Υπάρχει δίλημμα/σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας στη σύγχρονη δημοκρατία;

Η φιλελεύθερη δημοκρατία πετυχαίνει να παραμένει σταθερή, γιατί, εν τέλει, οι πολίτες προτιμούν ένα πολιτικό πλαίσιο που σέβεται όλους το ίδιο. Τι σημαίνουν τα παραπάνω για τη σχέση ελευθερίας και ασφάλειας; Η ιδέα ότι η σταθερότητα της δημοκρατικής κοινωνίας στηρίζεται πάνω στον ίσο σεβασμό της ελευθερίας του καθενός είναι ένας νέος τρόπος νοηματοδότησης της σχέσης ασφάλειας και ελευθερίας.

Υπάρχει δίλημμα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας; Είναι ήδη 60 χρόνια σχεδόν από τότε που ο Αριστόβουλος Μάνεσης έθεσε το ερώτημα της ισορροπίας μεταξύ ασφάλειας κι ελευθερίας ως «φλέγον πρόβλημα» και το ερώτημα αυτό, προφανώς μέσα σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο, παραμένει μια διαχρονική πρόκληση για τα συνταγματικό δίκαιο.

Η επιταγή του κράτους δικαίου σε περίπτωση κρίσης  

Ιστορικά το κράτος δικαίου αναπτύχθηκε στον αντίποδα του αστυνομικού κράτους. Στην αυθαιρεσία του αστυνομικού κράτους αντιπαρατάχθηκε η ιδέα της άσκησης των κρατικών εξουσιών σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι θα σέβονται τις ατομικές ελευθερίες και των οποίων η εφαρμογή θα βρίσκεται υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων δικαστηρίων. Αυτά είναι με δυο λόγια τα βασικά χαρακτηριστικά του κράτους δικαίου.

Μήπως, όμως, η επιταγή του κράτους δικαίου αναστέλλεται σε περίπτωση κρίσης που δημιουργεί γενικευμένη ανασφάλεια, για παράδειγμα για λόγους δημόσιας υγείας ή δημόσιας τάξης; Από την άλλη είναι ο στόχος της ασφάλειας εξ ορισμού αντίθετος προς την ελευθερία;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι όχι. Στο κράτος δικαίου ενυπάρχουν οι κανόνες για τη διαχείριση των κρίσεων. Έτσι, το κράτος συγκροτείται εξ αρχής ως κράτος δικαίου. Ακόμη και η διαχείριση της ένοπλης σύρραξης υπόκειται σε συνταγματικούς κανόνες και όρια (άρθρο 48 Συντ.), ενώ οι άλλες περιπτώσεις κρίσεων αντιμετωπίζονται χωρίς αναστολή των ατομικών ελευθεριών.

Για παράδειγμα οι  πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (άρθρο 44 Συντ.) συνιστούν μια παρέκκλιση ως προς τη διαδικασία τακτικής νομοθέτησης, όχι όμως και ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο του Συντάγματος. Μάλιστα η αρχή του κράτους δικαίου τότε επιβεβαιώνεται και τότε, θα λέγαμε, κατισχύει, όταν η διαχείριση των κρίσεων γίνεται σύμφωνα με τους νόμους, οι οποίοι σέβονται τις ατομικές ελευθερίες. Όπως το δικαίωμα έκφρασης αναπτύσσει την κανονιστική του σημασία σε περίπτωση διαφωνίας, ή το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όταν επιλέξουμε να ζήσουμε διαφορετικά από τον «κυρίαρχο» τρόπο ζωής, έτσι και το σύστημα των ατομικών ελευθεριών γίνεται πιο επιτακτικό, όταν φαίνεται ότι θα είναι μικρό το κόστος της εγκατάλειψής του μπροστά σε έναν σοβαρό κίνδυνο.

Ο στόχος της ασφάλειας είναι εξ ορισμού αντίθετος προς την ελευθερία;

Από την άλλη, είναι ο στόχος της ασφάλειας εξ ορισμού αντίθετος προς την ελευθερία; Η απάντηση και στο δεύτερο αυτό ερώτημα είναι, κατά τη γνώμη μου, αρνητική. Πρώτα πρώτα βασικό στοιχείο της κατοχύρωσης των ελευθεριών είναι το να είναι εξασφαλισμένες. Αυτή η εξασφάλιση των ελευθεριών μπορεί να έχει πολλές όψεις. Μπορεί να συνίσταται στην κατοχύρωση ενός ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης ή επαρκούς εκπαίδευσης, χωρίς τα οποία πολλές εκ των κλασικών ελευθεριών θα ήταν απλώς μια διακήρυξη. Ακόμη σημαντική είναι κάποια εμπιστοσύνη στην προοπτική των ελευθεριών μέσα στον χρόνο.

Για να ασκήσει κάποιος πραγματικά τα δικαιώματά του πρέπει να έχει κάποια σιγουριά ότι αυτά θα ισχύουν και στο μέλλον. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σταθερότητα του νομικού συστήματος, όπως αυτή εκφράζεται για παράδειγμα μέσα από τα ουσιαστικά όρια της συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά και μέσα από δικαϊκές αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ή η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Υπό αυτήν την έννοια ασφάλεια είναι η εξασφάλιση των ελευθεριών.

Πέρα, όμως, από αυτές τις έμμεσες προϋποθέσεις εξασφάλισης των ελευθεριών, οι ελευθερίες πρέπει να εξασφαλίζονται και από τις άμεσες απειλές, είτε από το κράτος είτε από τους άλλους γύρω μας. Για να ασκήσει κάποιος την ελευθερία του, πρέπει όσοι άλλοι θα ήθελαν να τον εμποδίσουν να εμποδίζονται οι ίδιοι. Και υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να προσδιορίζονται τα όρια της κρατικής παρέμβασης.

Το κρίσιμο είναι να κατανοήσουμε την ασφάλεια ως ασφάλεια του συστήματος των ελευθεριών παρά ως έναν στόχο έξω και πέρα από αυτό, πράγμα που θα κινδύνευε να ιδεολογικοποιήσει και να εργαλειοποιήσει την έννοια της ασφάλειας. Η ιδέα του ίσου σεβασμού του καθενός ως ηθικού και πολιτικού υποκειμένου οδηγεί στη συνειδητοποίηση των υποχρεώσεών μας απέναντι στους άλλους και στο ότι οι ελευθερίες δεν είναι εγωιστικές αξιώσεις που εκτοξεύονται κατά της ολότητας, μέχρι εκεί που μας παίρνει.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι δηλαδή τι μας οφείλουν οι άλλοι, αλλά ποιον σεβασμό οφείλουμε οι ίδιοι στους άλλους ως ίσα και ελεύθερα υποκείμενα, ενίοτε δε στο περιβάλλον μιας έντονης διακινδύνευσης. Αυτή η φαινομενικά απλή αναδιατύπωση του ερωτήματος εκφράζει την ανάγκη συναρμογής των ελευθεριών στο πλαίσιο του ίσου σεβασμού, που αποτελεί το κρίσιμο διακύβευμα για τη δημοκρατική κοινωνία, μάλιστα ειδικά σε περίοδο κρίσης.

Για παράδειγμα για να εκφράσει κάποιος την άποψή του σε μια δημόσια συνάθροιση πρέπει να εξασφαλιστεί ο ομιλητής όχι από αντίθετες απόψεις που δεν παρεμποδίζουν τη συνάθροιση (π.χ. γιατί εκφράζονται σε άλλο τόπο) και που αξίζουν ίσο σεβασμό, αλλά από πράξεις ή απειλές βίας (σωματικής ή λεκτικής), οι οποίες θα είχαν τον σκοπό να κάνουν έναν ομιλητή να σωπάσει.

Η εκτόξευση απειλών δεν είναι κάτι που η δημοκρατική κοινωνία μπορεί να αξιώσει να ανεχόμαστε. Αυτό το βάρος δεν επιτρέπεται να το φέρει κανείς. Εύλογοι και αναγκαίοι περιορισμοί στην ελευθερία κίνησης για λόγους δημόσιας υγείας δεν προσβάλλουν την ελευθερία κίνησης, το κανονιστικό δηλαδή πεδίο εφαρμογής της, όσο και εάν εμπίπτουν στο πραγματικό, εννοιολογικό πεδίο κατανόησής της. Δεν μπορεί δηλαδή να θεμελιωθεί μια αξίωση να κινούμαι ελεύθερος βάζοντας σε κίνδυνο τους άλλους. Υπό αυτήν την έννοια, η δυνατότητα να οδηγώ μόνο εφόσον έχω δίπλωμα οδήγησης δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας κίνησης, αλλά συναρμογή αυτής σε μια κοινότητα ίσων και ελεύθερων πολιτών.

Από την άλλη, η υποχρέωση ίσου σεβασμού ισχύει και έναντι όσων παραβιάζουν τους νόμους, οι οποίοι, για παράδειγμα, δεν επιτρέπεται υπό οποιαδήποτε συνθήκη να υποστούν απάνθρωπη κι εξευτελιστική μεταχείριση. Αυτή η αυτοσυγκράτηση της κρατικής καταστολής είναι συστατικό στοιχείο μιας φιλελεύθερης, δημοκρατικής κοινωνίας και συνιστά εκδήλωση του σεβασμού ακόμη και προς αυτόν που εγκληματεί ή, εν τέλει, και εκδήλωση του σεβασμού της δημοκρατικής κοινωνίας προς τον ίδιο της τον ρόλο. Με άλλα λόγια η φιλελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία λαμβάνει εύλογα και αναγκαία μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης μιας κρίσης, όχι όμως κάθε μέτρο, αποδεχόμενη ότι στόχος είναι το να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών.

Είναι, όμως, αυτό το σχήμα ρεαλιστικό; Ο Τζον Ρωλς, ο μεγαλύτερος πολιτικός φιλόσοφος του 20ου αιώνα, επισημαίνει εμφατικά κάτι σχετικά με τη φιλελεύθερη, δημοκρατική κοινωνία που μερικές φορές τείνουμε να υποβαθμίζουμε: τη σταθερότητά της. Ο Ρωλς υποστηρίζει δηλαδή ότι η φιλελεύθερη, δημοκρατική κοινωνία επιτυγχάνει να κερδίσει την αφοσίωση εκ μέρους των πολιτών, επειδή σέβεται όλους με ίσο τρόπο, έχοντας επιλέξει, μεταξύ άλλων, να μην λαμβάνει θέση στις κοσμοθεωρητικές διαφωνίες που ενδημούν στην κοινωνία και να μην προβαίνει σε διακρίσεις.

Ο νέος τρόπος νοηματοδότησης της σχέσης μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας

Η φιλελεύθερη δημοκρατία πετυχαίνει δηλαδή να παραμένει σταθερή, γιατί, εν τέλει, οι πολίτες προτιμούν ένα πολιτικό πλαίσιο που σέβεται όλους το ίδιο. Τι σημαίνουν τα παραπάνω για τη σχέση ελευθερίας και ασφάλειας; Νομίζω πως η ιδέα ότι η σταθερότητα της δημοκρατικής κοινωνίας στηρίζεται πάνω στον ίσο σεβασμό της ελευθερίας του καθενός είναι ένας νέος τρόπος νοηματοδότησης της σχέσης ασφάλειας και ελευθερίας. Ασφάλεια είναι η σταθερότητα της φιλελεύθερης, δημοκρατικής κοινωνίας και είναι αποτέλεσμα του ίσου σεβασμού με τον τρόπο που προσπάθησα να αναδείξω πιο πάνω.

Μήπως, όμως, όλα αυτά συνιστούν μια θεωρητική, ιδεαλιστική κατασκευή; Μήπως με όλα αυτά οι δημοκρατίες καθίστανται αναποτελεσματικές; Η ιστορία διαψεύδει τον ισχυρισμό περί αναποτελεσματικότητας της δημοκρατίας. Η φιλελεύθερη επιταγή του ίσου σεβασμού απομακρύνει από ακρότητες, καλλιεργεί την αφοσίωση και των διαφωνούντων, ενώ η εξεύρεση λύσεων μέσα από δημοκρατικά μέσα, που υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο, αποτελεί μια εγγύηση ότι θα αξιοποιηθεί καλύτερα το πνευματικό κεφάλαιο (ιδέες, γνώση, δημιουργικότητα) μιας κοινωνίας. Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δημιουργούν πιο σταθερές κι ευημερούσες κοινωνίες, άρα και κοινωνίες με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Βασιλική Χρήστου
Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;