της έκφρασης, ως συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας.

Εισαγωγή

Στο άρθρο 14 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος (στο εξής: Σ.) αναφέρεται «Ο τύπος είναι ελεύθερος»· στην πιο πρόσφατη δημοσίευση έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επ’ αυτού του θέματος, η Ελλάδα κατέλαβε την 24η – εκ των 27 κρατών μελών – θέση. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης διαδραματίζει έναν θεμελιώδη ρόλο στην εύρυθμη λειτουργία μιας δημοκρατικά νοούμενης κοινωνίας. Αυτό κατέστη δεκαετίες νωρίτερα δεκτό (ΕΔΔΑ, Handyside κατά ΗΒ), ωστόσο δεν έχει εμπεδωθεί μάλλον επαρκώς μέχρι σήμερα. Το λιγότερο που οφείλει να συμβεί είναι η ανάδειξη του ζητήματος αυτού.

Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης

Πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν αρνητικό δικαίωμα με διττή υπόσταση συνιστάμενη όχι μόνο στην ελευθερία τής έκφρασης ως ενέργεια (θετική) αλλά και ως παράλειψη (αρνητική). Στο Σ. άρθρο 14 κατοχυρώνεται ρητά, σε εθνικό επίπεδο όπως και σε διακρατικό στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ ή το 19 της ΔΣΑΠΔ αλλά και υπερεθνικό με το άρθρο 11 του ΧΘΔΕΕ, αυτό το δικαίωμα.

Με το εν λόγω δικαίωμα δε νοείται stricto sensu η μετάδοση ειδήσεων αλλά και ολόκληρη η λογικά πρότερη διαδικασία, ήτοι η λήψη και επεξεργασία πληροφοριών. Συνακόλουθα φορείς του δικαιώματος διασταλτικά θεωρούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα μηδενός εξαιρουμένου αλλά και τα νομικά ανεξαρτήτως της φύσεως των. Αποδέκτες επόμενο είναι να αναδεικνύονται πέραν του κράτους και οι ιδιώτες καθεαυτοί επειδή βάσει του Σ. άρθρου 25 οι διατάξεις -όπου δύναται- τριτενεργούν στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Το τελευταίο ενδιαφέρει ιδίως στις περιπτώσεις που απαιτείται περιορισμός τού δικαιώματος αυτού, όπως προβλέπεται, για να αποφεύγονται πιθανές προσβολές, με προτεινόμενη μεταξύ άλλων λύση την επίκληση του ΑΚ 57 για προσβολή της προσωπικότητας (ΕφΑθ 3040/2001, Νταλάρας κατά Πανούση).

Ελευθεροτυπία

Η ελευθεροτυπία συνιστά την άλλη όψη του δικαιώματος στην πληροφόρηση (Σ. άρθρο 5Α) αφού τα δύο αυτά δικαιώματα παρουσιάζονται αλληλοεξαρτώμενα και άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο τύπος δεν συνίσταται μόνο στο «φύλλο» που παίρνει κανείς στα χέρια του· κάθε άλλο απαρτίζεται από μια λογικά δομημένη και λεξικογραφικά εκτυλισσόμενη διαδικασία, στην οποία παρεμβάλλονται πολλοί φορείς για να προκύψει το τελικό αποτέλεσμα. Περιορισμός, λοιπόν, της ελευθερίας τόσο του αρθρογράφου όσο και του τυπογράφου, του σκιτσογράφου, του συντάκτη, του επιμελητή, του διανομέα, του εκδότη και κάθε άλλου σχετικού προσώπου (ΣτΕ, 905/1981) είναι περιορισμός της ελευθερίας του τύπου. Ακόμα και αν υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις όπου αυτή επιτρέπεται, οι a priori της κυκλοφορίας ενός δημοσιεύματος περιορισμοί θεωρούνται άνευ ετέρου περιστατικά λογοκρισίας και επομένως παράνομοι.

Όσα ισχύουν για τον τύπο ερμηνευτικά καθίσταται αποδεκτό πως ισχύουν mutatis mutandis και για τον ηλεκτρονικό τύπο (ΕΔΔΑ, Delfi AS κατά Εσθονίας) ο οποίος αποβαίνει τα τελευταία χρόνια παρά το αχανές και εν μέρει ανέλεγκτο αυτού προπύργιο του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Υποστηρίζεται και η αντίθετη γνώμη βάσει του Σ. άρθρου 15.

Μια αναφορά αξίζει στο ενδεχόμενο σύγκρουσης του δικαιώματος αυτού με το δικαίωμα στην προσωπικότητα ή και την ιδιωτικότητα των σχετιζομένων με ένα δημοσίευμα ανθρώπων (ΕΔΔΑ, von Hannover κατά Γερμανίας). Σε αντίθεση με το αγγλοσαξονικό σύστημα που αποφαίνεται υπέρ μιας θεωρίας των “preferred freedoms” στο ηπειρωτικό προτιμάται μια in concreto μοναδική στάθμιση των επιμέρους συγκροουμένων δικαιωμάτων. Οι δημοσιογράφοι έχουν δικαιολογημένο ενδιαφέρον να ασχολούνται μερικές φορές με τη δράση ιδιωτών – ειδικά δημοσίων προσώπων ή προσώπων της επικαιρότητας – εφόσον κάπως θίγεται το κοινωνικό σύνολο· δεν κρίνεται ορθό να λογοκρίνονται για αυτή τους τη δραστηριότητα, αφού συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου ΑΚ άρθρο 367 (βλ. ΑΠ. 920/1977, 60/1979).

Εκτός των άλλων, για να υφίσταται ουσιαστικά ελευθερία του τύπου ο δημοσιογράφος δεν θα πρέπει να εξαναγκασθεί ουδόλως να εκφράσει απόψεις που αντίκεινται στη δική του γνώμη μόνο και μόνο για να ακολουθήσει τη χροιά της εκάστοτε, επί παραδείγματι, εφημερίδας στην οποία εργάζεται.

Νομολογία ΕΔΔΑ

Ένας τρόπος να αναδειχθεί η δυναμική πτυχή ενός ζητήματος είναι η εξέταση της σχετικής νομολογίας αυτού. Όσον αφορά στο ΕΔΔΑ στην υπόθεση «Mehdi Tanrikulu κατά Τουρκίας» τονίσθηκε ότι όταν οι σχετικές απόψεις δεν υποκινούν βία, τα συμβαλλόμενα στην ΕΣΔΑ κράτη δεν μπορούν να κάνουν χρήση της προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας τους, της εθνικής τους ασφάλειας, της επιβολής του νόμου ή και της πρόληψης του εγκλήματος, περιορίζοντας το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού χρησιμοποιώντας ως απειλή το ποινικό δίκαιο.

Στην υπόθεση «Atilla Taş κατά Τουρκίας» το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σατιρικά σχόλια σε εφημερίδες και το twitter εφόσον δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τα τρομοκρατικά αδικήματα, για τα οποία ο προσφεύγων κατηγορήθηκε, προφανώς επιτρέπονται.

Άλλη υπόθεση, η «Gheorghe–Florin Popescu κατά Ρουμανίας» στάθηκε η αφορμή να διευκρινιστεί πως στην ελευθερία του τύπου δεν περιλαμβάνεται μόνο το περιεχόμενο ενός κειμένου αλλά και η μορφή εμφάνισής του, ώστε ένα σατιρικό κείμενο να μην θεωρείται eo ipso προσβλητικό, κάθε άλλο.

Στην υπόθεση «Μπαλάσκας κατά Ελλάδας» το δικαστήριο του Στρασβούργου ανέφερε πως η εξέταση αποκομμένων εκφράσεων από το υπόλοιπο κείμενο μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα αποτελέσματα, τονίζοντας, επίσης, το ιδιαίτερο καθήκον που έχει ένας δημοσιογράφος για την ανάδειξη ορισμένων θεμάτων.

Συμπέρασμα

Με αφορμή την αμέσως παραπάνω υπόθεση, το ΕΔΔΑ έθιξε το ευρύτερο ζήτημα της μερικής αδυναμίας συμμόρφωσης και σύμπλευσης της ελληνικής με την δική του νομολογία όσον αφορά στο ΕΣΔΑ άρ. 10 και δη σε περίπτωση σύγκρουσης με το δικαίωμα στην προσωπικότητα, ήτοι, μεταξύ άλλων, την φήμη και την υπόληψη ενός ατόμου· συνεπεία αυτού υπήρξε η επανειλημμένη διαπίστωση παράβασης της ΕΣΔΑ όσον αφορά στη διάταξη αυτή. Ήταν μια τρόπον τινά μομφή, την οποία ήρθε, μέσω της δημοσίευσής του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να επιρρώσει έστω έμμεσα. Φαίνεται πως η εν λόγω περιορισμένη αποτύπωση της ελευθερίας του τύπου, ιδίως λαμβανομένων υπόψιν των διαφόρων πτυχών της, στην Ελλάδα έχει ήδη επικριθεί σε κάθε πιθανή έννομη τάξη στην οποία μετέχει. Μετά την κατανόηση ενός προβλήματος, ιδανικά ακολουθεί η μερική επίλυσή του· ας συμβάλλει ο καθένας με τον τρόπο του σε αυτό για να έχει νόημα η έκφραση “quot homines, tot sententiae”.

Κυριάκος Αλέξιος Εφραίμ Γατουρτζίδης
Προπτυχιακός φοιτητής Νομικής ΔΠΘ

Πηγές

Δαγτόλου Π.Δ., Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα

Καράκωστας Γ., Προσωπικότητα και Τύπος

Χρυσόγονος Κ., Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η Δημοκρατία είμαστε εμείς: πως ενισχύουμε τη συμμετοχή των πολιτών

Η Ειρήνη Περπερίδου γράφει για την κρίση των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και τη δυνατότητα των πολιτών να δώσουν νέα πνοή στη Δημοκρατία με την ενεργή συμμετοχή τους – όπως αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά.

Περισσότερα

Γιατί το Σύνταγμα; Γιατί οι Νόμοι;

Είναι γεγονός ότι ήδη πριν την κρίση, αλλά κυρίως μετά από το ξέσπασμά της, οι Έλληνες έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς και στους νόμους, ίσως και στη Δημοκρατία. Η λύση δεν είναι η εγκατάλειψη του νόμου, η παραβίασή του. Η λύση είναι πρώτα σε ατομικό επίπεδο και στη συνέχεια σε συλλογικό, ανά ομάδες, να ξανα-ανακαλύψουμε τις αρχές που συγκροτούν την κοινωνία μας, να επανιδρύσουμε τη Δημοκρατία μας.

Περισσότερα