Το κοινωνικό δικαίωμα στη σύνταξη: Συνταγματικά – νομικά ζητήματα / Πρακτικές του ΙΚΑ και του ΕΦΚΑ

Ο Αριστείδης Πρεδάρης αναλύει το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, αναδεικνύοντας παράλληλα τις προβληματικές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία απονομής συντάξεων από τα ασφαλιστικά ταμεία.

1. Το Σύνταγμα, στο άρθρο 25 παρ 1 αναφέρεται σε δύο κομβικές αρχές, την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Στα πλαίσια των εν λόγω αρχών διαμορφώνεται η θεσμική εγγύηση κι ο κανονιστικός προσανατολισμός των κοινωνικών δικαιωμάτων. Βέβαια, το συνταγματικό έρεισμα των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν εξαντλείται στο άρθρο 25 του Συντάγματος, αλλά η ανάλυσή μας θα επικεντρωθεί στο εν λόγω άρθρο και τη νοηματοδότηση που προσφέρει τόσο στη διαμόρφωση του λειτουργικού πλαισίου του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, όσο και στο σχηματισμό μιας συναφούς  θεσμικής εγγύησης, από την οποία ανακύπτει κι η σχετική εγγυητική ευθύνη του κράτους. Το κράτος, όσον αφορά τον κοινωνικοπολιτικό ρόλο του , θα πρέπει να λειτουργεί υπό όρους δικαίου, δηλαδή να εκφράζει την έννοια της δικαιοσύνης, οι επιλογές του να τελούν σε συμφωνία με την αρχή της αναλογικότητας και να δρα υπό τη συνθήκη του ελέγχου των ενεργειών του ( διάκριση εξουσιών- δικαστικός έλεγχος). Το κράτος μέσα από το συνταγματικό κείμενο αναλαμβάνει την ευθύνη της ανάπτυξης και της προάσπισης της κοινωνικής ασφάλισης.[1]  Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται και κατοχυρώνεται συνταγματικά το κοινωνικό δικαίωμα για την κοινωνική ασφάλιση. Κι εφόσον το κράτος λειτουργεί υπό το πρίσμα του κοινωνικού του ρόλου, θα πρέπει να λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα, έτσι ώστε να διασφαλίζονται τα ειδικότερα δικαιώματα που απορρέουν από τη λειτουργική δράση του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης. Επίσης, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε την άποψη πως η νομοθετική εξειδίκευση δεδομένων δικαιωμάτων αναδεικνύει σαφεστέρα τις κρατικές υποχρεώσεις και την ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας. Αναφορικά με το δικαίωμα στη σύνταξη, θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί πως αποτελεί μια ειδικότερη κατηγορία κοινωνικού δικαιώματος, που εμπίπτει στο ευρύτερο κοινωνικό δικαίωμα (κατηγορία γένους), που σχετίζεται με  την κοινωνική ασφάλιση. Το δικαίωμα  στη σύνταξη συναντάται με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, της υποχρεωτικής υπαγωγής σε καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης, με την υποχρέωση του κράτους να προστατεύει δεδομένες κατηγορίες πολιτών κι ουσιαστικά το εν λόγω δικαίωμα διασυνδέεται αιτιωδώς με τα περιουσιακά δικαιώματα , το δικαίωμα στη ζωή ,το δικαίωμα στη συμμετοχή σε οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Δηλαδή αποτελεί ένα κοινωνικό δικαίωμα που στοχεύει στη διαφύλαξη και την κατά το δυνατό προαγωγή του βιοτικού επίπεδου μιας σημαντικής κατηγορίας πολιτών.[2] Η εν λόγω ανάπτυξη είναι συνοπτική , αλλά σαφώς περιγραφική, αναφορικά με τη συνταγματική και κοινωνική διάσταση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Κι όμως , το κράτος κατά την οργάνωση των υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή καταχώρηση της ασφάλισης κι η μελλοντική  αξίωση συνταξιοδοτικών παροχών πολλών κατηγοριών εργαζομένων. Η δεδομένη παράλειψη από την πλευρά του κράτους, βάσει όσων αναφέρθηκαν, δημιουργεί συνθήκες προσβολής του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, από τις οποίες απορρέει κι η σχετική ευθύνη του κράτους και των εμπλεκόμενων οργάνων του. Δηλαδή, αν εστιάσουμε σε ορισμένες διοικητικές πρακτικές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης θα διαπιστώσουμε ότι συγκεκριμένα δικαιώματα θίγονται και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν διασφαλίζεται ούτε ο πυρήνας τους, στην υποκειμενική κι αντικειμενική του διάσταση.

2. Στη συνέχεια, θα προσεγγίσουμε κάποια ασφαλιστικά ζητήματα με πιο πρακτικό τρόπο, όπως δηλαδή ανακύπτει στις υπηρεσίες του ΙΚΑ, που πλέον αποτελεί τμήμα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Μια προβληματική κατάσταση που επικρατεί σε πολλά υποκαταστήματα του ΙΚΑ, που πλέον αποτελεί τμήμα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, είναι ο έλεγχος κι η αναζήτηση χρόνων ασφάλισης μέχρι την 31η/12/2001, δεδομένου ότι μέχρι την εν λόγω χρονική περίοδο δεν τηρούνταν πλήρης μηχανογραφική απεικόνιση της ασφάλισης πολλών κατηγοριών εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Ως γνωστόν, στις περισσότερες περιπτώσεις η ασφάλιση καταχωρούνταν στα ΔΑΤΕ (δελτία ασφαλιστικής ταυτότητας κι εισφορών) βάσει της επικόλλησης ενσήμων και κατά διαστήματα η εν λόγω ασφάλιση μεταφερόταν σε κεντρική μηχανογραφική βάση δεδομένων , το αρχείο της οποίας πλέον τηρεί η ΗΔΙΚΑ.[3]

Το θέματα  που ανακύπτουν συχνά είναι τα εξής:

1) Πολλοί ασφαλισμένοι/ες δεν ήταν επιμελείς κατά την αρχή της εργασιακής τους διαδρομής και δεν φρόντισαν να εκδώσουν ΔΑΤΕ ή να το δώσουν στον εργοδότη για να επικολλήσει τα ένσημα. Επίσης, μπορεί, λόγω απρόβλεπτων γεγονότων να το απώλεσαν. 2) Προκείμενου να θεμελιωθεί συνταξιοδοτικό δικαίωμα θα πρέπει να ανακεφαλαιωθεί ο χρόνος ασφάλισης. 3) Κατά την ανακεφαλαίωση διαπιστώνεται πως μέρος του χρόνου λείπει γιατί έχουν χαθεί ΔΑΤΕ ή δεν έγινε επικόλληση των ενσήμων ή η επικόλληση είναι εσφαλμένη. 4) Κατά συνέπεια η συνταξιοδότηση του/της εν λόγω ασφαλισμένου/ης τίθεται εν αμφιβόλω. 5) Επίσης, ξεκινά μια διαδικασία εσωτερικού έλεγχου μεταξύ των υπηρεσιών του ΙΚΑ που πολλές φορές είναι χρονοβόρα, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της απονομής της σύνταξης στον/στην ασφαλισμένο/η. 6) Τέλος, υπάρχει ο κίνδυνος, αν δεν βρεθούν στοιχεία για τον ζητούμενο χρόνο ασφάλισης, να απορριφθεί το σχετικό συνταξιοδοτικό αίτημα.[4]

Το ισχύον νομικό πλαίσιο που διέπει τις εν λόγω διαδικασίες είναι το εξής: Ο κανονισμός ασφάλισης του ΙΚΑ (ΦΕΚ Β 816/1965): Άρθρο 10: «1. Αν το ασφαλιστικό χαθεί η καταστραφεί ή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλο αντικαθίσταται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Ο αιτών την αντικατάσταση οφείλει να προσκομίσει κάθε μηνιαία απόδειξη για το ακριβές περιεχόμενο του χαμένου βιβλιαρίου. Ενδεικτικά μέσα για το σκοπό αυτό είναι, κατά πρώτο λόγο, το τυχόν σωζόμενο ασφαλιστικό βιβλιάριο του οποίου ζητείται η αντικατάσταση, στη συνέχεια οι εγγραφές στα μισθολόγια των εργοδοτών, οι μισθολογικές καταστάσεις των εργοδοτών που έχουν κατατεθεί στο Ίδρυμα και τέλος οι κατά το παρελθόν χορηγηθείσες από τις υπηρεσίες του Ιδρύματος βεβαιώσεις και οι εγγραφές των αρμοδίων υπαλλήλων του Ιδρύματος στα βιβλία ελέγχου των εργοδοτών. Αποκλείεται η με μαρτυρικές καταθέσεις απόδειξη του περιεχομένου του απολεσθέντος ή καταστραφέντος ασφαλιστικού βιβλιαρίου. Με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, εκδίδεται απόφαση διευθυντή του αρμοδίου υποκαταστήματος του ΙΚΑ και παραδίδεται στον αιτούντα, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά οι τιμές ασφάλισης κατά έτη καθώς και ο κλάδος ασφάλισης που περιέχονται στο χαμένο κλπ. βιβλιάριο, σε αντικατάσταση του οποίου εκδίδεται η απόφαση αυτή. Συγχρόνως εκδίδεται υπέρ του αιτούντος νέο ασφαλιστικό βιβλιάριο το οποίο θα φέρει και τις λοιπές στο άρθρο 8 παρ. 1 περιλαμβανόμενες ενδείξεις.» Επίσης, τα άρθρα 7-8 του εν λόγω κανονισμού ρυθμίζουν τη διαδικασία ασφάλισης, την επικόλληση των ενσήμων και τις λοιπές λεπτομέρειες για τα δεδομένα ζητήματα. Επίσης, ο ΑΝ 1846/51 στο άρθρο 2 ρυθμίζει τα σχετικά με την υπαγωγή στην ασφάλιση ζητήματα, που σε γενικές γραμμές εξακολουθούν να ισχύουν, βάσει του ν 4387/16 αρ 55.

Η ερμηνευτική πρακτική του εν λόγω νομικού πλαισίου αναπτύσσεται σε πολλές  εγκυκλίους και γενικά έγγραφα του ΙΚΑ και του ΕΦΚΑ. Ενδεικτικά αναφέρουμε:  Εγκύκλιος 112/1971, εγκύκλιος 163/1977, εγκύκλιος 202/1979, γενικό έγγραφο Α05/1105/30/05/1985, εγκύκλιος 160/1988, εγκύκλιος 33/1989, εγκύκλιος 125/1989, γενικό έγγραφο Α34/261/45/30/09/2003, γενικό έγγραφο Γ99/1/112/2012, γενικό έγγραφο Α05/1105/5/2013,γενικό έγγραφο Α05/1105/23/2016 εγκύκλιος 19/2019. Ουσιαστικά, παρόλο που πλέον το ΙΚΑ έχει ενταχθεί στον ΕΦΚΑ, οι διαδικασίες που αφορούν τη διαπίστωση μέρους της ασφάλισης, ενός σημαντικού  μέρους μισθωτών – ασφαλισμένων στο ΙΚΑ μέχρι την 31η/12/2001 και τον έλεγχο της τήρησής της παραμένουν οι ίδιες κι εφαρμόζονται σχεδόν με τον ίδιο χειρόγραφο τρόπο που ακολουθείται επί σειρά ετών από τις υπηρεσίες εσόδων του ΙΚΑ.[5]

3. Το κεντρικό πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση που ο/η υποψήφιος/α συνταξιούχος διαπιστώνει πως δε μπορεί να συνταξιοδοτηθεί ή πως καθυστερεί η απονομή της σύνταξης γιατί έχει χάσει τα ένσημα ή δεν είχε μεριμνήσει για την ορθή ασφάλιση του /της και παράλληλα θα πρέπει να τα αναζητήσει. Δηλαδή, είτε έχουν χαθεί τα ασφαλιστικά βιβλιάρια είτε η απεικόνιση της ασφάλισης στα βιβλιάρια που κατέχει ο/η ασφαλισμένος/η δεν είναι σαφής ή ενέχει αμφιβολίες. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της ευθύνης του/της ασφαλισμένου/η, αναφορικά με την ορθή και συνετή διαφύλαξη των ασφαλιστικών του/της βιβλιαρίων και των συναφών δικαιωμάτων του/της , σε συνδυασμό με την υποχρέωση της δημόσιας υπηρεσίας να διασφαλίζει τα σχετικά δικαιώματα των ασφαλισμένων.[6] Επίσης, το εν λόγω θέμα καθίσταται επίκαιρο, επειδή στην τρέχουσα περίοδο υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις στις απονομές των συντάξεων, με ένα μέρος αυτών να οφείλεται στις εκκρεμότητες που έχουν ανακύψει στα πλαίσια της προαναφερθείσας διαδικασίας κι οι επικείμενες συμπράξεις που προβλέπει ο νόμος 4798/2021 αρ. 255 κι εξειδικεύει η ΥΑ 45891/2021 αποσκοπούν στο να διαχειριστούν κάποιες από τις συγκεκριμένες εκκρεμότητες.

Αφού κάναμε αυτή τη σύντομη αναφορά σε ένα πολύ ιδιαίτερο θέμα του ΙΚΑ, που είναι οι ΥΔΑΑΒ κι οι έλεγχοι ασφάλισης, θα συνεχίσουμε με τη συγκριτική παράθεση κάποιων γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, σε συνδυασμό με βασικές αρχές του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης και του ευρωπαϊκού δικαίου, προκειμένου να διατυπώσουμε μια αναθεωρημένη προσέγγιση για τις διαδικασίες που αναφέραμε στις προηγούμενες παραγράφους. Θα πρέπει να γίνει αποδεκτό , βάσει και της συνταγματικής κατοχύρωσης της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22 παρ 5 του Συντάγματος), πως η παροχή συναφών κοινωνικών υπηρεσιών αποτελεί έργο συλλογικό, που αποβλέπει στη διαμόρφωση ενός βασικού επίπεδου κοινωνικής προστασίας, συνδυάζοντας πόρους και τεχνικές, που παρέχεται στις διάφορες κατηγορίες πολιτών , οι οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δεδομένους κινδύνους, σχετιζόμενους με τη μισθωτή εργασία ή την εν γένει επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ο βασικότερος κίνδυνος τον οποίο αποσκοπεί να καλύψει ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης, είναι ο κίνδυνος του γήρατος και της συναφούς απώλειας της δυνατότητας ενεργούς συμμετοχής στο εργασιακό – επαγγελματικό – οικονομικό πεδίο, των πολιτών που συμπληρώνουν ένα συγκεκριμένο όριο ηλικίας. Το ζητούμενο δηλαδή είναι, πως ένας/μία ασφαλισμένος/η ενδέχεται να έχει τηρήσει τις διατυπώσεις τις υποχρεωτικής του/της ασφαλιστικής υπαγωγής =, αλλά ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης να αδυνατεί να του/της χορηγήσει σε εύλογο χρόνο την οφειλόμενη παροχή, είτε λόγω δέσμιας αρμοδιότητας, είτε λόγω εσφαλμένης αντίληψης του εύρους της διακριτικής ευχέρειας, είτε λόγω σχετικών διοικητικών ενεργειών, που σχετίζονται με την πρακτική εφαρμογή της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας από τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Λαμβάνοντας υπόψη πως το ασφαλιστικό μας σύστημα λειτουργεί βάσει των αρχών της υποχρεωτικότητας και της ανταποδοτικότητας, θα πρέπει να διερευνήσουμε το εύρος της ευθύνης των ασφαλιστικών οργάνων,  στην περίπτωση που αδυνατούν ή που καθυστερούν ( για ποικίλους λόγους) να βεβαιώσουν χρόνους ασφάλισης, βάσει του αρχείου της υπηρεσίας, χρόνοι οι οποίοι δύναται να προκύπτουν από διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει ο/η ασφαλισμένος/η. Κατά συνέπεια, βάσει της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, δεν είναι νομικά ορθό να απορρίπτεται το αίτημα του, ή να καθυστερεί η διεκπεραίωσή του, στην περίπτωση που η υπηρεσία δεν έχει φροντίσει να τηρήσει με ορθό φυσικό και μηχανογραφικό τρόπο το εν λόγω αρχείο ή να διεξάγει σχετικούς ελέγχους εντός ευλόγων προθεσμιών.

4. Δηλαδή η σχετική πρακτική, στον συγκεκριμένο τομέα δράσης των ασφαλιστικών οργάνων, υπό συγκεκριμένους όρους θα μπορούσε να αναθεωρηθεί, υπό το πρίσμα της κρατικής εγγύησης για μια ελάχιστη συνταξιοδοτική παροχή (βλέπε ν. 4670/2020 αρ 16 παρ 1 ,4 , ν. 4387/2016, αρ.1, 1Α, χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων ευρωπαϊκής ένωσης αρ. 34, ευρωπαϊκός κοινωνικός χάρτης αρ. 23 ). Κατά συνέπεια βάσει του σχετικού συνταγματικού πλαισίου (22 παρ 5, 25, 103 παρ. 1) και των σχετικών ευρωπαϊκών συνθηκών προκύπτει η υποχρέωση του κράτους να  εγγυάται  ένα ελάχιστο περιεχόμενο κοινωνικής προστασίας, το οποίο θα πρέπει να εξασφαλίζεται υπό νομικούς όρους, και παράλληλα θα πρέπει να υφίσταται το ανάλογο πλαίσιο διοικητικής λειτουργίας που δεν θα αναιρεί την ουσιαστική του χορήγηση.[7]

Οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με τα εξεταζόμενα ζητήματα είναι οι ακόλουθες: της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με την αρχή της νομιμότητας εν ευρεία έννοια. Σύμφωνα με το προαναφερθέν πλαίσιο, διαγράφονται τα όρια της καλής λειτουργίας της διοίκησης, και διαμορφώνεται η υποχρέωση της ορθής ενημέρωσης των διοικουμένων αναφορικά με τα δικαιώματά τους και τον τρόπο άσκησης τους, υπό όρους αμερόληπτης κι ορθολογικής κρίσης, από την πλευρά των διοικητικών οργάνων. Οι εν λόγω αρχές στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης λειτουργούν συνδυαστικά με την αρχή της ευρείας ερμηνείας των ασφαλιστικών διατάξεων υπέρ του ασφαλισμένου και την υποχρέωση της διοίκησης να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές καταστάσεις.[8]

5. Βάσει του ανωτέρω σκεπτικού κι όσων αναφέρθηκαν στο τμήμα 1 του παρόντος κειμένου, θα μπορούσε να γίνει μια σχετική ρύθμιση για τους ασφαλισμένους που για παράδειγμα θέλουν 35 χρόνια για να κατοχυρώσουν και να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με κάποιο από τα μεταβατικά καθεστώτα που ίσχυσαν μετά το 2011 και διαθέτουν πχ για τα 34,8 τα ΔΑΤΕ, τα ασφαλιστικά βιβλιάρια κλπ και για τα 0,2 που λείπουν δεν διαθέτουν τα έγγραφα που η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία προβλέπει, αλλά κατέχουν έγγραφα που θα μπορούσαν βάσει των γενικών αρχών της δικονομίας να γίνουν δεκτά ή να εκτιμηθούν. Θα πρέπει να γίνει μια σχετική κατηγοριοποίηση των εν λόγω  περιπτώσεων και να εισαχθούν στοχευμένες ρυθμίσεις, συνδυαστικά με το ισχύον νομικό πλαίσιο για την αναγνώριση κενών χρόνων ασφάλισης. Επίσης, θα πρέπει να σταθμιστεί το ενδεχόμενο δημοσιονομικό κόστος σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχείρισης που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1-2 του Συντάγματος.[9] Στις περιπτώσεις αυτές υπεισέρχεται κι η διαχρονική ευθύνη του νομοθέτη , που οφείλει να ρυθμίζει το λειτουργικό μοντέλο  και τη δράση της κοινωνικής ασφάλισης βάσει των σχετικών συνταγματικών προβλέψεων.

Προκειμένου να  γίνει δεκτή μια τέτοια πρακτική, θα πρέπει να εξεταστούν κι άλλες παράμετροι, όπως το καθεστώς θεμελίωσης, το αν θα μεταβληθεί το καθεστώς παλαιού – νέου ασφαλισμένου, η υπαγωγή στα βαρέα, η θεμελίωση με καθεστώς βαρέων κι η αρμοδιότητα του απονέμοντος φορέα στην περίπτωση διαδοχικής ασφάλισης.[10] Εν προκειμένω, με τον περιορισμό των ελέγχων ασφάλισης και την εισαγωγή τεκμαρτών πρακτικών συμπλήρωσης του απαιτουμένου χρόνου για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, μέρος των εργαζόμενων στις υπηρεσίες εσόδων θα μπορούσαν να απασχοληθούν είτε με διαδικασίες σχετικές με την απονομή των συντάξεων, είτε με τον έλεγχο ενεργών επιχειρήσεων. Δηλαδή, θα πρέπει να εξεταστεί αν είναι συμφερότερο για την υπηρεσία να διεξάγονται έλεγχοι ασφάλισης για περιόδους που το δικαίωμα επιβολής κυρώσεων έχει παραγραφεί ή αν θα μπορούσε η υπηρεσία να επικεντρωθεί σε ελέγχους που αφορούν χρονικές περιόδους που δεν εμπίπτουν στην παραγραφή και να γίνει μια σχετική σύγκριση κόστους- οφέλους ανάμεσα στις εναλλακτικές επιλογές της υπηρεσίας.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυση μας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η εισαγωγή ρυθμίσεων, βάσει των σκέψεων που παρατέθηκαν θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με μια ασφαλιστική μεθοδολογία που θα αποκλείει ή θα περιορίζει κατά το δυνατό ενδεχόμενες καταστρατηγήσεις. Επίσης, βάσει των δεδομένων της υπηρεσίας θεωρείται εφικτή η εκτίμηση του αριθμού των ασφαλισμένων που εμπίπτουν στις περιπτώσεις που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι, η στάθμιση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στο δικαίωμα στη σύνταξη και το πώς αυτή η στάθμιση σε κάποιες ιδιάζουσες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι εφικτή κι αποτελεσματική (αντιδιαστολή κοινωνικής προστασίας- παραμέτρων της οικονομίας- ασφαλιστικής αλληλεγγύης), εκφράζοντας μια μεταρρυθμιστική πρακτική που θα συνάδει με τις θεμελιώδες αξίες του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης και το συναφές συνταγματικό πλαίσιο προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων , συνδυαζόμενου με το πεδίο εφαρμογής της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.

Πρεδάρης Αριστείδης
πτυχιούχος Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Master 2 de droit  public spécialisé – Νομική Σχολή ΕΚΠΑ – Université de Bordeaux , υπάλληλος ΕΦΚΑ 


Υποσημειώσεις:

[1] Άγγελος Στεργίου , Η συνταγματική κατοχύρωση της κοινωνικής ασφάλισης σελ. 167 επ.

[2] Ιωάννης Ιγγλεζάκης Κοινωνικό κράτος δικαίου σελ 46 επ.

[3] Δηλαδή, ο/η ασφαλισμένος/η  το ΔΑΤΕ που είχε γεμίσει ένσημα, το έφερνε στο ΙΚΑ, οι υπάλληλοι του ΙΚΑ το ανακεφαλαίωναν χειρόγραφα κι έστελναν τη σχετική κατάσταση με τις καταχωρήσεις στην κεντρική μηχανογραφική υπηρεσία, κι εκεί γίνονταν οι διαδικασίες καταχώρησης στην κεντρική μηχανογραφική βάση δεδομένων. Παράλληλα, τηρούνταν κι άλλες διαδικασίες σχετικές με τη χειρόγραφη ή τη μηχανογραφική καταχώρηση των ημερών ασφάλισης του εκάστοτε ασφαλισμένου σε ατομικές καρτέλες κλπ, ατομικά δελτία εισφορών κλπ. Σημειώνεται πως και τα ατομικά δελτία εισφορών, παρόλο που εκδίδονταν βάσει  μηχανογραφικής διαδικασίας ασφάλισης, στην οποία είχαν ενταχθεί μεγάλες επιχειρήσεις, μέχρι το 1988 δεν παράγουν πλήρη απόδειξη αναφορικά με το περιεχόμενο τους, το οποίο επίσης τηρείται στη βάση της ΗΔΙΚΑ.

[4] Βλέπε σχετικά εγκύκλιο ΕΦΚΑ 19/2019 σελ. 2. Το θέμα απλουστεύεται κατά ένα μέρος, αλλά δεν επιλύεται πλήρως.

[5] Δηλαδή, περιλαμβάνουν, σε περιπτώσεις απώλειας των ΔΑΤΕ , της μη επικόλλησης των ενσήμων κλπ, το φυσικό έλεγχο στο φάκελο του εργοδότη, στον οποίο ο ασφαλισμένος που έχει χάσει τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, του δηλώνει (με  δήλωση που  λέγεται ΥΔΑΑΒ – υπεύθυνη δήλωση απώλειας ασφαλιστικών βιβλιαρίων ή σχετική αίτηση) πως είχε απασχοληθεί. Και το σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως πρόκειται για φάκελους  των δεκαετιών 1970-1980, κι είναι προφανές πως η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορεί να συνεπάγεται διάφορα κωλύματα κατά τη διεξαγωγή του εν λόγω ελέγχου. Ο χρόνος που απαιτείται για τη διεξαγωγή του ελέγχου συχνά δεν είναι λίγος και προηγείται της τελικής-συνολικής ανακεφαλαίωσης.

[6] Βλέπε σχετικά ν.δ. 390/1969 «Περί συστάσεως Κέντρου Ηλεκτρονικού Υπολογιστού Κοινωνικών Υπηρεσιών» και  εγκύκλιο 202/1979, αναφορικά με την εφαρμογή της μηχανογράφησης στο ΙΚΑ από 01/01/1980, αλλά η πλήρης μηχανογράφηση μόνο μετά την 01η/01/2002 εφαρμόστηκε στο ΙΚΑ (νόμος 2972/2001). Κι απουσία της μηχανογράφησης ή της ορθής χειρόγραφης τήρησης της ασφάλισης δημιουργεί την ανάλογη ευθύνη για το φορέα της κοινωνικής ασφάλισης.

[7] Θα μπορούσε να εξεταστεί το ζήτημα κι υπό το πρίσμα του αρ.1 πρώτου πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, συλλογικό έργο Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 2η έκδοση ,σελ 771 επ.

[8] Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου, Δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, 2η έκδοση σελ 82 επ., Επαμεινώνδας Σπηλιωτόπουλος Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου τόμος 1, 15η έκδοση σελ 58 επ. , 83 επ. Διοικητικό Εφετείο Αθηνών 11ο Τριμελές απόφαση 272/2011, Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς-Τριμελές  απόφαση  2185/2015, Γνωμοδότηση ΝΣΚ  164/2015

[9] Άγγελος Στεργίου, Δίκαιο  κοινωνικής ασφάλισης, 2017, σελ 533 επ.,  Σύνταγμα αρ  73 παρ 2,  Εγκύκλιος ΕΦΚΑ 29/2017

[10] Alain Supiot La Sécurité sociale entre réformisme et transformisme », RDSS, janvierfévrier 2016 p .4 s .

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Σύνταγμα και Δημοψηφίσματα / Δεκάλεπτα Μαθήματα για το Σύνταγμα (9ο Βίντεο-Μάθημα)

Στο 9ο Βίντεο-Μάθημα της ειδικής εκπαιδευτικής ενότητας του Παρατηρητηρίου www.syntagmawatch.gr με τίτλο «Δεκάλεπτα Μαθήματα για το Σύνταγμα» η Βασιλική Χρήστου (Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών) εξηγεί τι είναι ένα δημοψήφισμα καθώς και τι προβλέπει το Σύνταγμα για τα είδη και τη διαδικασία διεξαγωγής των δημοψηφισμάτων.

Περισσότερα

Η αντισυνταγματικότητα των περιορισμών στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των αποδήμων στον τόπο κατοικίας τους στο εξωτερικό

Με αφορμή την κοινοβουλευτική συζήτηση, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης επιχειρηματολογεί υπέρ της άρσης των περιορισμών στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των αποδήμων.

Περισσότερα