Δεδομένης της αδιαμεσολάβητης σχέσης της Ελληνικής Δημοκρατίας με την Αγία Τριάδα ο εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετέχει της θρησκευτικότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας εκ της εκλογής. Δεν έχει καμία σημασία η ιδιωτική θρησκευτική πεποίθηση του ανθρώπου που εκλέγεται, αλλά η δημόσια περσόνα που συγκροτούν οι διατάξεις για το φορέα του οργάνου που λέγεται ΠτΔ.

Το άρθρο 33 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι ο εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτού αναλάβει τα καθήκοντα δίνει όρκο με το εξής περιεχόμενο: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού».  

Δεν προβλέπεται εναλλακτική. Τούτη η διάταξη είναι μία ακόμη αποτύπωση της ιδιαίτερης για τα σύγχρονα δεδομένα σχέσης της Ελληνικής Πολιτείας με το χριστιανισμό. Έχει κανονιστική σημασία αυτός ο τύπος; Δηλαδή το πιο προφανές ερώτημα που τίθεται είναι αν η συνταγματική αυτή διάταξη προσθέτει ως τυπικό προσόν για την εκλογή στο αξίωμα του ΠτΔ να είναι χριστιανός ορθόδοξος; Για να απαντηθεί το ερώτημα (Γ) πρέπει να σκιαγραφηθούν οι συνταγματικές διατάξεις που είναι σχετικές με αυτό το ζήτημα (Β), αφού προκριθεί η μέθοδος προσέγγισης (Α).

Α) Ένα ολιστικό συνταγματικό ζήτημα

Συνηθίζεται στη μελέτη του συνταγματικού δικαίου η διάκριση ανάμεσα στο οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, που ασχολείται με τα πολιτειακά όργανα και τη δικαιοπαραγωγική διαδικασία (τμήμα που με τη σειρά του τείνει να αυτονομηθεί ως «κανονιστικό συνταγματικό δίκαιο») και τα δικαιώματα ή για να θυμηθούμε τη γλαφυρή διατύπωση του Maurice Hauriou δίπλα στο «πολιτικό Σύνταγμα» υπάρχει και το «κοινωνικό Σύνταγμα».

Η διάκριση αυτή, χρήσιμη ως συστηματική διάκριση, δεν πρέπει να συσκοτίζει το γεγονός ότι η προσέγγιση των ζητημάτων συχνά απαιτεί τη συνδυασμένη προσέγγιση συνολικά του συνταγματικού φαινομένου, γιατί η πολιτική και τα δικαιώματα δεν αντιδιαστέλλονται εννοιολογικά κατ’ απόλυτο τρόπο. Κατά βάθος, ο απλούστερος ορισμός του συνταγματικού δικαίου παραμένει ο πιο επιτυχημένος: το συνταγματικό δίκαιο είναι το δίκαιο που οργανώνει και οριοθετεί την πολιτική εξουσία.

Στο παράδειγμά μας αυτή η διασύνδεση είναι προφανής: μιλάμε για το ζήτημα του θρησκευτικού όρκου του πολιτειακού οργάνου που λέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος είναι «ρυθμιστής του Πολιτεύματος» κατά τη διατύπωση του άρθρου 30 του Συντάγματος, ο «ανώτατος άρχων» της Ελληνικής Πολιτείας ως διάδοχος του βασιλικού θεσμού κατά ιστορική μοίρα.

Β) Ένας καταστατικά άτεχνος συμβιβασμός καισαροπαπισμού και φιλελευθερισμού

Το Ελληνικό Σύνταγμα ισορροπεί σαν ένας ακροβάτης χωρίς δίχτυ ασφαλείας ανάμεσα σε δύο θεμελιακά αντίθετες στη σύλληψή τους αντιλήψεις για το ρόλο του κράτους: τον καισαροπαπισμό και τον φιλελευθερισμό. Ο φιλελευθερισμός του Ελληνικού Συντάγματος είναι προφανής τόσο στις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματός του όσο και στην προστασία των δικαιωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό προστατεύεται η θρησκευτική ελευθερία στο άρ. 13 του Συντάγματος η απαγόρευση κάθε μορφής διάκρισης λόγω θρησκείας στο α. 5 παρ. 2 του Συντάγματος, η ισότητα των Ελλήνων πολιτών και το δικαίωμά τους να γίνονται δεκτοί σε δημόσιες λειτουργίες κατά το άρ. 4 του Συντάγματος.

Το Ελληνικό Σύνταγμα όμως έχει δύο ιδιορρυθμίες – αφήνω στην άκρη το αγιορείτικο καθεστώς για τις ανάγκες της παρούσης. Ένα προοίμιο, το οποίο δεν έχει μεταγλωττιστεί στη δημοτική, «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»,  και ένα άρθρο ψηλά στην αρίθμηση, προ της προστασίας των δικαιωμάτων και της ρύθμισης των άμεσων οργάνων του κράτους, το σχοινοτενές άρθρο 3 περί των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.

Στην πρώτη φράση του το άρθρο αυτό διακηρύσσει ότι η ορθόδοξη θρησκεία είναι η «επικρατούσα» θρησκεία της επικράτειας. Στη συνέχεια ορίζει ως υποχρεωτικούς διάφορους κανόνες για τη δογματική ενότητα της Ελληνικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λοιπές ορθόδοξες Εκκλησίες, καθιερώνει το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας βάσει ενός Καταστατικού Χάρτη με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Επιτρέπει την ύπαρξη ιδιαίτερων εκκλησιαστικών καθεστώτων (είναι ενδιαφέρον ότι η γλωσσική διατύπωση αυτής της εξαίρεσης είναι πλασματική) και ορίζει ρητά ότι κάθε μετάφραση του κειμένου της Αγίας Γραφής πρέπει να έχει την άδεια της Εκκλησίας (ίσως κατά σεβασμό των επιταγών του ίδιου του συνταγματικού κειμένου λοιπόν η Επιτροπή Μεταγλώττισης δεν μεταγλώττισε το προοίμιο).

Ελληνικό κράτος, πολιτική και θρησκευτική σφαίρα

Η πρώτη, πολιτειολογικής φύσεως, συνέπεια των ανωτέρω είναι σαφής: το Ελληνικό Κράτος διαθέτει μια μεταφυσική, θρησκευτική κοσμοθεωρία. Δεν υπάρχει διάκριση της πολιτικής και της θρησκευτικής σφαίρας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Δεν έχουμε σύστημα χωρισμού, αυστηρό (Γαλλία, ΗΠΑ κατά τη νομική ρύθμιση) ή ήπιο (Γερμανία). Η ελληνική Δημοκρατία είναι μία Δημοκρατία της οποίας η ευημερία προάγει ταυτόχρονα την ευημερία της Ορθοδοξίας γιατί είναι μια Δημοκρατία του Θεού. Από κει και πέρα υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένες έννομες συνέπειες.

Η πρώτη είναι ότι το Ελληνικό Κράτος ελέγχει την ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία. Το άρθρο 3 εμπεριέχει μία σειρά κανόνες για την εκκλησία (στο δε άρθρο 72 ορίζεται ότι ο Καταστατικός Χάρτης ψηφίζεται υποχρεωτικά από την Ολομέλεια της Βουλής) πολύ συγκεκριμένους και πυκνούς που δεν ανευρίσκονται σε άλλα συνταγματικά κείμενα. Αλλά η σχέση κράτους εκκλησίας δεν είναι ισότιμη: η Ελληνική Δημοκρατία επικοινωνεί απευθείας με την Αγία, Ομοουσία και Αδιαίρετη Τριάδα χωρίς την ανάγκη διαμεσολάβησης από ιερέα ή Εκκλησία, δια του προοιμίου. Και στη συνέχεια έρχεται και ρυθμίζει  την ορθόδοξη ελληνική εκκλησία. Ευγενικά αυτό λέγεται σύστημα «νόμω κρατούσης Πολιτείας». Στην πραγματικότητα πρόκειται περί τυπικού καισαροπαπισμού.

Η δεύτερη έννομη συνέπεια ότι η ορθόδοξη θρησκεία είναι η επίσημη θρησκεία. Ναι το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος μιλά για «επικρατούσα» θρησκεία όμως οι λοιπές πολύ πυκνές κανονιστικά ρυθμίσεις του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το προοίμιο δεν επιτρέπουν παρά αυτό το συμπέρασμα. Είναι προφανές ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν είναι μία θρησκευτική δημοκρατία πολύ περισσότερο είναι το ακριβώς αντίστροφο της ιερατικής Δημοκρατίας (οι ιερείς δεν είναι τα αφεντικά του Κράτους είναι υπάλληλοι). Σε καμία περίπτωση τα ανωτέρω δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα. Το Ελληνικό Σύνταγμα παραμένει ένα μετριοπαθώς θρησκεύον Σύνταγμα. Δεν είναι όμως μια ουδέτερη Δημοκρατία. Η «επικρατούσα» θρησκεία ορίζει δημόσιες πολιτικές (π.χ. τα θρησκευτικά στην εκπαίδευση).

Επιστήμη και νομολογία έχουν προσπαθήσει πολύ να μετριάσουν τα ανωτέρω. Αρνούνται την κανονιστική σημασία του προοιμίου, έχοντας όμως την ειλικρίνεια να επισημαίνουν ότι μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα συνταγματικά προοίμια θεωρείται ότι έχουν κανονιστική ισχύ (απλώς τα άλλα συνταγματικά προοίμια αναφέρονται στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τη δημοκρατία, την ελευθερία, τα δικαιώματα, το δικό μας αναφέρεται στην Αγία Τριάδα).

Επικρατεί εδώ και δεκαετίες η διάκριση «ιερών» και «διοικητικών» κανόνων, το Σύνταγμα υποτίθεται επιβάλλει την τήρηση των πρώτων, στην πραγματικότητα το άρθρο 3 του Συντάγματος έχει το μοντέρνο χαρακτηριστικό ότι κατοχυρώνει το εκκλησιαστικό αυτοδιοίκητο μέχρι και ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας μπορεί να είναι δικό της κείμενο και όχι νόμος της Βουλής, έχει προταθεί. Μόνο που όπως ομολογούν οι ίδιοι συγγραφείς η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας στο άρθρο 13 Σ θα αρκούσε γι’ αυτό το σκοπό. Η πραγματικότητα είναι δυσάρεστα απλή. Πολύς κόσμος προσπαθεί να αφαιρέσει το δηλητήριο από το κείμενο (για να δανειστούμε τη διατύπωση του Vedel) αλλά το δηλητήριο στα συγκεκριμένα κείμενα έχει κάτι από τις ιδιότητες του νερού στον Πίθο των Δαναΐδων: δεν τελειώνει ποτέ.

Τα ιστορικά φαινόμενα του καισαροπαπισμού

Δύο είναι τα ιστορικά φαινόμενα του καισαροπαπισμού που επηρέασαν την ελληνική συνταγματική ιστορία. Το ένα είναι ο δυτικός καισαροπαπισμός των απαρχών της νεωτερικότητας όταν τα δυτικά κράτη, προτεσταντικά αλλά και καθολικά (η γαλλικανική περίοδος της γαλλικής Εκκλησίας) οικειοποιήθηκαν τη θρησκεία καθώς αυτή μέχρι τότε ήταν  σχετικά ανεξαρτήτως παράγων, προτού φιλελευθεροποιηθούν.

Αυτό είχαν οι βαυαροί στο μυαλό τους το 1833. Μόνο που αυτό στη Δύση ο καισαροπαπισμός αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, αντιθέτως στο πέρασμα των αιώνων η διακριτή και υπό διαρκή αναδιαπραγμάτευση ταυτότητα της Καθολικής Εκκλησιάς και δυτικών κρατών είναι μια σταθερά. Το άλλο ιστορικό φαινόμενο εξηγεί τη διατήρηση αυτού του καθεστώτος και μετά τη βαυαρική στιγμή όπως και την εμφάνισή του ήδη από την επαναστατική περίοδο. Σε αντίθεση με τη Δύση και παρόλες τις προσπάθειες Ιεραρχών όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η καθ’ ημάς ορθοδοξία σε Βυζαντινή Αυτοκρατορία και Ρωσία ήταν πάντα υπό την εξάρτηση του Καίσαρα, συνδέοντας τις τύχες της με τις αυτοκρατορίες του Θεού.

Γ) Η πραγματική κανονιστική σημασία του όρκου

Ενόψει των ανωτέρω δεν είναι τυχαίο που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει θρησκευτικό όρκο. Δεν είναι αναγκαία ρύθμιση, είναι όμως λογική στα ανωτέρω δεδομένα. Τα οποία, σε συνδυασμό με τη νομική και πολιτική θεωρία, μας δίνουν εργαλεία ερμηνευτικής προσέγγισης του συνταγματικώς διατυπωμένου θρησκευτικού όρκου: Το πρώτο είναι ότι ο όρκος αυτός είναι υποχρεωτικός. Δεν υπάρχει «κενό» δικαίου (η αντίστιξη με τις διατάξεις για τον όρκο των βουλευτών είναι διαφωτιστική). Πρέπει να δοθεί. Αν δεν δοθεί και παρά ταύτα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλάβει καθήκοντα, μάλλον δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου πάντως (κατά τα προηγηθέντα με την ψήφο Αλευρά).

Ποια η σχέση, όμως, του Προέδρου της Δημοκρατίας με την ορθόδοξη θρησκεία; Ας φανταστούμε έναν εκλεγέντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας που δεν είναι Χριστιανός. Γίνεται, καθώς σε αντίθεση με τα προηγούμενα Συντάγματα, ο αρχηγός του Κράτους δεν χρειάζεται να είναι χριστιανός. Μπορεί να δώσει εγκύρως τον όρκο αυτό; Ναι μπορεί.

Δεν ισχύει ότι πρέπει να είσαι χριστιανός για να δώσεις αυτόν τον όρκο αλλά το αντίστροφο: Ενόψει του προοιμίου και της αδιαμεσολάβητης σχέσης της Ελληνικής Δημοκρατίας  με την Αγία Τριάδα ο εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετέχει της θρησκευτικότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας εκ της εκλογής. Δεν έχει καμία σημασία στο σημείο αυτό η ιδιωτική θρησκευτική πεποίθηση του ανθρώπου που εκλέγεται αλλά η δημόσια περσόνα που συγκροτούν οι διατάξεις για το φορέα του οργάνου που λέγεται ΠτΔ.

Ως διάδοχος του Βασιλέα έχει και αυτός δύο σώματα, το φθαρτό και το πολιτικό (Kantorowicz) ή κατά τη χομπσιανή  διατύπωση στην πολιτική και συνταγματική προβληματική ενδιαφέρουν οι περσόνες, οι μάσκες, και όχι οι άνθρωποι. Τούτο επιβεβαιώνεται και στα κλασικά νομικά: σπανίως μας ενδιαφέρουν στις κανονιστικές ρυθμίσεις οι άνθρωποι εν συνόλω, ο κανόνας δικαίου οριοθετεί το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του βάσει ενεργειών και ιδιοτήτων. Συνεπώς, ο ΠτΔ μετέχει της κρατικής θρησκείας αντικειμενικά, η εκλογή του προάγει τους σκοπούς του κράτους και αυτό κάνει ο όρκος είτε τον εννοεί είτε όχι, πρέπει όμως να τον δώσει ώστε να ποιήσει το σχετικό ήθος. Είναι η μόνη ερμηνεία που παίρνει στα σοβαρά όλες τις συνταγματικές διατάξεις και το προοίμιο και το άρθρο 3 και τη θρησκευτική ελευθερία του ιδιώτη και την ισότητα των Ελλήνων πολιτών και τα ρητά διατυπωμένα προσόντα εκλογής και τον θρησκευτικό όρκο.

Η σχέση του ασκούντος καθήκοντα ΠτΔ με την ορθόδοξη θρησκεία

Από κει και πέρα ποια η σχέση του ασκούντος καθήκοντα ΠτΔ με την ορθόδοξη θρησκεία; Έχει κατά κανόνα τη διακριτική ευχέρεια να το συγκεκριμενοποιήσει ο ίδιος τηρώντας πάντα τη μετριοπάθεια. Δεν ενδιαφέρει τόσο. Στη λογική του προοιμίου, ο ρόλος του ΠτΔ προάγει την Ελληνική Δημοκρατία άρα και την Αγία Τριάδα εξ ορισμού. Σίγουρα η Προεδρία της Δημοκρατίας ως γραφείο πρέπει να τηρεί τις επίσημες αργίες του Ελληνικού Κράτους, πολλές από τις οποίες είναι θρησκευτικές. Το μόνο ενδιαφέρον κανονιστικό ερώτημα είναι το εξής: συνηθίζουν οι Έλληνες Πρόεδροι της Δημοκρατίας να συμμετέχουν δημόσια σε ορθόδοξες τελετές στις μεγάλες αργίες. Δεν είναι υποχρεωτικό αυτό και κάθε Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να χαράξει τη δική του «πολιτική» στο ζήτημα αυτό είτε είναι ορθόδοξος είτε όχι. Το τελευταίο έχει σημασία: εκ της θέσεώς του ο ΠτΔ μπορεί να συμμετέχει στις σχετικές τελετές ακόμη και αν δεν είναι χριστιανός, χωρίς οι ιερείς της κρατικής Εκκλησίας να μπορούν να αντιτάξουν κάτι. Ο ρόλος του είναι αδιαμεσολάβητα χριστιανικός εκ του προοιμίου.

Αν ενοχλούν πολλά από τα ανωτέρω, χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση.

Ιωάννης Κουτσούκος
Δικηγόρος Αθηνών

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;