Ανεξαρτήτως από τον δείκτη φιλελευθερισμού του καθενός, είναι σαφές ότι η παρακολούθηση ακατάλληλων ταινιών από ανήλικους εμπίπτει στην αρμοδιότητα ελέγχου και καταστολής των αστυνομικών αρχών, όπως ορίζει ο κοινός νομοθέτης. Ωστόσο, από την άλλη, δοκιμάζονται από τον νόμιμο αυτό κρατικό παρεμβατισμό τα ηθικοπολιτικά μας όρια.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η προβολή μιας κινηματογραφικής ταινίας δημιουργεί ένταση και νομικά ερωτήματα στη δημόσια σφαίρα. Συνήθως αυτό συμβαίνει, όπως στην περίπτωση του «Τελευταίου Πειρασμού» του Μάρτιν Σκορτσέζε, στα μακρινά μας πλέον 80’s, ή, πιο πρόσφατα, του «Aντίχριστου» του Λαρς Φον Τρίερ, με αφορμή την προσβολή του θρησκευτικού συναισθήματος μιας πλειοψηφικής ομάδας, τη σύγκρουση δηλαδή ελευθερίας της έκφρασης και θρησκευτικής ελευθερίας. Και τούτο γιατί μπορεί η καλλιτεχνική δημιουργία να είναι ελεύθερη, ως ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο άρθρο 16, αλλά μοιραία υπόκειται σε οριοθέτηση της κανονιστικής της εμβέλειας, ενώ, επίσης, από το άρθρο 15 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κινηματογράφος είναι δεκτικός περιορισμών.

Το νομοθετικό πλαίσιο για τη σήμανση της καταλληλότητας των κινηματογραφικών ταινιών

Επιγραμματικά, εφόσον στον κινηματογράφο δεν ισχύουν οι εγγυήσεις του άρθρου 14 παρ. 2 Σ., είναι δυνατή η επιβολή προληπτικών περιορισμών που κρίνονται κατάλληλοι και αναγκαίοι για την κατοχύρωση άλλων συνταγματικών αγαθών, όπως η προστασία της νεότητας και της παιδικής ηλικίας (άρθρο 21 παρ. 1 Σ.). Με δεδομένο ότι η πρόσβαση στον κινηματογράφο είναι οικειοθελής και πρόκειται για περίκλειστο χώρο,  ο περιορισμός στην προσέλευση των ανηλίκων προϋποθέτει τη σήμανση της καταλληλότητας των κινηματογραφικών ταινιών, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ειδικότερα, στο άρθρο 37 του Ν. 3905/2010 προβλέπεται ότι:

1. «Πριν από την προβολή κάθε κινηματογραφικού έργου σε κινηματογραφική αίθουσα, υποβάλλεται από τον παραγωγό ή τον διανομέα αίτηση στη Διεύθυνση Κινηματογράφου και Οπτικοακουστικών Μέσων του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού (ΔΙ.Κ.ΟΜ), προκειμένου να αξιολογηθεί η καταλληλότητα του για παρακολούθηση από ανηλίκους σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η ΔΙ.Κ.Ο.Μ. εκδίδει πράξη κατάταξης του κινηματογραφικού έργου σε μία από τις κατηγορίες της παραγράφου 2, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση των επιτροπών αξιολόγησης καταλληλότητας κινηματογραφικών έργων. Για τη χορήγηση της πράξης αυτής καταβάλλεται παράβολο, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Τουρισμού.

2. Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού λειτουργούν επιτροπές αξιολόγησης καταλληλότητας κινηματογραφικών έργων, τα μέλη των οποίων ορίζονται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού. Αντικείμενο των επιτροπών είναι η κατάταξη των έργων που έχουν υποβληθεί στη ΔΙ.Κ.Ο.Μ. σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

(α) κατάλληλη για όλους,

(β) κατάλληλη για ανηλίκους άνω των 12 ετών,

(γ) κατάλληλη για ανηλίκους άνω των 15 ετών,

(δ) ακατάλληλη για ανηλίκους

3. Απαγορεύεται η παρακολούθηση ακατάλληλων ταινιών σε ανηλίκους που δεν έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη από την κατάταξη της ταινίας ηλικία. Όποιος επιτρέπει σε ανηλίκους να εισέλθουν σε αίθουσα ή υπαίθριο χώρο στους οποίους προβάλλεται ταινία ακατάλληλη για την ηλικία τους τιμωρείται με χρηματική ποινή από 1.000 έως 10.000 ευρώ. Η τέλεση από αμέλεια της πράξης αυτής τιμωρείται με χρηματική ποινή από 500 έως 5.000 ευρώ».

Η δοκιμασία των ηθικοπολιτικών ορίων της κοινωνίας

Συνεπώς, η παρακολούθηση ακατάλληλης ταινίας από ανήλικους συνιστά αδίκημα, με τις κυρώσεις να βαρύνουν αυτούς που έχουν την ευθύνη της λειτουργίας της αίθουσας, δηλαδή, εν προκειμένω, τους κινηματογράφους στους οποίους παρανόμως εισήλθαν οι ανήλικοι για να παρακολουθήσουν την επίμαχη ταινία. Έτσι, ο χαρακτηρισμός μιας ταινίας συνιστά κρατική αρμοδιότητα που, παρότι δεν πρόκειται για λογοκρισία, αποβαίνει κρίσιμη για το εύρος του κοινού, στο οποίο εκείνη απευθύνεται, ενώ, εμμέσως, διαμορφώνει μια αισθητική και παιδαγωγική πολιτική της Πολιτείας.

Παρόμοια ζητήματα έχουν τεθεί και στη γαλλική έννομη τάξη, με αντικείμενο ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου, οι οποίες εμπλούτισαν τη γαλλική νομολογία για τα όρια ανάμεσα στο επιτρεπτό και το παράνομο, αλλά και για τον ορισμό της κινηματογραφικής μυθοπλασίας ως αναπαράστασης.

Υπ’ αυτή την έννοια, ανεξαρτήτως από τον δείκτη φιλελευθερισμού του καθενός, είναι σαφές ότι η παρακολούθηση ακατάλληλων ταινιών από ανήλικους εμπίπτει στην αρμοδιότητα ελέγχου και καταστολής των αστυνομικών αρχών, όπως ορίζει ο κοινός νομοθέτης. Ωστόσο, από την άλλη, δοκιμάζονται από τον νόμιμο αυτό κρατικό παρεμβατισμό τα ηθικοπολιτικά μας όρια, αφενός στο ευαίσθητο πεδίο της καταλληλότητας και της κρίσης των έργων τέχνης, όπως τα κινηματογραφικά, αφετέρου-και ιδίως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την αδικαιολόγητη ένταση της παρέμβασης των αστυνομικών αρχών- σε εκείνο του -de facto- βαθμού ανοχής που μπορεί να επιδεικνύουν οι τελευταίες στην τήρηση νόμων που αφορούν αισθητικές προσλήψεις, κρίσεις και τελικά αναπαραστάσεις.

Και αποτελεί μάλλον ειρωνική σύμπτωση ότι η παραβατική και αντισυστημική, κατά μια πρόσληψη της ταινίας, συμπεριφορά του Joker συνιστά, και εκτός της μυθοπλασίας (fiction), την αφορμή της αμφισβήτησης, στον δημόσιο διάλογο, του ίδιου του νόμου και, κυρίως, της εφαρμογής του.

Γιώργος Καραβοκύρης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;