Το έγκλημα πίσω από τις κλειστές πόρτες

Η Σοφία Βιδάλη γράφει για τα αίτια, αλλά και την αντιμετώπιση των εγκλημάτων που στρέφονται κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

Τα εγκλήματα με σεξουαλικό περιεχόμενο, που η διάπραξή τους έχει δημοσιοποιηθεί τους τελευταίους μήνες, δείχνουν μία πλευρά της ελληνικής κοινωνίας που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε απασχολήσει σε τέτοια έκταση τον δημόσιο λόγο. Πρόκειται για εγκλήματα που σύμφωνα με τις καταγγελίες, αφορούν μεταξύ άλλων συστηματική σεξουαλική παρενόχληση σε χώρους εργασίας ή εκπαίδευσης, κατάχρηση σε γενετήσια πράξη, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, βιασμούς, κατάχρηση ανηλίκων, προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους, γενετήσιες πράξεις με ανήλικους έναντι αμοιβής. Έχει ειδικό ενδιαφέρον ότι ένα μέρος των εγκλημάτων αυτών αφορά τον χώρο του θεάτρου και του θεάματος γενικότερα, τον χώρο του αθλητισμού, αλλά και σχέσεις μέσα στο οικογενειακό ή γενικότερα το οικείο περιβάλλον. Το πώς ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις,  θα το δείξει η έρευνα των αρχών.

Με αφορμή τις παραπάνω υποθέσεις, αναπτύχθηκε μια συζήτηση στον δημόσιο λόγο για τις σεξιστικές και φαλλοκρατικές συμπεριφορές, τον κοινωνικό ρατσισμό που διακρίνει ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, την συγκάλυψη διαστροφικών σεξουαλικών προτιμήσεων από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, αλλά και την εκμετάλλευση των εργαζόμενων στο χώρο του θεάματος, όπως και των αθλητών. Συζητήθηκε ακόμη, αν και λιγότερο ουσιαστικά, η κοινωνική θέση των δραστών, οι πολιτικές και άλλες διασυνδέσεις κάποιων εξ αυτών και η ανάγκη περίθαλψης των θυμάτων, ιδίως των ανηλίκων που έχουν κακοποιηθεί σε οικογενειακό περιβάλλον.

Η δημόσια συζήτηση για αυτές τις υποθέσεις έχει εξασθενήσει σήμερα, αλλά τα ζητήματα παραμένουν. Κυρίως παραμένει και πρέπει να προβληματίσει σε βάθος την ελληνική κοινωνία και το θεσμικό σύστημα το γεγονός ότι οι υποθέσεις αποτελούν μάλλον την κορυφή ενός παγόβουνου που έχει πολλές πλευρές. Η εγκληματικότητα αυτής της κατηγορίας χαρακτηρίζεται για τον μεγάλο «σκοτεινό αριθμό» υποθέσεων. Λόγοι που έχουν σχέση με το τραύμα και την ντροπή που νοιώθει το θύμα, τη σχέση του με το θύτη και τη μεγάλη δυσκολία να αποδειχθούν πρακτικά τα γεγονότα όταν έχει περάσει ένα χρονικό διάστημα, συντελούν ώστε τα εγκλήματα αυτά να μένουν στην αφάνεια: ο πραγματικός αριθμός τους είναι – ακριβώς – σκοτεινός. Η δεινή θέση των θυμάτων πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από πράξεις σεξουαλικών εγκλημάτων σε βάρος τους αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη συνέχιση της θυματοποίησής τους από τους δράστες.

Στις συγκεκριμένες υποθέσεις, η εξουσία που οι δράστες ασκούσαν στα θύματα και η κοινωνική και επαγγελματική θέση των δραστών, φαίνεται ότι συνέβαλε όχι μόνον στην αποσιώπηση των εγκλημάτων τους, αλλά και στην παραποίηση του περιεχομένου των πράξεων – πράγμα σύνηθες σε τέτοιες περιπτώσεις. Ενώ τα θύματα συνήθως απωθούν για ένα διάστημα το οχληρό γεγονός, οι δράστες (όταν δεν αρνούνται το γεγονός), αλλά και όσοι γνωρίζουν τις πράξεις τους συχνά νοηματοδοτούν την εγκληματική πράξη ως κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα: μέρος της δουλειάς – έτσι έχουν τα πράγματα – και άρα που είναι το κακό ή έτσι κάνουν όλοι ή πολλοί – και άρα γιατί να υπάρχει πρόβλημα – ή ακόμα και στην περίπτωση που γίνεται δεκτό το γεγονός, το αιτιολογούν με την προκλητικότητα των θυμάτων στο πλαίσιο της φιλοδοξίας ανέλιξης τους (στη συγκεκριμένη συγκυρία αυτό ήταν το πρώτο που προβλήθηκε από κάποια ΜΜΕ), ενώ σε κάποιες περιπτώσεις απλά υποδηλώνουν με κυνισμό ότι απλά έγινε μια συναλλαγή με το θύμα και άρα δεν πρόκειται για θύμα, Εκτός από τα παραπάνω, οι δράστες τέτοιων εγκλημάτων, όχι σπάνια, κατηγορούν οι ίδιοι τους κατηγόρους τους, ότι π.χ. τους επιβουλεύονται.

Οι υποθέσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν όμως και άλλα ζητήματα, που η προσεκτική εξέτασή τους ανατρέπει στερεότυπα και στρεβλές αντιλήψεις για το έγκλημα και τους δράστες του, αλλά και για την αντεγκληματική πολιτική. Συγκεκριμένα, το εύρος των καταγγελιών δείχνει πρώτον, ότι σε ορισμένους επαγγελματικούς χώρους ή αθλητικά περιβάλλοντα αλλά και γενικά σε χώρους εργασίας ή μαθητείας «υπεράνω υποψίας» το έγκλημα δεν ήταν εξαίρεση αλλά κανόνας, τουλάχιστον για ένα σημαντικό χρονικό εύρος και συνυπήρχε με την νομιμότητα. Δεύτερον, ότι τα εγκλήματα αυτά είναι υπόθεση της μεσαίας τάξης κυρίως σε ότι αφορά τους δράστες και έχουν κατά κανόνα θύματα ευάλωτες ομάδες ανεξαρτήτως φύλου, ευαλωτότητα που προξενείται και από τη σχέση εξουσίας που αναπτύσσεται μεταξύ δράστη-θύματος, αλλά και από τις συνθήκες φτώχειας και εξαθλίωσης πολλών νέων. Τρίτον, δεν πρόκειται για εγκλήματα που έχουν ως αίτιο κάποιες παθολογικές καταστάσεις, αλλά πολιτισμικές θεωρήσεις του «άλλου», από τον οποίο αφαιρούνται οι ανθρώπινες ιδιότητες και η ύπαρξή του συρρικνώνεται σε αντικείμενο, διαδικασία που διευκολύνει τον δράστη. Τέταρτον οι δράστες διάγουν μια «διπλή ζωή», κάτι σαν «σχιζοφρένεια του εγκλήματος» για να χρησιμοποιήσω ένα όρο του R. Η. Βurke που δείχνει ακριβώς το πως οι δράστες διάγουν ταυτόχρονα στη νομιμότητα (ως επαγγελματίες, οικογενειάρχες κλπ) και στην παρανομία (ως άτομα) και μάλιστα η παρανομία συσχετίζεται ταυτόχρονα με τη βία, αλλά και την ευχαρίστηση, ένα είδος γοητείας του εγκλήματος που ο J. Katz πρωτοδιατύπωσε. Πέμπτο, τα εγκλήματα που συζητούμε εδώ δείχνουν, όμως, ότι όλες οι επίσημες πολιτικές που το ελληνικό κράτος έχει ακολουθήσει τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια ήταν απολύτως λάθος. Και ήταν λάθος (που δυστυχώς συνεχίζει), επειδή εστίασαν μονομερώς στην εγκληματικότητα του δρόμου, «παραπλάνησαν» την ελληνική κοινωνία προβάλλοντας την εικόνα της εγκληματικότητας του δρόμου ως περίπου αποκλειστικού προβλήματος ασφάλειας, πράγμα που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Επίσης, οι πολιτικές αυτές υποτίμησαν την αγριότητα που υποκρύπτεται πίσω από τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, όπως στην περίπτωση των νέων ηθοποιών, πρόταξαν τη σκοπιμότητα έναντι της νομιμότητας, απαξίωσαν τους θεσμούς και ιδίως εκείνους της Παιδείας, απαξίωσαν τη μόρφωση και τη γνώση και επιβράβευσαν μια νοοτροπία τζόγου, τύπου «πάρτα όλα», κατανάλωσης και υπερβολής και συνεχούς διασκέδασης. Έτσι, ενώ η ελληνική κοινωνία ευημερούσε υλικά, ταυτόχρονα έκανε συνεχώς βήματα προς τα πίσω, προς μια κατάσταση ποικιλότροπης ανθρώπινης σκλαβιάς και κοινωνικής καθυστέρησης, με τα αστικά και μεσαία στρώματά της να υποδύονται ότι «δεν βλέπουν», «δεν ξέρουν», «δεν καταλαβαίνουν»: μια συμβιωτική σχέση νομιμότητας και παρανομίας που έχει περιγραφεί ως ποιοτικό δομικό στοιχείο της εγκληματικότητας στον καπιταλισμό. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο αναπτύχθηκαν σεξουαλικά εγκλήματα που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, που υποδηλώνουν και το εύρος παρακμής της ελληνικής κοινωνίας.

Από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας προκύπτει επιπλέον ότι η έκταση των εγκλημάτων αυτών οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε δύο ακόμα παράγοντες: πρώτον, στην «αδυναμία» να προστατευτούν από το κράτος τα δικαιώματα των αδύναμων φύσει (π.χ ανήλικοι) και θέσει ανθρώπων, αδυναμία που θεμελιώνεται στην επικράτηση νοοτροπιών de facto άρνησης των δικαιωμάτων, υπέρβασης των ορίων και στη λεγόμενη “γοητεία του εγκλήματος”: δηλαδή στην ενδότερη ευχαρίστηση (όχι όφελος) που ενδεχομένως αντλεί κάποιος, κατά την παραβίαση κανόνων (όχι το όφελος που αποκομίζει μετά) όπως γλαφυρά περιγράφει ο Jack Katz. Ο δεύτερος παράγων είναι η θέση και ο ρόλος των μαρτύρων και όσων γνωρίζουν ή υποψιάζονται τι συμβαίνει. Πρόκειται για καταλυτικής σημασίας παράγοντα για την αποκάλυψη αυτών των εγκλημάτων, αλλά και για την προστασία των θυμάτων. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι, ιδίως στο χώρο του θεάτρου και του αθλητισμού, γεγονότα όμοια ή ανάλογα με αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας, δεν ήταν άγνωστα σε ανθρώπους του χώρου, ενώ ακόμα και η δήλωση άγνοιας για το τι ακριβώς συνέβαινε δύσκολα πείθει. Είναι αυτή η άρνηση της πραγματικότητας, που οδηγεί τελικά σε συγκάλυψη. Η κοινωνική θέση του δράστη εδώ έχει καταλυτική σημασία και για την κάλυψη του και για τη συγκάλυψή του – συνειδητή ή όχι από τρίτους. 

Η επίσημη αντίδραση σε τέτοια εγκλήματα δεν μπορεί να περιοριστεί στην ποινική αντιμετώπιση. Στην περίπτωσή μας, η εξωποινική πολιτική επιβάλλεται να πλαισιώνει αυτές τις υποθέσεις: η στήριξη των θυμάτων, των οικογενειών τους, η στήριξη των παιδιών των δραστών, η ανάπτυξη στοχευμένων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων μέσα στο σχολείο που να αφορούν την αναγνώριση και παραδοχή καταστάσεων βίας, η δημιουργία ειδικών υπηρεσιών υποδοχής καταγγελιών στις εισαγγελίες, ο εξορθολογισμός των πλαισίων εκπαίδευσης και μαθητείας σε κάθε τομέα, η εγγυητική προστασία των εργασιακών σχέσεων και τέλος, η ενίσχυση της ερευνητικής δημοσιογραφίας, αποτελούν κάποιες ρεαλιστικές κατά τη γνώμη μου προτάσεις. Πέραν τούτων, η προστασία μαρτύρων, θυμάτων ή μη, η ψυχοκοινωνική παρακολούθηση των δραστών, εφόσον καταδικαστούν σε ποινές στέρησης της ελευθερίας, είναι αναγκαία μέτρα. Είναι μια δύσκολη δοκιμασία για τα θύματα, αλλά και για την ελληνική κοινωνία συνολικά, αλλά αποτελεί και μια πρόκληση, ώστε να υπάρξει μια σοβαρή αντιμετώπιση των εγκληματών αυτών και της κοινωνικής βλάβης που προκαλούν.

Σοφία Βιδάλη
Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ενδεικτ. βιβλιογραφία

R. H. Burke, 2018, 5th ed. An Introduction to Criminological Theory.  Collumpton, Devon: Willan publishing

Katz, J., 1988. Seductions of Crime: Moral and Sensual Attractions in Doing Evil. New York: Basic Books.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Γυναικοκτονία: η έμφυλη διάσταση του αδικήματος της ανθρωποκτονίας

Με αφορμή τη διπλή ανθρωποκτονία στη Μακρινίτσα, η Αναστασία Γκόνη-Καραμπότσου γράφει για τη σημασία της έννοιας “γυναικοκτονία”, αλλά και τις θεσμικές και νομοθετικές αλλαγές που απαιτούνται για την προστασία όσων υφίστανται έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία.

Περισσότερα

Live webcast: Το ελληνικό #MeToo: Ποινικές, εργασιακές και κοινωνικές διαστάσεις

Παρακολουθήστε όλη την εκδήλωση, με θέμα “Το ελληνικό #MeToo: Ποινικές, εργασιακές και κοινωνικές διαστάσεις”, που συνδιοργανώσαμε με το Ίδρυμα Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, την Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου.

Περισσότερα