Ο Ζαχαρίας Κωστόπουλος/Zackie Oh και το πλήγμα στη φιλελεύθερη Δημοκρατία

Η Χριστιάννα Λιούντρη γράφει για τη σημασία υπεράσπισης του κράτους δικαίου από κάθε δημοκρατικό πολίτη, με αφορμή τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh.

Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην οδό Γλάδστωνος και έχουν αποτυπωθεί σε βίντεο έχουν προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και συζητήσεων, οι οποίες όμως δεν προσεγγίζουν την ουσία του ζητήματος, που συνδέεται με τις αρχές και τα θεμέλια της φιλελεύθερης Δημοκρατίας. Η ακραία βία που υπέστη ο Ζαχαρίας Κωστόπουλος, ή αλλιώς Zackie Oh, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο κανονικοποίησης της βίας και αποδοχής της αυτοδικίας, το οποίο, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, είναι αντίθετο στις συνταγματικές και πολιτειακές αρχές μας.

Κατ’ αρχήν, στο Σύνταγμά μας (Σ2§1), ορίζεται ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου. Εκάστου ανθρώπου. Πρόκειται για μία αδιαβάθμητη αρχή η οποία διαπνέει την ερμηνεία κάθε συνταγματικής διάταξης και τη μορφή του Πολιτεύματος. Μέσω αυτής, αναγνωρίζεται αξία σε κάθε άνθρωπο από το γεγονός ότι ακριβώς είναι άνθρωπος και δημιουργεί την υποχρέωση στους υπόλοιπους ανθρώπους να τον αντιμετωπίζουν ως τέτοιο. Από την αυταξία του ατόμου προκύπτει ότι κάθε ανθρώπινη ζωή έχει σημασία, παραδοχή η οποία απαγορεύει σε καθέναν από εμάς να υποστηρίξει ότι η ζωή του τάδε ή του δείνα έχει λιγότερη ή περισσότερη σημασία, ιδίως εφαρμόζοντας ένα κριτήριο «κοινωνικής χρησιμότητας». Αυτή είναι η αρχή της ισότητας η οποία διασφαλίζει ότι η αξία του ατόμου δεν τίθεται υπό τον όρο της συμμόρφωσης με ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς.  

Η αρχή της ισότητας συμπληρώνεται από την αρχή της ελευθερίας η οποία αναλύεται στην ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και στον ελεύθερο καθορισμό της προσωπικής ευτυχίας του καθενός μας. Η φιλελεύθερη Δημοκρατία προστατεύει αυτές τις δύο αρχές ως παρακολουθήματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ως μέσα πραγμάτωσης του ατόμου. Η έκφραση της ταυτότητας φύλου ή της σεξουαλικής προτίμησης είναι πράξη ελευθερίας, συνταγματικά κατοχυρωμένης. Δεν επιτρέπει την στοχοποίηση και τη δίωξη στο άτομο που ασκεί αυτή του την ελευθερία και αυτό σχετίζεται με την αρχή της ισότητας, η οποία επιβάλλει στο κράτος και στους συμπολίτες σου να σε αντιμετωπίζουν ως άτομο που έχει εγγενή αξία. Η συμβίωση σε συνθήκες ελευθερίας και ισότητας επιτυγχάνεται μέσω του σεβασμού των δικαιωμάτων όλων και η κοινωνία συγκροτείται γύρω από το καθήκον μη βλάβης (ως άτομο, έχω απαίτηση από τον συνάνθρωπό μου να με αναγνωρίσει ως πρόσωπο και να μην με βλάψει). 

Στην υπόθεση Κωστόπουλου, είδαμε να παραβιάζονται οι παραπάνω παραδοχές ευθύς εξαρχής από τους ανθρώπους που τον λίντσαραν. Οι πράξεις των κατηγορουμένων φαίνεται ότι εντάσσονται σε μία συλλογιστική που αναλύεται ως εξής: ο Κωστόπουλος, άγνωστος προς αυτούς, δεν ήταν παρά ένα «πρεζάκι» το οποίο ευρισκόμενο σε κατάσταση στερητικού συνδρόμου, μπήκε στο κοσμηματοπωλείο για να ληστέψει, προκάλεσε αυξημένο φόβο στον ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος, μαζί με τον φίλο του που έτρεξε να τον συνδράμει, προχώρησαν σε δικαιολογημένες πράξεις άμυνας, οι οποίες κατέληξαν στο θάνατό του.

Από το βίντεο που έχει δοθεί στην δημοσιότητα, αυτό που βλέπουμε στην συμπεριφορά των δύο ανθρώπων είναι κάτι παραπάνω από πράξεις άμυνας, είναι λιντσάρισμα, είναι μίσος. Η στάση τους εκείνη τη στιγμή ενδεικνύει τη στάση τους απέναντι στη ζωή: το «πρεζάκι» δεν έχει αξία, έχει λιγότερη από την περιουσία – η ζωή σταθμίστηκε απέναντι στο υλικό αγαθό και έχασε.

Περαιτέρω, στη συγκεκριμένη συνθήκη η όλη ύπαρξη του ατόμου που κείται στο πεζοδρόμιο και λιντσάρεται, εξυπηρετεί αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο φαντασιακό των δραστών μέσω του οποίου επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν την αυτοεικόνα και την ταυτότητά τους: ο ισχυρός λευκός άντρας, προστάτης της οικογένειας και της περιουσίας, στέκεται αμείλικτος και ατρόμητος απέναντι στον κίνδυνο, τον οποίο και εξουδετερώνει πλήρως – το θύμα έχει χάσει την διακριτότητά του ως άτομο, έχει εξομοιωθεί με ένα αντικείμενο, χωρίς δικαιώματα και χωρίς αισθήματα.

Στην δίκη που ξεκίνησε μετά από αναβολές πριν μερικές ημέρες, αναδεικνύεται και μία παθογένεια της ποινικής δικαιοσύνης εν γένει, καθότι αναπαράγονται εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου αντιλήψεις που αντιστρέφονται τις θεμελιώδεις αρχές της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, η υπερασπιστική τακτική που ακολουθούν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων κατατείνει στο να στρέψει την προσοχή στον χαρακτήρα και τον βίο του νεκρού, ιδίως στον σεξουαλικό προσανατολισμό του και στην πιθανολογούμενη από πλευράς τους χρήση ναρκωτικών ουσιών, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι πρόκειται για πληροφορίες που οι κατηγορούμενοι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζαν ούτε και θα μπορούσαν να γνωρίζουν τη στιγμή που αποφασίζουν να στραφούν εναντίον του.

Αποκρύπτεται έτσι το ότι οι κατηγορούμενοι παραβίασαν τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους εντός του κράτους Δικαίου. Σκοπός των συνηγόρων; Να νομιμοποιήσουν την πράξη των εντολέων τους και να πείσουν το ακροατήριο (και την κοινή γνώμη) για την περιορισμένη «κοινωνική χρησιμότητα» του συγκεκριμένου ατόμου. Να σημειωθεί ότι η κοινωνική χρησιμότητα αποτέλεσε το κριτήριο με βάση το οποίο το φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ έστελνε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τα Άτομα με Αναπηρίες, τους ομοφυλόφιλους και τους Ρομ(α).

Σε αυτή την υπόθεση υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που θίγεται και έχει να κάνει με την παραβίαση εκ μέρους των κατηγορουμένων των συνταγματικών αρχών (Σ 6,7) που αφενός αναγνωρίζουν το μονοπώλιο της βίας στο κράτος και αφετέρου αναθέτουν τη δίωξη του εγκλήματος σε συγκεκριμένα κρατικά όργανα τα οποία είναι επιφορτισμένα να τηρούν συγκεκριμένες διαδικασίες.  

Η πρόβλεψη διαδικασίας και η υποχρέωση τήρησής της εκ μέρους των κρατικών οργάνων είναι η πρακτική εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας, η οποία περιορίζει την κρατική δράση αποκλειστικά σε αυτά που προβλέπονται από τον νόμο και αποκλειστικά με τον τρόπο με τον οποίο ορίζει ο νόμος. Κρατικά όργανα τα οποία δεν σέβονται την αρχή της νομιμότητας όπως εξειδικεύεται μέσα από τους κανόνες που διέπουν την δράση τους ναρκοθετούν την νομιμοποίηση του κράτους ως θεσμού. Η μηχανική της ίδρυσης και λειτουργίας των κρατών στοχεύει στη διαμόρφωση και διατήρηση των συνθηκών εκείνων που θα επιτρέπουν σε κάθε άτομο να επιδιώξει την ευημερία και την ευτυχία του, όπως εκείνο την ορίζει.

Η διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της ελευθερίας των πολιτών και πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως διευκολυντική συνθήκη και όχι ως αυτοσκοπός του κράτους. Κατά τούτο, οι αστυνομικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με αυτό το καθήκον, δεν κείνται υπεράνω του Συντάγματος και των νόμων, αλλά δεσμεύονται από αυτά και μάλιστα, επειδή ακριβώς είναι αυτές που τα υπερασπίζονται, έχουν ιδιαίτερη υποχρέωση να τηρούν κατά γράμμα τις επιταγές τους και να αντιλαμβάνονται το πνεύμα τους. Εννοείται ότι οφείλουν να  συμμορφώνονται πλήρως με τα προβλεπόμενα και να επιδιώκουν κιόλας την επιβολή αυστηρών μέτρων ελέγχου για τη δράση των αστυνομικών υπαλλήλων, ώστε να διασφαλίζεται ότι η αστυνομική βία ασκείται εντός των κανόνων και των ορίων της έννομης τάξης. Αυτό εμπεδώνει την αίσθηση ασφαλείας του πολίτη και μπορεί να ακυρώσει την κατηγορία εις βάρος της αστυνομίας για κατάχρηση του μονοπωλίου της βίας.

Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας υπάρχει σοβαρή άγνοια των αρχών πάνω στις οποίες δομείται η συμβίωσή μας και του πλαισίου εντός του οποίου αναπτύσσεται η δράση μας και η συναναστροφή μας με τους άλλους. Το μιντιακό κατεστημένο και η ρητορική συγκεκριμένων πολιτικών χώρων έχουν τεράστια ευθύνη για την κατάσταση αυτή και για τη διαιώνισή της. Το να μην τίθεται η συζήτηση στο επίπεδο των αρχών έχει ως αποτέλεσμα να εδραιώνεται η αντίληψη ότι η δράση της αστυνομίας αναπτύσσεται σε ένα εξωνομικό πλαίσιο, αντίληψη η οποία μας παραπέμπει σε πολύ σκοτεινές στιγμές της ιστορίας της χώρας. Κυρίως και πρωτίστως όμως, καλλιεργείται η πεποίθηση ότι υπάρχει ένας και μόνο ενδεδειγμένος δρόμος για την ευτυχία, ο οποίος ορίζεται συγκεκριμένα και από συγκεκριμένους, και όποιος παρεκκλίνει, όποιος επιλέγει διαφορετικά, είναι λιγότερο σημαντικός, ένας απόβλητος, και οι υποχρεώσεις μας απέναντί του είναι λιγότερες. Η αντίδραση απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις δεν είναι αριστερισμός, είναι υπεράσπιση του φιλελεύθερου κράτους Δικαίου και δημοκρατικό καθήκον.

Χριστιάννα Λιούντρη
πτυχιούχος Νομικής Αθηνών – Κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στα Ναυτιλιακά

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η Δημοκρατία είμαστε εμείς: πως ενισχύουμε τη συμμετοχή των πολιτών

Η Ειρήνη Περπερίδου γράφει για την κρίση των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και τη δυνατότητα των πολιτών να δώσουν νέα πνοή στη Δημοκρατία με την ενεργή συμμετοχή τους – όπως αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.