Το τεκμήριο της αθωότητας: Η περίπτωση του Νίκου Γεωργιάδη

Η πρόσφατη υπόθεση του πρώην βουλευτή της Ν.Δ., Νίκου Γεωργιάδη, ο οποίος πρωτοδίκως κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε από την ελληνική δικαιοσύνη (28 μήνες φυλάκιση με αναστολή) για ασέλγεια σε βάρος ανηλίκου-θύματος trafficking στην Μολδαβία, έδωσε το έναυσμα για να ανοίξει μια έντονη δημόσια συζήτηση σχετικά με το τεκμήριο της αθωότητας. Πόσο σημαντικό είναι τελικά το τεκμήριο της αθωότητας και τι μπορεί να υποδηλώνει η παραβίασή του για τον (πολιτικό) πολιτισμό και την κοινωνία ενός δημοκρατικού κράτους;

Για την υπόθεση του Ν. Γεωργιάδη, όπως και για κάθε άλλη (χωρίς εξαίρεση) υπόθεση, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που να κλείνει την υπόθεση, ο όποιος κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος.

Οι κατηγορούμενοι πρέπει να αντιμετωπίζονται με σεβασμό και δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε σε τι δύσκολη θέση βρίσκονται (και αυτό αρκετές φορές λόγω μιας κακής συγκυρίας), ούτε ότι συχνά διάφορα κατηγορητήρια έχουν αποδειχθεί σαθρά και έχουν καταρρεύσει στη διάρκεια μιας δίκης. Αυτή η τάση να κατασπαράσσονται από τα ΜΜΕ και στο Ίντερνετ οι παραπεμπόμενοι σε δίκη κατηγορούμενοι στη χώρα μας δεν δείχνει μόνο έλλειψη νομικού πολιτισμού (θα έλεγα έλλειψη πολιτισμού σκέτου) αλλά και έλλειψη ανθρωπιάς και ενσυναίσθησης.

Πάντα πρέπει να θυμόμαστε ότι μπορεί ο οποιοσδήποτε από εμάς να βρεθεί κατηγορούμενος κάποια στιγμή στο μέλλον. Μηδενί συμφοράν ονειδίσης. Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον.

Το τεκμήριο αθωότητας: Αποσαφηνίσεις

Το τεκμήριο αθωότητας αυτονοήτως δεν σημαίνει περιορισμό της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας έκφρασης και ενημέρωσης, ούτε φυσικά απαγορεύει την δημόσια συζήτηση γύρω από ένα έγκλημα ή μια δίκη. Ως νομική υποχρέωση αφορά το προσωπικό στάτους ενός κατηγορουμένου, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ένοχος για την πολιτεία και, κατ’ αρχήν, τα όργανά της, πριν τελειώσει η δίκη του και κλείσει ο φάκελος.

Το εν λόγω τεκμήριο, ευρύτερα νοούμενο, αποσκοπεί ακόμη και στο να μην δικάζουν τα δικαστήρια κάτω από την ηθική πίεση μιας καθολικής κοινωνικής κατακραυγής. Όσο και αν αυτό ενοχλεί κάποιους, το πρόσωπο του κατηγορουμένου είναι «ιερό» στα πλαίσια της ποινικής δίκης. Τώρα το σε ποιο βαθμό και ως ποιο σημείο αυτό το τεκμήριο δεσμεύει τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς (οι οποίοι εκπέμπουν χρησιμοποιώντας συχνότητες που είναι δημόσιο αγαθό και διέπονται από το άρθρο 15, παρ. 2 του Συντάγματος) είναι ένα σύνθετο ζήτημα και προϋποθέτει κάποιες δύσκολες συνταγματικού επιπέδου σταθμίσεις, με πολλές αποχρώσεις.

Από εκεί και πέρα ανάγεται στον προσωπικό πολιτισμό και ηθική ωριμότητα του καθενός το αν αυτός ο επιτρεπτός κατ’ αρχήν σχολιασμός θα είναι καλόπιστος και νηφάλιος (το καλόπιστος δεν αποκλείει και την αυστηρή ακόμη κριτική αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης πράξης – σημαίνει, απλώς, έλλειψη προκατάληψης κατά του δράστη) και ενημερωτικός (ενδεικτικά σε περιπτώσεις π.χ. που κάποιος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω) ή αν θα είναι μια συνοπτική «καφενειακού» τύπου δίκη και καταδίκη – πριν αποφανθούν τα δικαστήρια – και ένα «λιντσάρισμα» ή κοινωνικός εξοστρακισμός και πέταγμα στον Καιάδα του κατηγορουμένου.

Δικαίωμα βέβαια του οποιουδήποτε είναι να κάνει και αυτό ακόμη αν θέλει. Απλώς μια τέτοια συμπεριφορά, όταν εκδηλώνεται δημόσια (δημόσια δε εκφράζεται κάποιος ακόμη και όταν απευθύνεται στους φίλους του στο FB) ναι μεν δεν κρίνεται σε νομικό επίπεδο, αλλά δείχνει, κατά την γνώμη μου, έλλειψη πολιτισμού και ανθρωπιάς. Αυτό ήθελα να επισημάνω με την ανάρτησή μου.

Οι καταδικασθέντες αμετάκλητα και οι εκτίοντες ποινή

ΥΓ. Εδώ θα έπρεπε να προστεθεί ότι ακόμη και οι καταδικασθέντες αμετάκλητα και εκτίοντες ποινή διατηρούν στο ακέραιο την αξιοπρέπειά τους (κατά την έννοια του άρθρου 2 του Συντάγματος) και είναι φορείς όλων των ατομικών δικαιωμάτων, εκτός από την ελευθερία μετακίνησης τους και από όσα την προϋποθέτουν.

Οι καταδικασθέντες δεν είναι ανθρώπινα σκουπίδια, ό,τι και αν έχουν πράξει. Και πάλι σημειώνω (διότι σε τέτοια λεπτά ζητήματα πρέπει κανείς να είναι απόλυτα σαφής) ότι δικαίωμα του οποιουδήποτε είναι να εκφράζεται και δημόσια και στην περίπτωση αυτή υβριστικά με κακότητα, χαιρεκακία, εκδικητικότητα.

Απλώς […] τέτοιες συμπεριφορές, όταν δεν προέρχονται από τον αμέσως θιγέντα από μια εγκληματική ενέργεια, είναι εκτός δημοκρατικού νομικού πολιτισμού και ανθρώπινης ενσυναίσθησης. Είναι σαν να πατάς κάποιον που έχει ήδη πέσει στο έδαφος. Οι τιμωρίες (δηλαδή επί το νομικότερον οι ποινές) που επιβάλλουν τα Δικαστήρια, εν ονόματι όλων μας, αρκούν. Όποιος αμφιβάλλει, ας πάει να περάσει στην φυλακή λίγους μήνες μόνο, να δει από κοντά για τι πράγμα μιλάει. Από εκεί και πέρα είμαστε όλοι μας (κατά τεκμήριο τουλάχιστον) υπεύθυνοι πολίτες και κάνουμε ό,τι θέλουμε, αναλαμβάνοντας, όμως, πάντα την σχετική ευθύνη, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι σε κάθε περίπτωση ποινική.

Χρήστος Ράμμος
Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Πηγή: Αναδημοσίευση από την προσωπική σελίδα του αρθρογράφου στο facebook (αναρτήσεις 1/3/2019 & 3/3/2019).

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;