Πανεπιστημιακή αστυνομία // Πανεπιστήμιο και δημόσια τάξη: μια πολύπλοκη σχέση (Άποψη Ι)

Ο Ιωάννης Κουτσούκος σχολιάζει το νέο νομοσχέδιο για την αστυνόμευση των πανεπιστημιακών χώρων, εξετάζοντας την έννοια του αυτοδιοίκητου των Πανεπιστημίων, αλλά και τη σχέση τους με την αστυνομία. Καταλήγει ότι "οι αστυνομικές αρμοδιότητες θα πρέπει να διατυπώνονται στο ν/σ αποκλειστικά και όχι ενδεικτικά. Δεύτερον, για δε την άσκηση λοιπών αστυνομικών αρμοδιοτήτων θα πρέπει να προϋποτίθεται η συμφωνία των αρμόδιων πανεπιστημιακών αρχών και η αντιμετώπιση της παραβατικότητας πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί. Είναι κάπως αόριστες αυτές οι διατάξεις και υπάρχει ένα ζήτημα ακαδημαϊκής ελευθερίας."

Η πρόταση των νέων ρυθμίσεων για την αστυνόμευση των πανεπιστημιακών χώρων από την Κυβέρνηση στο νομοσχέδιο «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις», που έχει αναρτηθεί στο opengov.gr, προκαλεί έντονο ενδιαφέρον. Προτού όμως παρουσιαστούν (Γ), είναι απαραίτητο να σκιαγραφηθεί η λειτουργία του Πανεπιστημίου και η συνταγματικώς κατοχυρωμένη “πλήρης” αυτοδιοίκησή του (Α) και η αποσαφήνιση των σχέσεων ανάμεσα του πανεπιστημιακού ιδρύματος με την “αστυνομική” αρμοδιότητα (Β).

Α) Πανεπιστήμιο και αυτοδιοίκηση

Το Πανεπιστήμιο διασφαλίζει την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή την εκπαίδευση επιστημόνων. Η καρδιά της αυτοδιοίκησής του έγκειται στη διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Τούτη ορίζεται ως η ελευθερία διδασκαλίας, έρευνας και μάθησης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθηγητών και φοιτητών. Το Σύνταγμα στο αρ. 16 παρ. 1 κατοχυρώνει την ελευθερία αυτή ως ειδική και ενισχυμένη έναντι της γενικής ελευθερίας του λόγου και της πληροφόρησης των αρ. 14 και 5 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με μία σειρά θετικών κρατικών υποχρεώσεων για την ανάπτυξη της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Η ακαδημαϊκή ελευθερία συνίσταται στην ενισχυμένη ελευθερία επιλογής θεμάτων, μεθόδων έρευνας, έκθεσης αποτελεσμάτων, διαμόρφωσης μαθημάτων και περιεχομένου αυτών. Η αξιολογική αυτή στάθμιση του συντακτικού νομοθέτη του 1975 έχει να κάνει προφανώς με τα προσδοκώμενα οφέλη, πολιτισμικά και οικονομικά από την επιστημονική άνθηση. Υπάρχει ένα ζήτημα, αν στην ελευθερία από την παρέμβαση του Κράτους, η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας είναι πλέον τόσο διαφορετική από την ελευθερία του λόγου στις σύγχρονες δημοκρατίες: ενδεχόμενως ναι σε κάποιες λεπτομέρειες (π.χ. στην ένταση του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την άρση του άδικου χαρακτήρα εγκλημάτων κατά τιμής), αλλά η διαφορά με την ελευθερία του λόγου εντοπίζεται περισσότερο στις θετικές υποχρεώσεις του κράτους.

Η πανεπιστημιακή εκπαιδευτική διαδικασία διαφέρει από τις άλλες εκπαιδευτικές διαδικασίες λόγω του ανωτέρω: είναι όχι μόνο πολυετής αλλά και εξελιγμένη, κατά κανόνα δε οι σπουδαστές της εκπαίδευσης αυτής, οι “φοιτητές”, είναι νεαροί ενήλικες. Αν και κάθε μορφής εκπαίδευση απαιτεί μία κάποια “απομόνωση” από την ευρύτερη κοινωνική δραστηριότητα, το πανεπιστημιακό προφίλ λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας απαιτεί μια ιδιαίτερη αυτοδιοικούμενη μορφή οργάνωσης. Είναι αυτή η συσχέτιση ακαδημαϊκής ελευθερίας και αυτοδιοίκησης που κατοχυρώνει το Σύνταγμα.

Το σημείο αυτό πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα λόγω της διαφορετικής ιστορικής καταγωγής του πανεπιστημίου : είναι απόγονος της μεσαιωνικής «universitas», η οποία στην αρχική της μορφή ήταν μοναστήρι εντός πολιτικών οντοτήτων που δεν ήταν ακόμη κράτη και στο οποίο σταδιακά οι διάφοροι «επικυρίαρχοι» (δεν υπάρχει κυριαρχία) αναγνώριζαν “προνόμια”. Είναι σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, που αναπτύχθηκε η ιδέα του ασύλου που δεν ήταν παρά η μερικότερη εφαρμογή της γενικής ιδέας του ασύλου των ιερών χώρων. Άσυλο, το οποίο από τη συγκρότηση των κρατών έπαυσε να υπάρχει.

Το Σύνταγμα καθιερώνει την αυτοδιοίκηση με αυτή τη διατύπωση: “5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Kράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει”.

Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει τα πανεπιστήμια ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ο όρος δεν είναι κενός περιεχομένου, είναι κρατικά λοιπόν μορφώματα και ακόμη και στον σκληρό πυρήνα του τι σημαίνει οργάνωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας υπόκεινται στην εποπτεία του Κράτους, πράγμα για το οποίο έχουν ακουστεί διαμαρτυρίες αλλά όχι μομφές αντισυνταγματικότητας. Επίσης, ρητά ορίζει ότι ο νομοθέτης είναι αρμόδιος για την οργάνωσή τους και, όπως και στην άλλη μορφή συνταγματικής προστασίας της αυτοδιοίκησης, τους ΟΤΑ, παραχωρεί έμμεσα μια πολύ περιορισμένη μορφή κανονιστικής αυτονομίας, τέτοια που στην πραγματικότητα δεν εκφεύγει των ορίων της αυτοδιοίκησης. Αποκαλυπτική της αντίληψης του συντακτικού νομοθέτη είναι η ακροτελεύτια ρύθμιση: η αυτοδιοίκηση δεν εμποδίζει τον νομοθέτη από το να συνενώνει ή να κατατέμνει πανεπιστημιακά ιδρύματα. Είναι αυτή ακριβώς η ρύθμιση που αποκαλύπτει τον λειτουργικό χαρακτήρα της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης: δεν κατοχυρώνονται τα πανεπιστημιακά ιδρύματα per se ως άξια οντολογικής προστασίας, ή ως μία “φυσική” κοινωνική πραγματικότητα, την οποία το Σύνταγμα υποδέχεται. Η αυτοδιοίκησή τους συνδέεται αναπόδραστα με τη λειτουργία τους, την ακαδημαϊκή ελευθερία, συναφής δε είναι και η αυξημένη ανεξαρτησία των πανεπιστημιακών σε σχέση με τους κλασικούς δημοσίους υπαλλήλους.

Από τον πλήρη χαρακτήρα της αυτοδιοίκησης, μπορούμε να συνάγουμε ότι στα πανεπιστήμια πέραν της κλασικής αρχής της αυτοδιοίκησης, ήτοι την κατοχύρωση διακριτής νομικής προσωπικότητας, ισχύει και η συναφής αλλά ποιοτικά διαφορετική αρχή της αυτοκυβέρνησης σε κάποιο βαθμό: δηλαδή, τα όργανα διοίκησης δεν διορίζονται από τον εποπτεύοντα Υπουργό, αλλά εκλέγονται από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Η αυτοκυβέρνηση αυτή, όμως, δεν κατοχυρώνεται απόλυτα, δηλαδή δεν επιτάσσεται να υπάρχουν μόνο αυτοκυβερνητικά όργανα διοίκησης.

Β) Αστυνομία και Πανεπιστήμιο

Υπάρχει μεγάλη νομική φιλολογία για τη διάκριση δύο κλασικών διοικητικών δραστηριοτήτων, της αστυνομίας, δηλαδή της πρόληψης και καταστολής της διατάραξης της δημόσιας τάξης, και της δημόσιας υπηρεσίας, δηλαδή της οργάνωσης και παροχής υπηρεσιών γενικού συμφέροντος από τη διοίκηση. Στις χοντρές γραμμές η διάκριση είναι ευχερώς κατανοητή: η αστυνομία ρυθμίζει και απαγορεύει, η δημόσια υπηρεσία παρέχει αγαθά και υπηρεσίες. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η ΕΛΑΣ είναι, όπως το λέει το όνομά της, αστυνομία, ενώ παραδείγματος χάριν τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία είναι δημόσιες υπηρεσίες.

Στις λεπτομέρειες όμως – και οι σύγχρονες Διοικήσεις είναι γεμάτες από λεπτομέρειες – το ως άνω σχήμα δεν λειτουργεί. Αν έτσι ορίσουμε ως δημόσια τάξη την ασφάλεια, την ησυχία και την υγιεινή, κάθε δημόσια υπηρεσία έχει προσωπικό που ασχολείται με πτυχές αυτών των θεμάτων και τα διοικούντα όργανά της έχουν τη σχετική ευθύνη βάσει της “οργανωτικής” τους δραστηριότητας. Αντιστοίχως, συχνά πιο κλασικές αστυνομικές αρχές μπορεί να ασχοληθούν εκτάκτως με προβλήματα δημόσιας υγιεινής, π.χ. οργανώνοντας και διευθύνοντας μια επιχείρηση υγειονομικής εκκαθάρισης ενός κτηρίου, αυτό δεν σημαίνει προφανώς ότι τα δημόσια νοσοκομεία είναι αστυνομικές αρχές. Δηλαδή το κριτήριο “απαγόρευση/παροχή” μόνο στην κύρια δραστηριότητα του διοικητικού φορέα μπορεί να αναφέρεται. Η κατάταξη της δραστηριότητας σε κύρια και παρεπόμενη είναι πιο κοντά στην αλήθεια, αλλά πάλι η αναφορά σε “κύριο” και “παρεπόμενο” δεν μας παρέχει εννοιολογικά κριτήρια, τα οποία να μας αποκαλύπτουν τις αιτίες και την έκταση των ρυθμίσεων.

Η διάκριση αστυνομίας και δημόσιας υπηρεσίας είναι μια ιστορικά προσδιορισμένη διάκριση συνδεόμενη α) με τη γέννηση του φιλελεύθερου Κράτους-Χωροφύλακα τον 19ο αιώνα και β) την ανάπτυξή του σε παρεμβατικό κράτος κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η αστυνομική δραστηριότητα της διοίκησης συνίσταται στον έλεγχο των δραστηριοτήτων των ιδιωτών για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης. Με την εμβάθυνση της κρατικής δραστηριότητας γεννήθηκαν ανά τομέα και ειδικές αστυνομίες, δηλαδή ειδικοί έλεγχοι σε ειδικές δραστηριότητες για τη διασφάλιση σκοπών που βαίνουν πέραν της δημόσιας τάξης, παράδειγμα η πολεοδομία. Παράλληλα, το παρεμβατικό κράτος εκδήλωσε τη δραστηριότητά του, αναλαμβάνοντας το ίδιο να παρέχει υπηρεσίες και αγαθά στο κοινό, αυτές που ορίζει με την ανάληψή τους από το ίδιο ότι είναι γενικού συμφέροντος. Η παιδεία και η υγεία έρχονται προφανώς στο μυαλό.

Στο πλαίσιο της οργάνωσης αυτών των υπηρεσιών, δημιουργήθηκαν μερικότερες κοινωνικές ομάδες των πολιτών που απολαμβάνουν αυτές τις υπηρεσίες: οι μαθητές, οι φοιτητές, οι νοσηλευόμενοι. Μία τάξη πρέπει να υπάρχει για να παρέχονται ομαλά αυτές οι υπηρεσίες. Οι ίδιοι οι φορείς τους αναλαμβάνουν πολύ συχνά τη διαμόρφωση και την τήρηση αυτής της τάξης και αυτό είναι απολύτως λογικό, γιατί αυτοί γνωρίζουν κατά κανόνα τι χρειάζεται για τις υπηρεσίες αυτές και γιατί έχουν αρμοδιότητα – στο πλαίσιο πάντα αυτό – πολύ ευρύτερη από την αστυνομική αρμοδιότητα: η αρμοδιότητά τους απορρέει από την ίδια την οργανωτική τους εξουσία και σκοπός τους είναι η διασφάλιση αυτής της υπηρεσίας, όχι της κάπως “οριακής” γενικής δημόσιας τάξης. Οι απαιτήσεις των φορέων της δημόσιας υπηρεσίας για τους “χρήστες” τους μπορούν να είναι, αν αυτό δικαιολογείται από το αντικείμενο της υπηρεσίας, πολύ πιο εκτεταμένες από την «ασφάλεια, ησυχία, υγιεινή» όπως αυτή νοείται στη γενική αστυνόμευση: δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε τους κανόνες ησυχίας και διατροφής στα νοσοκομεία για τους νοσηλευόμενους. Συναφώς, η τάξη του πανεπιστημίου μπορεί να αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν φοιτητές και καθηγητές με αυτήν τους την ιδιότητα και όχι ως πολίτες. Αφού μιλάμε για ενήλικες, διαφωτιστικό είναι το παράδειγμα των ερωτικών σχέσεων καθηγητή-φοιτητή π.χ. το οποίο προφανώς και δεν είναι κάτι παράνομο για δύο ενήλικες που δεν έχουν αυτές τις ιδιότητες.

Επομένως, όπου σε άλλες χώρες υπάρχουν μορφές “πανεπιστημιακής αστυνομίας”, δεν πρόκειται περί αστυνομίας κυριολεκτικά: είναι η παρεπόμενη δραστηριότητα, συνδεόμενη με την ίδια την πανεπιστημιακή δραστηριότητα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι διπλό: πρώτον αν πρέπει να υπάρχει αυτή η παρεπόμενη αστυνομική δραστηριότητα για την αυτοδιοίκηση και δεύτερον αν η διασφάλιση από το πανεπιστήμιο/δημόσια υπηρεσία της ευταξίας αυτής αποκλείσει την παρέμβαση της γενικής, “πρωτεύουσας” αστυνομίας, στη χώρα μας, της ΕΛΑΣ.

Στο πρώτο ερώτημα η απάντηση είναι προφανώς θετική. Αν το πανεπιστήμιο καλείται να διαμορφώσει την ακαδημαϊκή ελευθερία, καταρχήν είναι το ίδιο υπεύθυνο να οργανώνει τη σχετική με το αντικείμενό της τάξη. Κατά τούτο δε, έχει και κάποια διακριτική ευχέρεια, η οποία απορρέει από την οργανωτική του εξουσία. Όχι όμως ελευθερία: έχει αρμοδιότητα για τα πανεπιστημιακά προγράμματα και την τήρηση της τάξης που είναι απαραίτητη για το ίδιο το πρόγραμμα εντός των αξιολογήσεων της έννομης τάξης. Δεν είναι μοναστικά ελεύθερο, όπως αυτό οριζόταν πολλούς αιώνες πριν για φεουδαλικά μορφώματα, ούτε καν συνταγματικά αυτόνομο, είναι διοικητικά αυτοδιοίκητο.

Αυτό απαντά και στο δεύτερο ερώτημα: η σαφής κατοχύρωση των πανεπιστημίων ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου λειτουργικά συνδεδεμένων με την ακαδημαϊκή ελευθερία σημαίνει πως η περίφημη έννοια του ακαδημαϊκού ασύλου, πέραν της όποιας νομοθετικής κατοχύρωσής της, δεν έχει συνταγματική ισχύ και συνεπώς η “γενική” αστυνομία μπορεί να έχει, αν χρειάζεται, ρόλο και λόγο στην αστυνόμευση των πανεπιστημίων. Στην πραγματικότητα, το παρουσιαζόμενο ως “άσυλο” είναι κατάλοιπο της μακρινής εκδοχής των σχέσεων φεουδαλικών πολιτικών μορφωμάτων με τα μοναστήρια. Η αντίστιξη των ρυθμίσεων για τα πανεπιστήμια και τους ΟΤΑ, με τις ρυθμίσεις για τη Βουλή, είναι διαφωτιστική.

Δεν είναι απλώς τυπική η ανωτέρω απάντηση, είναι βαθιά ουσιαστική: το πανεπιστήμιο του σήμερα είναι ένας «θεσμός» (θεσμική εγγύηση είναι για τα δημόσια πρόσωπα η συνταγματική του προστασία) που συνιστά στην πραγματικότητα μια δευτερεύουσα έννομη τάξη. Ρυθμίζει τη σχέση του με τους φοιτητές του και αυτή είναι η οπτική του. Δεν υποκαθιστά επ ουδενί την αδιαμεσολάβητη σχέση του Κράτους με τον πολίτη. Και η γενική έννοια της δημόσιας τάξης είναι αρμοδιότητα του Κράτους και εντός των κοινωνικών συσσωματώσεων. Υπ’ αυτήν την έννοια, στην Ελλάδα του σήμερα, κρίση του νομοθέτη ότι συντρέχει κάτι τέτοιο δεν υπερβαίνει τα όρια της εκτίμησης που έχει.

Αυτό όμως, ενόψει της αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας, σημαίνει και τα όρια της «γενικής» αστυνομικής παρέμβασης του κράτους. Αυτή δικαιολογείται όταν οι κίνδυνοι για τη δημόσια τάξη ξεπερνούν το πανεπιστημιακό αντικείμενο, δηλαδή αφορούν την ιδιότητα των καθηγητών και φοιτητών ως πολιτών, ή όταν καταστρέφεται δημόσια περιούσια ή όταν χώροι πανεπιστημίου χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία άλλων αξιόποινων πράξεων. Δεν είναι αντικείμενο της γενικής αστυνόμευσης εκείνη η τάξη που είναι απαραίτητη για την άσκηση του πανεπιστημιακού έργου. Αν υπάρχει, σε κάποιο ίδρυμα, ως προς αυτό, κάποιο μόνιμο και προφανές πρόβλημα, τότε άλλα μέτρα πρέπει να παρθούν, υποκατάστασης, άσκησης πειθαρχικής εξουσίας, αναδιάρθρωσης, από το καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργείο, όχι από την ΕΛΑΣ. Δηλαδή αυτή η αστυνόμευση είναι “αστυνομία”, όχι “δημόσια υπηρεσία” και έχει τις νομικές δεσμεύσεις της άσκησης της αστυνομικής εξουσίας.

Γ) Το νομοσχέδιο

Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 9 έως 12 του νομοσχεδίου που αφορούν νομοθετική κατοχύρωση κάποιων υποχρεώσεων διασφάλισης της πανεπιστημιακής τάξης από τα ίδια τα πανεπιστημιακά όργανα είναι συνταγματικά απροβλημάτιστα. Ως προκύπτει από το Σύνταγμα, η πανεπιστημιακή λειτουργία λαμβάνει χώρα «σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους». Ο νόμος καταστρώνει τη βασική δομή των διοικητικών υποχρεώσεων των πανεπιστημιακών οργάνων, έχει ευρεία δυνατότητα οργάνωσης της βασικής σκευής του πανεπιστημίου, εφόσον σέβεται την αρχή της αυτοκυβέρνησης. Τα πανεπιστήμια δεν έχουν συνταγματική αυτονομία, παρά μόνο υπό τους όρους του άρθρου 43 παρ.2 εδ.β΄ του Συντάγματος: για ειδικά και τεχνικά ζητήματα και λεπτομέρειες εφαρμογής. Εν προκειμένω, ο νομοθέτης διαμορφώνει κατά την πολιτική του κρίση πτυχές της πανεπιστημιακής τάξης, τις οποίες θεωρεί απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία των πανεπιστημίων και οι οποίες δεν συνδέονται με την ίδια την ακαδημαϊκή ελευθερία, δηλαδή το πρόγραμμα και το περιεχόμενο του πανεπιστημιακού έργου: αναφέρομαι στη  Μονάδα Ασφάλειας και Προστασίας, την Επιτροπή Ασφάλειας και Προστασίας Α.Ε.Ι. και τον Κανονισμό Ελεγχόμενης Πρόσβασης Α.Ε.Ι. Αυτό το οποίο έχει προκαλέσει μεγαλύτερη συζήτηση είναι η καθιέρωση ελέγχου των προσώπων που μπαίνουν στους πανεπιστημιακούς χώρους, είναι όμως μία δυνατότητα που ο νομοθέτης έχει από το γεγονός ότι φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας είναι τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας και από την εκτίμησή του για τις εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών από την εφαρμογή του συστήματος του μη ελέγχου.

Είναι οι ρυθμίσεις των άρθρων 13-14 που είναι περισσότερο ιδιαίτερες: ανατίθενται αστυνομικά καθήκοντα, που συνίστανται ιδίως σε περιπολίες, αντιμετώπιση παραβατικότητας και αποτροπή αξιόποινων πράξεων σε ένα ειδικό όργανο που δεν είναι πανεπιστημιακό, ένα σώμα Ειδικών Φρουρών υπό τον επιχειρησιακό έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας: Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (Ο.Π.Π.Ι.), που θα είναι άοπλες. “Το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. συνεργάζεται με τον πρύτανη ή τον αρμόδιο αντιπρύτανη, καθώς και με τις αρμόδιες υπηρεσίες και όργανα του ιδρύματος”. Επιπρόσθετα, έχουν κάποιες λοιπές αστυνομικές δραστηριότητες κατά το αρ. 14.

Πώς αξιολογείται αυτό το σώμα; Κατ΄αρχάς φεύγουμε από τη λογική της οργάνωσης της πανεπιστημιακής υπηρεσίας και επιστρέφουμε στη λογική της άσκησης του διοικητικού έργου της αστυνομίας: ο επιχειρησιακός έλεγχος από την ΕΛΑΣ αυτό σημαίνει, συνεπώς φεύγουμε από την αυτοδιοίκηση. Τούτο σημαίνει την επιλογή του νομοθέτη να μην εμπιστευθεί στα πανεπιστημιακά όργανα ευρείες αστυνομικές εξουσίες, η καρδιά των οποίων είναι η αποτροπή των εγκλημάτων. Αυτή η λογική είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα; Ναι είναι. Η καταρχήν αποτροπή εγκλημάτων εντάσσεται στη γενική λειτουργία της δημόσιας τάξης και δεν συνδέεται λειτουργικά με την ακαδημαϊκή ελευθερία. Είναι η εκτίμηση του νομοθέτη, πολιτική εκτίμηση, ότι τα πανεπιστημιακά όργανα δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν αυτό το έργο, η οποία δεν είναι προφανώς αβάσιμη εκτίμηση. Το Σώμα αυτό στην πραγματικότητα, είναι η δημιουργία μιας ειδικής αστυνομίας για τα πανεπιστήμια.

Ως έχει η διατύπωση του αρ. 13 υπάρχει κίνδυνος η άσκηση αυτού του καθαρώς πλέον αστυνομικού έργου να  πλήξει την ακαδημαϊκή ελευθερία; Ας δούμε τις κρίσιμες παραγράφους 3 και 4 του νομοσχεδίου:

3. Το προσωπικό των Ο.Π.Π.Ι. συνεργάζεται με τον πρύτανη ή τον αρμόδιο αντιπρύτανη, καθώς και με τις αρμόδιες υπηρεσίες και όργανα του ιδρύματος.

4. Για την εκπλήρωση της αποστολής των Ο.Π.Π.Ι. το προσωπικό της είναι αρμόδιο για την άσκηση αστυνομικών καθηκόντων και ιδίως για:

α) την αποτροπή τέλεσης αδικημάτων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι.,

β) τη στελέχωση και λειτουργία των Κέντρων Λήψης Σημάτων μαζί με το προσωπικό των Α.Ε.Ι.,

γ) την πραγματοποίηση περιπολιών,

δ) την αντιμετώπιση της παραβατικότητας.»

Στο σημείο αυτό παρατηρώ τρία πράγματα: πρώτον, ότι η λίστα των αρμοδιοτήτων είναι ενδεικτική, δεύτερον ότι η αρμοδιότητα συνίσταται στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας και τρίτον ότι συνεργάζονται με τις πανεπιστημιακές αρχές. Θα μπορούσαν αυτές οι διατάξεις να διατυπωθούν καλύτερα. Το ενδεικτικό της λίστας των αρμοδιοτήτων προκαλεί έναν μικρό προβληματισμό, όπως και η διατύπωση της περ.δ΄, της «αποτροπής της παραβατικότητας». Παράδειγμα: για τον Χ λόγο, υπάρχει μία ακαδημαϊκή φασαρία που συνίσταται π.χ. στη διαμαρτυρία φοιτητών για τον τρόπο που κάποιος καθηγητής ασκεί το έργο του, διαχρονικό ακαδημαϊκό φαινόμενο. Παραβατικότητα υπάρχει αλλά αναφέρεται σαφώς στην ακαδημαϊκή τάξη, όχι τη γενική δημόσια τάξη. Η διάταξη είναι κάπως γενική. Έτι περαιτέρω σε αυτές τις περιπτώσεις οι ΟΠΠΙ “συνεργάζονται” με τα πανεπιστημιακά όργανα. Είναι σαφές ότι η περίπτωση δ΄ “παραβατικότητα” είναι κάπως γενική. Υποθέτω ότι ο νομοθέτης έχει στο μυαλό του τις γνώριμες γενικές αντισυγκεντρώσεις φοιτητών και μη φοιτητών, οι οποίες εν τοις πράγμασι καταστέλλουν την ακαδημαϊκή ελευθερία κάποιες φορές (γνώριμες εικόνες). Χωρίς την άδεια του πρύτανη; Στο σημείο αυτό η αναρώτηση αξίζει εμβάθυνση γιατί στην ελληνική πραγματικότητα είναι γνωστό ότι πολλές φορές οι φορείς της ακαδημαϊκής ελευθερίας διστάζουν να την υπερασπιστούν. Αλλά υπάρχει πρόβλημα με τη διατύπωση.

Θα ήταν σαφέστερο, πρώτον οι αστυνομικές αρμοδιότητες να διατυπώνονται αποκλειστικά και όχι ενδεικτικά και δεύτερον για δε την άσκηση λοιπών αστυνομικών αρμοδιοτήτων να προϋποτίθεται η συμφωνία των αρμόδιων πανεπιστημιακών αρχών και τρίτον η αντιμετώπιση της παραβατικότητας να συγκεκριμενοποιηθεί. Είναι κάπως αόριστες αυτές οι διατάξεις και υπάρχει ένα ζήτημα ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Ιωάννης Κουτσούκος
Δικηγόρος Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;

Σχετικά Άρθρα

Πανεπιστημιακό Άσυλο: Αναγκαία η διατήρηση ή η κατάργηση του θεσμού;

Μαντζούτσος: Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί προϋπόθεση για την αποκατάσταση της συνταγματικής νομιμότητας στους χώρους των πανεπιστημίων, αλλά και conditio sine qua non της καλής λειτουργίας τους. // Σπηλιακόπουλος: Tο αν είναι σκόπιμο να καταργηθεί ή όχι το άσυλο είναι ζήτημα στάθμισης έννομων και εν γένει κοινωνικών αγαθών και δικαιωμάτων. Το μέτρο της κατάργησης του ασύλου δεν είναι ούτε πρόσφορο ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο ούτε και εν στενή εννοία αναλογικό, καθώς υπερακοντίζει κατά πολύ τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που υποτίθεται ότι επιδιώκει (πάταξη εγκληματικότητας).

Περισσότερα

Η φύλαξη των Πανεπιστημίων από την αστυνομική αρχή: Η συνταγματικότητα μίας «ανεπιθύμητης» παρουσίας για την αντιμετώπιση μίας αποτρόπαιης πραγματικότητας (ΙΙ)

Στο β’ μέρος του άρθρου του για το, υπό κοινοβουλευτική συζήτηση, νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης εξετάζει τη συνταγματικότητα των διατάξεων περί φύλαξης των πανεπιστημιακών χώρων από την ΕΛΑΣ, αλλά και την πιθανή αποτελεσματικότητα του εν λόγω μέτρου.

Περισσότερα

Η ισχυρή προστασία του ασύλου της κατοικίας: Η είσοδος της αστυνομίας στην οικία του Ινδαρέ

Όταν αποφασίστηκε, για λόγους επείγοντος προφανώς, να εισέλθουν τα αστυνομικά όργανα στην οικία του κ. Δημήτρη Ινδαρέ, ήταν παρών εκπρόσωπος της δικαστικής αρχής σε αυτή την ειδικότερη ενέργεια; Αυτό είναι το κριτήριο της νομιμότητας αυτής της ενέργειας. Η συνεχής επιβεβαίωση της παρουσίας εκπροσώπων της δικαστικής αρχής στην επιχείρηση κατά της κατάληψης δεν απαντά στο ανωτέρω ερώτημα.

Περισσότερα