«Επενδύω στην Ελλάδα» ονομάστηκε ο πρώτος νόμος της νέας κυβέρνησης που εγγράφεται στο μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα παλίμψηστο διατάξεων, με χαλαρό μόνο δεσμό την τόνωση της αναπτυξιακής προοπτικής της ελληνικής οικονομίας.

Ο νόμος έχει αρκετές χρήσιμες και ορισμένες πρωτοποριακές διατάξεις (δημιουργία Ψηφιακού Χάρτη, Εθνικού Μητρώου Υποδομών, θέσπιση Εθνικού Προγράμματος Απλούστευσης Διαδικασιών, διευκολύνσεις της λεγόμενης «ψηφιακής διακυβέρνησης», υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων), δικαιολογεί, όμως, κατά τη γνώμη μου, και αιτιάσεις περί έλλειψης στρατηγικής, περί εμφιλοχώρησης υπερβολικά πολλών άσχετων με το βασικό αντικείμενο διατάξεων και περί χαμηλού επιπέδου αντιπαράθεσης στη Βουλή – και μάλιστα περισσότερο για την υπόθεση Novartis παρά για τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου.

Η βασική, πάντως, δημόσια, κριτική που ασκήθηκε αφορούσε σε αλλαγές σχετικές με το εργατικό δίκαιο και τις εργασιακές σχέσεις.

Βασικές διατάξεις: Η κριτική της Αντιπολίτευσης

Ο αρχηγός και στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης έκαναν λόγο για ένα «σκληρό, αντεργατικό, ταξικό και κυνικό νομοσχέδιο», το ΚΙΝΑΛ αντιτάχθηκε επί της αρχής «στην καταστρατήγηση των κλαδικών συμβάσεων και των εργατικών δικαιωμάτων», το ΚΚΕ έκρινε ότι «δεν μπορεί να κρυφτεί η προσπάθεια δημιουργίας ευνοϊκού πεδίου για το μεγάλο κεφάλαιο σε βάρος των εργαζομένων και του ελληνικού λαού», ενώ μερίδα της επιστημονικής κοινότητας χαρακτήρισε το νέο καθεστώς «υποχώρηση» σε σχέση με αυτό που ίσχυε.

Οι βασικές διατάξεις του σχετικού με τις εργασιακές σχέσεις μέρους ΙΒ του νόμου περιλαμβάνουν τη δημιουργία Μητρώων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων και Εργοδοτών και αναγκαστική εγγραφή σε αυτά (άρθρο 54), την εισαγωγή δυνατότητας ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για τη λήψη αποφάσεων από τα όργανα των συνδικαλιστικών οργανώσεων για μια σειρά θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της κήρυξης απεργίας (άρθρο 54), τον επανακαθορισμό των όρων και προϋποθέσεων κήρυξης ως υποχρεωτικής συλλογικής συμβάσης εργασίας ή συλλογικής απόφασης (άρθρα 56 και 57), ζητήματα σχετικά με ατομικές εργασιακές σχέσεις (άρθρα 58-62), ρυθμίσεις για την αδήλωτη εργασία (άρθρα 65-68) και επανακαθορισμό της σχέσης ανάμεσα σε κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις, με πρόβλεψη υπερίσχυσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, των επιχειρησιακών συμβάσεων (άρθρο 53 και 54). Η κριτική που ασκήθηκε αφορούσε κυρίως αυτές τις τελευταίες διατάξεις.

Δεν εγείρεται ζήτημα Συνταγματικότητας

Από τη στιγμή που το ελληνικό Σύνταγμα έχει επιλέξει την κατοχύρωση της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, παραπέμποντας κατά τα άλλα, δηλαδή και για τη σχέση μεταξύ των διαφόρων ειδών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, στον κοινό νομοθέτη (άρθρο 22 παρ. 2), ζήτημα συνταγματικότητας των υπό κρίση ρυθμίσεων δεν γεννάται. Ζήτημα, επίσης, δεν φαίνεται να εγείρεται σε σχέση με υποχρεώσεις της χώρας μας που απορρέουν από διεθνείς κανόνες ή συμβάσεις (Ευρωπαϊκή Κοινωνική Χάρτα, Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας), γιατί και εκεί καταλείπεται το ίδιο περιθώριο στον εσωτερικό νομοθέτη. Μένει, συνεπώς, το ζήτημα της τήρησης της γενικής υπέρ της βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων μέριμνας του κοινού νομοθέτη, που κι αυτή, όμως, δεν είναι μονοσήμαντη και ανεπίδεκτη δικαιολογημένων εξαιρέσεων.

Το ζήτημα της προστασίας των εργαζομένων και των εργασιακών σχέσεων

Υπό εξέταση, στην προκείμενη περίπτωση, είναι το κατά πόσον με τις νέες ρυθμίσεις δημιουργείται μια γενική, μη αναλογική και αδικαιολόγητη κάμψη της προστασίας των εργαζομένων. Από επιστημονική άποψη, και μάλιστα υπό οπτική περισσότερο δημοσίου παρά εργατικού δικαίου, είναι προφανές ότι δεν επαρκούν κρίσεις περί de facto «υπερέχουσας δημοκρατικότητας και προστασίας» των κλαδικών συμβάσεων και περί συμμετοχής των επιχειρησιακών διαπραγματεύσεων στη «μνημονιακή λογική» -την οποία, εξάλλου, «υπηρέτησαν», με πρόσφατους νόμους, ορισμένα από τα κόμματα που σήμερα διαμαρτύρονται.

Η δυνατότητα λελογισμένων εξαιρέσεων υπέρ των συμφωνηθέντων μέσω επιχειρησιακών συμβάσεων αποτελεί κοινό τόπο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και συστήνεται από Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων -αυτό έγινε και στην ελληνική περίπτωση-, ιδίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Κοινωνικά και συνταγματικά αποδεκτό χαρακτήρα έχει και η παροχή ενός βαθμού ευελιξίας σε κάθε επιχείρηση, ώστε να συμφωνηθούν, όχι αυθαίρετα αλλά κατόπιν αποφάσεων των συλλογικών της οργάνων, εργασιακοί όροι, ιδίως μισθολογικού χαρακτήρα, που μπορεί και να υπολείπονται κανόνων γενικότερου επιπέδου, όπως είναι οι κλαδικές συμβάσεις, προκειμένου να σωθεί ή να βγει από μια δύσκολη κατάσταση μια επιχείρηση. Σε κάθε περίπτωση, στην ελληνική έννομη τάξη, οι εθνικές συλλογικές συμβάσεις υπερισχύουν κάθε άλλης συμφωνίας και αποτελούν το όριο της ανεκτής υποχώρησης των εργαζομένων.                         

Προβληματική δεν είναι, συνεπώς, κατά την άποψη μου, η επί της αρχής θέσπιση δυνατότητας ανατροπής του γενικού κανόνα υπερίσχυσης της ευνοϊκότερης ρύθμισης σε περίπτωση συρροής κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων, όσο ορισμένες επιμέρους διαρρυθμίσεις αυτής της δυνατότητας.

Καταρχάς, παρότι αποτελεί διεθνή τάση, δεν είναι, στα μάτια μου, υγιής η σύνδεση εμπορικών συμφωνιών (όπως όλες οι πρόσφατες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες, αρχίζοντας από τον Καναδά) ή «αναπτυξιακών» νόμων με επαναρρύθμιση εργασιακών σχέσεων, που θα ήταν προτιμότερο να γίνεται με ειδικά και μετά από ειδική διαβούλευση νομοθετήματα.

Ειδικότερες Ρυθμίσεις

Όσον αφορά τις ειδικότερες ρυθμίσεις, προβληματικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το εξής: ενώ η έννοια «επιχειρήσεων που βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή εξυγίανσης» εδράζεται επί νομικών όρων και έχει σχετική αντικειμενικότητα, ο όρος «επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα» είναι υπερβολικά γενικός και αόριστος.

Η ανάθεση εξειδίκευσης αυτής της έννοιας στον Υπουργό Εργασίας, έστω και μετά από -μη δεσμευτική- γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας -που δεν αποτελεί συνδικαλιστικό όργανο-, χωρίς ο ίδιος ο νόμος να δεσμεύει τον Υπουργό με κριτήρια ορθής κρίσης, απονέμει στην εκτελεστική εξουσία μια δυνάμει καθοριστική πρωτογενή αρμοδιότητα που δεν συνάδει με τη φύση του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η ουσία της νομοθετικής ρύθμισης θα κριθεί, στην πράξη, από τις ουσιαστικές διατάξεις της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης, με άδηλα, ακόμη, αποτελέσματα -κάτι που θα μπορούσε, και θα έπρεπε, να είχε αποφευχθεί.

Κώστας Μποτόπουλος
Συνταγματολόγος, Δικηγόρος

Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print
Share on facebook
Share on twitter
Share on email
Share on print

Σου άρεσε το άρθρο, αλλά σου δημιούργησε νέες απορίες;

Έχεις και άλλα ερωτήματα που σε απασχολούν σε σχέση με το Σύνταγμα, τους Θεσμούς, τα δικαιώματα και τη λειτουργία της Δημοκρατίας;