Το νέο εκλογικό σύστημα και το μπόνους

Όλα τα εκλογικά συστήματα με μπόνους είναι εξ ορισμού ύποπτα για αντισυνταγματικότητα, διότι εισάγουν, και μάλιστα ex ante, απόκλιση από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, δηλαδή την ισότητα κατ’ αποτέλεσμα της κάθε ψήφου ξεχωριστά, μετά την εξαγωγή της από την κάλπη.

Το νέο εκλογικό σύστημα που προτείνει η κυβέρνηση αποτελεί μια παραλλαγή των εκλογικών συστημάτων του 2004 (νόμος Σκανδαλίδη) και του 2008 (νόμος Παυλόπουλου). Πρόκειται για ένα σύστημα με μπόνους -είδος προς εξαφάνιση μεταξύ των ευρωπαϊκών εκλογικών συστημάτων- που αποβλέπει στη διασφάλιση του νικητή των εκλογών κατά του κινδύνου να μην επιτύχει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Όλα τα εκλογικά συστήματα με μπόνους είναι εξ ορισμού ύποπτα για αντισυνταγματικότητα, διότι εισάγουν, και μάλιστα ex ante, απόκλιση από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, δηλαδή την ισότητα κατ’ αποτέλεσμα της κάθε ψήφου ξεχωριστά, μετά την εξαγωγή της από την κάλπη.[1]

Το γεγονός ότι το δικαστήριο το οποίο είναι επιφορτισμένο στην Ελλάδα με τον έλεγχο του κύρους των βουλευτικών εκλογών -το ΑΕΔ- αντιλαμβάνεται την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου ως μια μεταβλητή του εκάστοτε ισχύοντος εκλογικού συστήματος και όχι ως παράμετρο συνταγματικότητάς του δεν αναιρεί τη συνταγματική αξία της αρχής αυτής και την υποχρέωση σεβασμού της από τον εκλογικό νομοθέτη, έστω και κατά συνεκτίμηση της αρχής της «κυβερνητικής σταθερότητας», η οποία κατ’ ακριβολογία δεν αποτελεί συνταγματική αρχή αλλά απλώς έναν συνταγματικώς θεμιτό πολιτικό στόχο.

Το (ανεκτό) όριο απόκλισης από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου

Υπάρχει ένα άκρο ανεκτό όριο, πέρα από το οποίο η απόκλιση από την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου καθιστά το εκλογικό σύστημα δημοκρατικά και συνταγματικά ελαττωματικό. Το προτεινόμενο νέο εκλογικό σύστημα ξεπερνάει το όριο αυτό τουλάχιστον σε δύο σημεία:

Πρώτον, όσον αφορά στη χορήγηση του μπόνους σε προεκλογικό συνασπισμό συνεργαζόμενων κομμάτων. Το εκλογικό νομοσχέδιο, υιοθετώντας αυτούσια τη ρύθμιση του εκλογικού νόμου του 2008, αποκλείει ουσιαστικά τους προεκλογικούς συνασπισμούς από την πρόσβαση στο μπόνους, αφού θέτει ως προϋπόθεση για τη χορήγησή του να είναι ο μέσος όρος της δύναμης των συνεργαζόμενων κομμάτων μεγαλύτερος από την εκλογική δύναμη του αυτοτελούς κόμματος που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων.

Δηλαδή, αν το κόμμα Β και το κόμμα Γ συμπήξουν προεκλογικό συνασπισμό και λάβουν από κοινού 45%, ενώ το αυτοτελές κόμμα Α λάβει 40%, το προβλεπόμενο μπόνους των 50 εδρών θα χορηγηθεί στο κόμμα Α, επειδή ο μέσος όρος της δύναμης των δύο συνεργαζόμενων κομμάτων (22,5%) είναι μικρότερος από το εκλογικό ποσοστό του αυτοτελούς κόμματος.

Πίσω από τη ρύθμιση αυτή υφέρπει η αντίληψη ότι η μόνη φυσιολογική εκδοχή του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι ο «πλειοψηφικός κοινοβουλευτισμός» και οι μονοκομματικές κυβερνήσεις.[2] Είναι προφανές ότι η ρύθμιση αυτή, που καθιστά τη μικρότερη σχετική εκλογική πλειοψηφία απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς το άρθρο 52 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης ως έκφραση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

Δεύτερον, όσον αφορά στο μέγεθος του μπόνους. Είναι μεν κυμαινόμενο και κλιμακωτό, με ελάχιστο κατώφλι πρόσβασης το 25%, ωστόσο μπορεί να φτάσει μέχρι και τις 50 έδρες, δηλαδή το 16,6% των εδρών της Βουλής, που αποτελεί ένα υπερβολικό «εκλογικό δώρο» στο πρώτο κόμμα, έστω κι αν αυτό κινείται πέριξ του 40%, στο οποίο αντιστοιχεί το μπόνους των 50 εδρών.

Μόνο μια ουσιώδης μείωση του μέγιστου αριθμού των εδρών του μπόνους, για παράδειγμα, από 50 σε 30 έδρες, μπορεί να αποκαταστήσει τη συνταγματική ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου και της επιδίωξης της κυβερνητικής σταθερότητας.

Με τον τρόπο αυτό θα μειωθούν και οι παράπλευρες στρεβλωτικές συνέπειες του συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος στο επίπεδο της εδαφικής αντιπροσωπευτικότητας της Βουλής, ιδίως στις τετραεδρικές και πενταεδρικές περιφέρειες, από τις οποίες προέρχονται κυρίως οι έδρες που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη του μπόνους.


Υποσημειώσεις:

[1] βλ. Χ. Ανθόπουλου, «Εκλογικά Συστήματα και Συνταγματικές Δεσμεύσεις. Μια συγκριτική ανάλυση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας», εκδόσεις Σάκκουλα, 2016.

[2] βλ. την κριτική του Θ. Χατζηπαντελή στο SyntagmaWatch «Εκλογικός Νόμος: Από την αναλογική σε ένα μεικτό σύστημα«.

Χαράλαμπος Ανθόπουλος
Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο Ε.Α.Π.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πρώτο Θέμα στις 21/1/2020.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;