Παράνομες παρακολουθήσεις και κρατικά απόρρητα

Ο Μαρίνος Σκανδάμης γράφει για το τι συνιστά τελικά κρατικό απόρρητο, αλλά και τη σημασία του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

«Αν παραβιαστεί το απόρρητο, αυτοί οι άνθρωποι θα πάνε δέκα χρόνια φυλακή» ήταν η φράση της κυρίας Ντόρας Μπακογιάννη σε τηλεοπτική εκπομπή, με την οποία έστειλε σε κάθε κατεύθυνση το μήνυμα των συνεπειών για όσους επιλέξουν να αποκαλύψουν τι πραγματικά συνέβη με την παρακολούθηση του τηλεφώνου του προέδρου του ΠΑΣΟΚ.

Δεν θα σχολιάσουμε το αν η φράση αυτή μπορεί να αξιολογηθεί κατά την έννοια της επιστήμης ως ψυχολογική βία προς κάθε εμπλεκόμενο στη δυσώδη αυτή υπόθεση, αλλά θα παραμείνουμε στο νομικό της πλαίσιο. Προφανώς με την υπενθύμιση του ύψους ποινής, η έμπειρη πολιτικός αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 146 Ποινικού Κώδικα, με την οποία τιμωρείται με κάθειρξη έως 10 ετών α) όποιος παραδίδει ή αφήνει να περιέλθει στην κατοχή ή τη γνώση άλλου κρατικό απόρρητο (άρθρο 146 παρ. 1) ή και β) όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του Διαδικτύου ανακοινώνει ή διαδίδει κρατικό απόρρητο (άρθρο 146 παρ. 3).

Ως κρατικά απόρρητα, σύμφωνα με το άρθρο 149 ΠΚ, ορίζονται γεγονότα, αντικείμενα ή πληροφορίες στα οποία πρόσβαση έχει προσδιορισμένος κύκλος προσώπων και ορίζονται ως μυστικά για να αποφευχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος προσβολής της εδαφικής ακεραιότητας, της αμυντικής ικανότητας, των διεθνών σχέσεων ή των οικονομικών συμφερόντων της χώρας μας ή και προσβολής της διεθνούς ειρήνης.

Με την ανωτέρω φράση της κυρίας Μπακογιάννη θα μπορούσε από κάποιον κακόπιστο να θεωρηθεί ότι ήδη έχει πληροφορηθεί – άγνωστο πώς – τα μυστικά που αφορούν αυτή την υπόθεση. Δηλαδή ότι πράγματι υπάρχει κάποιο απόρρητο που συνάπτεται αναγκαστικά με τους ανωτέρω κινδύνους κατά της χώρας ή της διεθνούς ειρήνης και δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, γι’ αυτό και η βουλευτής της ΝΔ υπενθυμίζει τις όποιες κυρώσεις κατ’ άρθρο 146 παρ. 1 ΠΚ.

Όμως, το αν υπήρχαν ή όχι στην περίπτωση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ νόμιμοι λόγοι που συνδέονταν με τους ανωτέρω εθνικούς κινδύνους και επέβαλαν την παρακολούθησή του, είναι ένα από τα ζητήματα προς διερεύνηση. Αν δεν υπήρχαν, ουδέν απόρρητο υφίσταται. Και συντρέχουν λόγοι διώξεως μόνο για όσους παρανόμως παρακολουθούσαν τον Νίκο Ανδρουλάκη.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 43 Α του Κανονισμού της Βουλής, «στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ανήκει ο κοινοβουλευτικός έλεγχος για τα ζητήματα που αφορούν τη δραστηριότητα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ)», ενώ στο ίδιο άρθρο προβλέπεται πως «οι συζητήσεις για τη δραστηριότητα της ΕΥΠ είναι απόρρητες και τα μέλη της δεσμεύονται να τηρούν το απόρρητο αυτό και μετά τη λήξη της θητείας τους».

Άρα σε μια απόρρητη διαδικασία δεν συντρέχουν λόγοι διώξεως για όσους επίσης καταθέτουν επί των υποτιθέμενων απορρήτων. Αλλά συντρέχουν λόγοι διώξεως μόνο για όσους αρνούνται να καταθέσουν.

Με πρόσθετο δεδομένο ότι ο κ. Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι δεν προέκυψε από την παρακολούθηση του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη κανένα στοιχείο, άρα ουδέν ενδιαφέρον υπάρχει ως προς το απόρρητο της παρακολούθησης, η επίμαχη φράση της Ντόρας Μπακογιάννη θα μπορούσε να εξεταστεί μάλλον μόνο υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 146 παρ. 3 ποινικοποίησης της δημοσιοποίησης των κρατικών απορρήτων.

Πλην όμως και σε αυτή την περίπτωση, κατά τη θεωρία του ποινικού δικαίου, όταν ο φερόμενος ως δράστης ανακοινώνει το απόρρητο σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή κύκλο προσώπων, δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα «διότι τούτο δεν γίνεται “δημόσια” όπως ορίζει η διάταξη» της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 146 Ποινικού Κώδικα.

Επιπλέον, η αιτιολογική έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα προσδιορίζει ότι η δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του Διαδικτύου διάδοση των απορρήτων τιμωρείται μόνο όταν τα απόρρητα τίθενται επί λέξει «στη διάθεση αόριστου αριθµού ατόµων».

Όταν λοιπόν η ανακοίνωση του απορρήτου γίνεται σε Εξεταστική Επιτροπή ή στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, όπου οι συνεδριάσεις δεν γίνονται δημόσια και ο αριθμός των προσώπων που συμμετέχουν είναι ορισμένος και απολύτως προσωποποιημένος, καταφανώς δεν μπορεί να ευσταθεί οποιαδήποτε σκέψη για παραβίαση του απορρήτου.

Οποιαδήποτε αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε στην εξαίρεση της ΕΥΠ από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, γεγονός που προσιδιάζει σε αυτονόμηση του ρόλου τής εθνικής μας υπηρεσίας από τον έλεγχο της πολιτείας, με όσους κινδύνους για τη δημοκρατία συνεπάγεται αυτό.

Μαρίνος Σκανδάμης
Διδάκτωρ Νομικής, δικηγόρος

Πηγή: Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 16.09.2022

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Η αποκατάσταση του άρθρου 29 του Συντάγματος

Μετά την καταδικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή αποτελεί επιτακτική πολιτική και συνταγματική ανάγκη η αποκατάσταση του άρθρου 29 § 1 του Συντάγματος, δηλαδή η επανένωση των δύο μερών του σε μια ενιαία νομική ενότητα.

Περισσότερα

Θέλεις να μαθαίνεις

πρώτος τα νέα μας;

Αν σε ενδιαφέρει να ενημερώνεσαι άμεσα για τις νέες δημοσιεύσεις και τις δράσεις του Syntagma Watch, τότε εγγράψου στο newsletter μας!

Αυτός ο ιστότοπος για τη διευκόλυνση της λειτουργίας του και προκειμένου να σας παρέχει μια προσωποποιημένη εμπειρία χρησιμοποιεί cookies. Για να ενημερωθείτε για τη χρήση των cookies και τις σχετικές ρυθμίσεις μπορείτε να επιλέξετε εδώ

JOIN THE CLUB!

It’s easy: all we need is your email & your eternal love. But we’ll settle for your email.

Subscribe

* indicates required
Email Format

Please select all the ways you would like to hear from Syntagma Watch:

You can unsubscribe at any time by clicking the link in the footer of our emails. For information about our privacy practices, please visit our website.

We use Mailchimp as our marketing platform. By clicking below to subscribe, you acknowledge that your information will be transferred to Mailchimp for processing. Learn more about Mailchimp's privacy practices here.